Σάββατο 31.10.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

BON VIVEUR ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ…

12.01.2020 /

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΧΡΗΣΤΟΣ  ΓΚΙΜΤΣΑΣ

(Από την συλλογή:  ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.  Εκδόσεις:  tovivlio.net)

(Γιατί η ζωή έχει και άλλη ανάγνωση)

Λαγοκοιμόταν στην θέση του οδηγού  όταν άκουσε το  ελαφρό χτύπημα στο  τζαμί .
Τον είδε να ανοίγει την πίσω πόρτα του ταξί  χωρίς να περιμένει απάντηση,  να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητο και να τακτοποιεί δίπλα του  το  σακ  βουαγιάζ που κουβαλούσε.
Άνοιξε τα μισόκλειστα μάτια του και τον  ξανακοίταξε μέσα από τον καθρέφτη αυτή την  φορά.
Κάπου στα πενήντα με πενήντα πέντε  τον έκοψε , με εντυπωσιακό ύφος και  ελαφρώς αξύριστος. Φορούσε ένα φιρμάτο και  ακριβό λινό πουκάμισο  και ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά   εξίσου  ακριβά.
Έδειχνε πως δεν ήταν από  εδώ και μάλλον μόλις είχε φτάσει με το πρωινό τραίνο . Δεν πρόλαβε να τον ρωτήσει, μίλησε εκείνος .
-Ξέρεις κανένα καλό ξενοδοχείο ;
Ήξερε, το ‘’ Ανετον ‘’ το καλύτερο, λίγο έξω από την πόλη και με ατελείωτη θέα .
– Μόνο που είναι λίγο ακριβό. Πάντως δωμάτια  τέτοια εποχή θα έχει σίγουρα.
-Πάμε ‘’Ανετον’’, λοιπόν , ήταν η απάντηση .
Όταν έφτασαν του ζήτησε το τηλέφωνο.
-Θα σε χρειαστώ για κάποιες μετακινήσεις. Να μην ψάχνω  τώρα για άλλο ταξί…
Του το έδωσε.  Έτσι η αλλιώς  δεν πνίγονταν και στην δουλειά αυτήν την εποχή.
-Έλα κατά τις μία το μεσημέρι να με πάρεις , του είπε καθώς απομακρύνονταν.
Τον πλήρωσε και τα ρέστα που προσπάθησε να του δώσει, ούτε που τα καταδέχτηκε.

Στη μία  ακριβώς, ήταν  εκεί. Τον περίμενε  φρεσκοξυρισμένος και ξεκούραστος. Φαίνεται πως είχε κοιμηθεί καλά. Καθώς  έμπαινε στο ταξί μπόρεσε και τον  είδε καλύτερα.
Όλα επάνω του είχαν την άνεση ενός ανθρώπου που  μάλλον ήξερε να ζει καλά. –«Αριστοκράτης»,  σκέφτηκε αβίαστα.
-Που πάμε; τον  ρώτησε.
-Κάνε μερικές  βόλτες για να δώ την πόλη και ύστερα θα κάνουμε μία στάση όπου θέλεις   να σε κεράσω ένα καφέ. Μετά θα με πας σε ένα καλό εστιατόριο .
Τον παρακολουθούσε μέσα από τον καθρέφτη καθώς   έχε προσηλώσει  το βλέμμα του στις εικόνες που ανοίγονταν μπροστά  τους  έτσι όπως τον τριγύριζε στα αξιοθέατα.
Δεν ήταν όμως  και πολύ σίγουρος  αν « έβλεπε» ότι  κοιτούσε. Νόμιζε πως στιγμές   η ματιά του χάνονταν  κάπου πολύ μακριά. Μπορεί όμως να έκανε και λάθος…

Έτσι όπως  έπιναν τον καφέ σε ένα όμορφο στέκι που τον πήγε,  τον ρώτησε.
-Πως και στην πόλη μας ,αν  επιτρέπεται. Για δουλειές;
-Όχι, έτσι βόλτα. Ποτέ δεν είχα έλθει σε τούτα τα μέρη  και είπα να τα γνωρίσω.
-Και γιατί δεν φέρατε το  δικό σας αυτοκίνητό   να είστε πιο άνετος…
– Δεν έχω πια αυτοκίνητο… τέλος πάντων.. Δεν  μου είπες  το όνομά σου…
-Τέλης.
-Άκου Τέλη, μετά το εστιατόριο θα γυρίσουμε πάλι στο ξενοδοχείο. Το βράδυ γύρω  στις έντεκα θα ξανάρθεις και θέλω να με πάς κάπου να ακούσω μουσική. Όχι σε κανένα κωλάδικο , κάπου που να είναι ωραία, καταλαβαίνεις.
-Εντάξει, αυτό είναι εύκολο. Υπάρχει ένα  κεντράκι  που παίζουν κάποια φιλαράκια. Είναι καλοί, θα το ευχαριστηθείτε.
-Ωραία.  Τώρα θέλω να μου κάνεις και μία χάρη ακόμα … Δίστασε λίγο πριν συνεχίσει. Θέλω να μου βρεις μια γυναικεία συντροφιά για απόψε… όχι οτιδήποτε. Μία όμορφη, μία καλοστημένη γυναίκα … μην σκέφτεσαι τα χρήματα αρκεί να είναι , πως το λένε , πρώτο πράμα.
-Εντάξει κάτι μπορεί να γίνει και γι’ αυτό. Υπάρχει ένα γνωστός  που έχει ένα μπαρ  με κορίτσια, λίγο έξω από την πόλη. Θα του τηλεφωνήσω.
Του τηλεφώνησε. Εντάξει, γίνονταν. Ρέτζι την λέγαν και ήταν διαθέσιμη.
– Κατάξανθη. Μιλάμε για πρώτο πράμα… Ο,τι καλύτερο είχε το μαγαζί, έτσι μου είπε.
– Κλείσε της  ραντεβού στις δύο το βράδυ στο σαλόνι του  ξενοδοχείου.

