Τετάρτη 24.04.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Το μωβ ηλιοβασίλεμα»

14.01.2019

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΙΜΤΣΑΣ

(Μια ιστορία που μπορεί να είναι και αληθινή)

Η Αθηνούλα ήταν το μοναδικό ξανθό παιδί σ’ ολόκληρο το σχολείο. Και δεν μιλάμε για κανένα ξεπλυμένο και αχυρένιο ξανθό αλλά για ένα λαμπερό, χρυσό χρώμα, που με την σειρά του έκανε να λάμπει και ολόκληρο το λευκό της πρόσωπο.

Δεν ήταν όμως μόνο το μαλλάκι της, αλλά και όλες οι αυθόρμητες κινήσεις της οι γεμάτες τσαχπινιά και θηλυκότητα, που όλα μαζί έδειχναν πως το μέλλον της Αθηνούλας σαν γυναίκα, θα ήταν το ίδιο λαμπερό με το φωτισμένο κεφαλάκι της.

Στην ίδια τάξη στο ένα και μοναδικό δημοτικό σχολείο του χωριού, πήγαιναν. Σε διπλανά θρανία κάθονταν και το μόνο ευχάριστο πράγμα που του άρεσε να κάνει στην ώρα του μαθήματος μέσα σε εκείνη την άχαρη αίθουσα, ήταν να κοιτάζει την Αθηνά.

Ηθελε να την βλέπει έτσι όπως έσκυβε επάνω στο τετράδιό της και καθώς το μαλλί της με τις κατσαρωμένες φυσικά άκριές του, έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της, προσπαθούσε να βρει πόσο κάνουν τέσσερεις φορές το πέντε.

Από τότε την αγαπούσε την Αθηνά! Βέβαια αν τον ρωτούσες τι είναι η αγάπη, θα σου έλεγε πως ήταν η ανάγκη να βρίσκεται όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε μαζί της, και πως τα βράδια που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, να την σκέφτεται και να την ονειρεύεται.

Εκείνη καταλάβαινε την αδυναμία που της είχε ο Παναγιώτης, αυτό ήταν το όνομά του, το εκμεταλλευόταν και γίνονταν όσο πιο γαργαλιστική μπορούσε μαζί του. Μέχρι και για μικροθελήματα τον έστελνε.

Και δεν ήταν μόνο ο Παναγιώτης που της είχε αδυναμία, αλλά σχεδόν όλα τα αγόρια της τάξης. Ετσι λοιπόν η Αθηνούλα με τούτα και με εκείνα, από τότε άρχιζε να χτίζει μέσα της, την εικόνα της βεντέτας για τον εαυτό της.

Πέρασε ο καιρός, τελείωσαν το δημοτικό σχολείο και πατέρας του τον έστειλε στο γυμνάσιο που βρίσκονταν στο διπλανό κεφαλοχώρι λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, μαζί και με τους άλλους συνομήλικους , «για να μάθει γράμματα, μπας και έβλεπε προκοπή».

Εννοείται πως μαζί τους πήγε και η Αθηνούλα, που δεν άργησε να γίνει όχι μόνο ο δικός του πόθος πια, αλλά και όλων των άγουρων αρσενικών του γυμνασίου, που συχνά όταν αναφέρονταν γι’ αυτήν, έλεγαν με σημασία, «Η ξανθιά».

Όμως τα γράμματα του έπεσαν βαριά, και έτσι την τρίτη χρονιά όταν έμεινε στον τόπο , ο πατέρας του τον κράτησε στο χωριό για να τον βοηθά, «μια που δεν είχε μυαλό να βγάλει τα στραβά του στο διάβασμα.»

Αλλά και η Αθηνά δεν είχε σκοπό να φάει τα νιάτα της στα θρανία.

Αλλα πράγματα ποθούσε η ψυχή της, άλλα όνειρα έκανε για τον εαυτό της και ζήλευε εκείνες τις ωραίες γυναίκες που έβλεπε στα λαϊκά περιοδικά που διάβαζε. Την ξέκοψαν λοιπόν οι δικοί της από το σχολείο και την έστειλαν στην πόλη σε μία μοδίστρα για να μάθει την τέχνη.

Ο Παναγιώτης που έγινε στο μεταξύ, Πάνος, ήθελε δεν ήθελε, βοήθησε τον πατέρα του στις αγροτικές δουλειές και έβοσκε και τα λίγα ζωντανά που είχαν, στις γύρω από τον χωριό πλαγιές, μέχρι που ήλθε ο καιρός να πάει στρατιώτης.

Την Αθηνά την συνάντησε μια Κυριακή στην πλατεία του χωριού , λίγο πριν φύγει και της είπε το νέο.

-Στείλε κανένα γράμμα και καμία φωτογραφία να δούμε αν σου πάει η στολή, του είπε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

-Εντάξει, είπε και κάτι αναθάρρησε μέσα του. Θα στέλνω τα γράμματα στον ξάδελφο μου τον Φώτη και να σου τα δίνει, έτσι για να είμαι σίγουρος ότι θα τα παίρνεις.

Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, του είπε «στο καλό», του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και απομακρύνθηκε λικνίζοντας ολόκληρο το κορμί της, που είχε πια μεστώσει και έμοιαζε με τα όμορφα σώματα εκείνων των μισόγυμνων γυναικών που έβλεπε στο λαϊκό περιοδικό που αγόραζε κάθε εβδομάδα , και που πολύ ήθελε να τις μοιάσει.

Ντύθηκε λοιπόν στρατιώτης και το μόνο ευχάριστο γεγονός που πήρε μαζί του, ήταν το φιλί της και η ανάγκη να την θυμάται και να την ονειρεύεται στις σκοπιές του.

Της έστειλε όπως της είχε υποσχεθεί, μερικά γράμματα με φωτογραφίες και τα νέα του, αλλά απάντηση δεν πήρε, και πολύ τον στεναχώρησε αυτό.

Όταν πήρε μετά από μήνες την πρώτη του άδεια και συναντήθηκε με τον ξάδελφό του τον Φώτη, μέσα στα άλλα τον ρώτησε και για την Αθηνά.

-Τι θέλεις και ασχολείσαι μαζί της ρε Πάνο. Δεν είναι για σένα αυτή. Αλλού το έχει το μυαλό της. Και του είπε τα νέα της. Ότι δηλαδή εκεί που δούλευε, την έστελνε η μοδίστρα σε ένα μαγαζί για να παίρνει κουμπιά, φερμουάρ και τα μασουράκια που χρειάζονταν.

Εκεί γνωρίστηκε με τον μαγαζάτορα και πίνοντας ένα δυο καφέδες , το ένα έφερε το άλλο και στο τέλος η Αθηνούλα πήρε το ‘’βάφτισμα’’ μέσα στο αυτοκίνητό του. Βλέπεις ο μαγαζάτορας δεν ήταν μόνο νόστιμος και κουβαρντάς, αλλά είχε –φαντάσου εκείνη την εποχή!- και αυτοκίνητο. Και πολύ της άρεσε να ταξιδεύει με αυτοκίνητο, να ανοίγει το παράθυρο και ο αέρας να ανεμίζει τα κατάξανθα μαλλιά της.

Πνίγηκε μέσα στην στεναχώρια του μαθαίνοντας το νέο, αλλά και τι μπορούσε να κάνει. Ήπιε δυο, τρία απανωτά ούζα μαζί με τον Φώτη και υποσχέθηκε στον εαυτό του πως θα την ξεχνούσε.

Αμ, δε! Σε όλη την υπόλοιπη θητεία του η Αθηνά ήταν εκεί, μπροστά του βράδυ , πρωί για να του θυμίζει πως η αγάπη δεν ξεριζώνεται τόσο εύκολα.