Εδειχνε χαρούμενος καθώς  τον έπαιρνε από το   μαγαζί με την μουσική και γύριζαν στο ξενοδοχείο.
– Φαίνεται πως  το  ευχαριστηθήκατε.
-Πολύ, πάρα πολύ,   και συμπλήρωσε τα λόγια του με   ένα χαμόγελο ελαφρώς μεθυσμένο που  γέμισε ολόκληρο  το ευγενικό του πρόσωπο.
Τον άφησε στις δύο ακριβώς στην είσοδο του ξενοδοχείου
-Τέλη σε ευχαριστώ για όλα. Καληνύχτα. Χάρηκα που σε γνώρισα.
Του άπλωσε το χέρι και έσφιξε δυνατά το δικό  του βάζοντας συγχρόνως μέσα στην παλάμη του μερικά χαρτονομίσματα.
Ξαφνιάστηκε και μόνο μία  « καληνύχτα» μπόρεσε να αρθρώσει καθώς τον παρακολουθούσε να  απομακρύνεται με αγέρωχο βήμα. Ένιωθε πως ήταν  πολύ περίεργη η  στιγμή που χώριζαν, χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί.
Φεύγοντας   είδε πίσω από την μεγάλη τζαμαρία του ξενοδοχείου, κάπου στο  φωτισμένο σαλόνι, μία ξανθή γυναίκα   καθισμένη αναπαυτικά σε μία πολυθρόνα. Παρόλο που την έβλεπε απ ό μακριά,  εκτίμησε  πως   ήταν πολύ όμορφη .

Την άλλη μέρα είχε ρεπό  και το πέρασε στο κρεβάτι, όπως συνήθιζε.
Την μεθεπόμενη καθισμένος στο ταξί , ξεφύλλιζε  την τοπική εφημερίδα, καθώς  ήταν παρκαρισμένος στην πιάτσα. Εκεί   διάβασε την είδηση.
«Αργά χθες το μεσημέρι βρέθηκε   σε ένα από τα δωμάτια του τελευταίου ορόφου γνωστού ξενοδοχείου της πόλης, νεκρός ένας από τους πελάτες.   Το πτώμα βρέθηκε μέσα στην μπανιέρα  του δωματίου,  που ήταν πλημμυρισμένη με αίμα,   προφανώς του νεκρού,  που έφερε δύο εκτεταμένες  τομές στους καρπούς του. Δίπλα βρέθηκε ένα ματωμένο  ξυράφι.
Με  τις υπάρχουσες  ενδείξεις,  η αστυνομία πιστεύει πως πρόκειται για αυτοκτονία. Τα στοιχεία ταυτότητας του νεκρού δηλώνουν πως πρόκειται για γνωστό  επιχειρηματία του κέντρου ,  που τώρα τελευταία όμως  αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα και γι’ αυτό τον λόγο  είχαν κατασχεθεί από τους δανειστές του όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Πρόσφατα  μάλιστα λόγω των χρεών του προς  το δημόσιο, είχε εκδοθεί από τις εισαγγελικές αρχές  ένταλμα σύλληψης  .
Ο νεκρός  ήταν γνωστός για την έντονη κοσμική  του ζωή και είχε σταθερή παρουσία στα νυχτερινά δρώμενα  της πρωτεύουσας.  Ήταν επίσης   γνωστή η  αδυναμία του για τις νεαρές καλλιτέχνιδες που συνόδευε κατά καιρούς και δεν ήταν λίγα τα σκάνδαλα  στα οποία είχε εμπλακεί το όνομά του.
Η υπηρεσία του ξενοδοχείου δήλωσε ότι ο νεκρός  είχε επιστρέψει αργά το βράδυ συνοδευόμενος από  μία γυναίκα  αγνώστων  στοιχείων , η οποία αναχώρησε  στις πρώτες πρωινές ώρες και  αναζητείται από την αστυνομία.
Πληροφορίες  αναφέρουν  ότι  στο  κομοδίνο του δωματίου   βρέθηκε ένα χρηματικό ποσό  και ένα ιδιόχειρο  σημείωμα του επιχειρηματία  που έλεγε πως ήταν τα τελευταία του χρήματα  και τα άφηνε για να εξοφληθεί το ξενοδοχείο και  με τα υπόλοιπα για  του γίνει μια αξιοπρεπής  κηδεία.»
Σήκωσε το βλέμμα του από την εφημερίδα και το γύρισε στο πίσω κάθισμα   του αυτοκινήτου, λες και τον έβλεπε μέσα στο φιρμάτο  λινό πουκάμισο και ένας κόμπος του έσφιξε τον λαιμό.

Christos.gim@gmail.net