Όταν ξεμπέρδεψε με τον στρατό, άρχισε να σκέφτεται τι θα έκανε στην ζωή του. Στα χωράφια και στα ζωντανά, δεν ήθελε να ξαναγυρίσει. Δεν έβλεπε καμία προκοπή σ’ αυτά.

Ευτυχώς βρέθηκε μπροστά του ένας συγγενής της μάνας του, από χρόνια μετανάστης και με δικό του εστιατόριο. Και εκεί που τα συζητούσαν , του έβαλε την ιδέα.

-Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου στην Γερμανία. Στο δικό μου το μαγαζί θα δουλεύεις.

Το αποφάσισε και πήγε. Το κακό είναι πως κουβάλησε μαζί του και την Αθηνά.

Λίγο πριν φύγει, φρόντισε να την συναντήσει για τελευταία φορά.

-Ξέρεις, θα φύγω, μεταναστεύω. Θα πάω να δουλέψω σε ένα μαγαζί κάποιου δικού μου.

-Κατάλαβα, λαντζέρης θα γίνεις , του απάντησε και γέλασε.
Μπορεί να είναι καλά, ποιος ξέρει. Θέλεις να σου γράφω;

Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα.

– Και δεν γράφεις… Να μαθαίνουμε πως είναι η ζωή εκεί, ήταν η απάντηση της και κοιτάζοντας προσεκτικά ολόγυρα, έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρων και άναψε ένα κρυφά. Βλέπεις η Αθηνούλα είχε αρχίσει να καπνίζει .

Σε ένα καμαράκι στο πίσω μέρος του μαγαζιού κοιμόταν μαζί με άλλους δύο, που ούτε ήξερε από πού κρατούσε η σκούφια τους.

Αυτοί άνοιγαν το μαγαζί και αυτοί το έκλειναν μετά από δώδεκα μπορεί και δεκαπέντε ώρες δουλειάς. Το σκούπιζαν , το καθάριζαν, έκαναν όλη την λάντζα στην κουζίνα και το βράδυ έτρωγαν ένα πιάτο φαί.

Μερικές φορές έπεφτε κατάκοπος να κοιμηθεί, με τα παπούτσια.

Δεν του άρεσε, αλλά δεν είχε και τίποτα καλύτερο να κάνει. Άσε που δεν ήξερε και την γλώσσα και αυτό του έκανε την ζωή πιο δύσκολη. Ύστερα ήταν και αυτό που του είπαν κάποιοι , πως ήταν καλά εκεί στο εστιατόριο. Άλλοι σαν αυτόν, είχαν χαθεί μέσα στις στοές και στα εργοστάσια.

Έκανε υπομονή, πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι να στρώσουν λίγο τα πράγματα και ήλθε ο καιρός να πάρει και αυτός λίγη άδεια και να γυρίσει στο χωριό.

Όχι, την Αθηνά δεν την ξέχασε. Ούτε στιγμή. Αλλά όσες φορές προσπάθησε να της γράψει , δεν τα κατάφερνε. Τι να της έγραφε;

Πως είχε δίκαιο; Πως λαντζέρης έγινε; Ύστερα να της έγραφε πως την αγαπούσε ακόμα; Ήταν σίγουρος πως θα γελούσε μόλις το διάβαζε. Γι’ αυτό ανέβαλε το γράμμα για μία άλλη φορά.

Στο χωριό δεν είχαν αλλάξει και πολύ τα πράγματα. Μπόρεσε να φέρει κάτι μικροδώρα στους δικούς του όπως εκείνο το τρανζίστορ στην μάνα του και είδε κάποιους παλιούς φίλους. Μαζί και τον Φώτη.

Σ’ αυτόν είπε για όλες τις δυσκολίες και τα βάσανα που τραβούσε, «αλλά το παλεύω Φώτη και το ψάχνω. Κάτι καλό θα βγει στο τέλος».

Το έφερε η κουβέντα και στην Αθηνά. Δεν μπορούσε να γίνει και αλλιώς!

-Δεν διορθώνεσαι με τίποτα είπε ο Φώτης. Ρε συ, η Αθηνούλα κάθε χρόνο προβιβάζεται και συ την θυμάσαι ακόμα;

-Δηλαδή; ρώτησε απορημένος.

-Αύριο θα σε πάω να δεις κάτι.

Και τον πήγε . Σε ένα διπλανό χωριό υπήρχε μία τεράστια μάντρα οικοδομικών υλικών . Άραξε ο φίλος του το ‘’αγροτικό’’ και κάθισαν σε ένα καφενεδάκι που ήταν μπροστά στην κεντρική είσοδο της μάντρας απ’ όπου μπαινόβγαιναν φορτηγά, και παράγγειλαν καφέδες.

Τι κάνουμε εδώ ρε Φώτη;

-Περίμενε και θα δεις.
Κόντευε απομεσήμερο, όταν στην είσοδο της μάντρας πλησίασε μια μαύρη μερσεντές . Ο φύλακας της πόρτας την άνοιξε και χαιρέτησε τον οδηγό με σεβασμό.

-Το αφεντικό είναι . Πολύ κονομημένος. Ότι χτίστηκε εδώ γύρο από την δική του μάντρα έγινε. Είναι η ώρα που φεύγει.

Τον άκουγε δεν τον άκουγε ποιος ξέρει. Την είδε στο κάθισμα του συνοδηγού και το βλέμμα του καρφώθηκε στο κατάξανθο κεφάλι της. Είχε κατεβασμένο το τζάμι , και το μισό χέρι της ήταν έξω από το παράθυρο, κρατώντας ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάκτυλά της.

-Παντρεμένος είναι ο τύπος. Την έχει δήθεν για γραμματέα. Άλλη δουλειά κάνει όμως η Αθηνούλα. Ακούς εκεί γραμματέας, αυτή που ούτε την μισή αλφαβήτα δεν θυμάται!

Ξαναγύρισε στην Γερμανία και στην δουλειά του και άφησε τα χρόνια να περνούν. Η ζωή του με τον καιρό βελτιώθηκε. Το αφεντικό, ο συγγενής της μάνας του, τον έκανε κάτι σαν υπεύθυνο στο μαγαζί, έπαιρνε καλό μισθό, αγόρασε δικό του αυτοκίνητο, έμενε σε δικό του σπίτι και τις οικονομίες του τις έκανε κομπόδεμα.

Και από συντροφιά; θα ρωτήσεις. Όταν πρωτοήλθε εδώ κάποιοι παλιότεροι του άνοιξαν τα μάτια πηγαίνοντας τον σε κάτι πληρωμένα κορίτσια. Μετά γνώρισε την Αισά. Εζησαν αρκετά μαζί αλλά στο τέλος τον άφησε και ξαναγύρισε στην Τουρκία . Υστερα μπήκε στην ζωή του η Κατρίνα. Γερμανίδα ήταν.

Παντρεμένη, χωρισμένη και έπινε λίγο παραπάνω από το κανονικό. Είπε να την παντρευτεί και να ανοίξει σπίτι που λένε μαζί της, μέχρι που την έπιασε στο κρεβάτι με άλλον. Από τότε έμεινε μόνος και ψάχνεται.

Όταν ξαναγύρισε, πλησίαζε τα πενήντα. Με αυτοκίνητο τελευταίο μοντέλο και φορώντας ακριβά ρούχα. Το χωριό το βρήκε αλλαγμένο. Το καφενείο είχε γίνει καφετέρια, είχαν ανοίξει ένα, δυό μπαρ και στο παλιό τσιπουράδικο μόνο τα γερόντια πήγαιναν.

Οι κεντρικοί δρόμοι είχαν ασφαλτοστρωθεί και η πλατεία δεντροφυτεμένη και με παγκάκια.
Και τον Φώτη σε καλή κατάσταση τον βρήκε. « Ας είναι καλά οι επιδοτήσεις» του είπε. Παντρεμένος με δυο παιδιά και πήγαινε για τρίτο.

-Εσύ τι κάθεσαι και δεν παντρεύεσαι; τον ρώτησε.

-Είχα κάτι μπλεξίματα, αλλά δεν άξιζαν για σπίτι.

Δίσταζε λόγο και μετά τον ρώτησε.

-Ρε Φώτη εκείνη η ψυχή, η Αθηνά τι κάνει;

-Θέλεις πραγματικά να μάθεις;

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Αδιόρθωτο σε βλέπω, Πάνο. Περίμενε να νυχτώσει ακόμα λίγο.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και τον πήγε σε μία ερημιά χαμένη μέσα στον κάμπο.

« ΟΙ ΛΑΓΝΕΣ ΑΙΓΥΠΤΙΕΣ» έγραφε η φωτισμένη πινακίδα πάνω από τα κεφάλια τους καθώς προσπερνούσαν την αψιδωτή πόρτα με τους δύο κακοζωγραφισμένους Φαραώ στο πλάι.

Η αίθουσα μισοσκότεινη και κάτι κόκκινα φώτα σκορπισμένα εδώ κι εκεί μόλις σε άφηναν να δεις κάποιες αντρικές σκιές καθισμένες στα χαμηλά τραπέζια, παρέα με κάποια μισοντυμένα κορίτσια.

Τι με έφερες εδώ ρε Φώτη; Ρώτησε χαμηλόφωνα.

-Την βλέπεις εκεί πίσω από τον πάγκο; Είναι το αφεντικό εδώ μέσα.

Την είδε. Μία ακατανόητη δύναμη τον έσπρωξε να την πλησιάσει.

Τους αναγνώρισε αμέσως.

-Βρε καλώς τα παιδιά. Χρόνια και ζαμάνια, Πάνο. Ούτε ένα γράμμα πια. Και σύ Φώτη καλά φαίνεσαι.

Τα μαλλιά της που πρέπει να ήταν βαμμένα σκούρα, δεν έλαμπαν πια μέσα στο μισοσκόταδο, η ράχη της γυρτή, ίχνος από την παλιά κορμοστασιά της, είχε παχύνει και το πρόσωπό της, με βαρύ βάψιμο . Η φωνή της βραχνή, και κάθε κουβέντα της, την ακολουθούσε ένας τσιγαρόβηχας.

Να κεράσω, τι θα πιείτε;

-Από το καλό , έτσι; πετάχτηκε ο Φώτης

Ήπιαν ένα, παράγγειλαν και δεύτερο. Στο τέλος τους ρώτησε.

-Ποιος δρόμος σας έφερε εδώ. Δεν πιστεύω να ήλθατε για κορίτσια!

-Για σένα, ήλθαμε Αθηνούλα…

-Εντάξει ρε Πάνο, σε καταλαβαίνω. Μην κοιτάς, δεν τα φέρνει η ζωή όπως τα θέλουμε. Τουλάχιστον εγώ τα καλύτερά μου χρόνια τα γλέντησα. Εσύ, δεν ξέρω τι έκανες…

Είπαν ακόμα μερικές αδιάφορες κουβέντες και στο τέλος τους έδιωξε.

-Τώρα όμως δρόμο γιατί με καθυστερείτε και άρχισε να πέφτει δουλειά, είπε περιπαιχτικά και ξανάβηξε. Όλοι κατάλαβαν. Κανένας τους δεν άντεχε την συγκίνηση της στιγμής και έπρεπε να χωρίσουν.

Ξενύχτησε πάνω στο κρεβάτι και τον πήρε ο ύπνος ξημερώματα.

Ξύπνησε το απόγευμα, έκανε ένα καφέ, βγήκε έξω και άρχισε να περπατά μακραίνοντας από το χωριό.

Εφτασε στο μέρος που κάποτε έβοσκε τα ζωντανά του πατέρα του. Ερημιά πια ο τόπος. Ούτε ζώα ούτε άνθρωποι και τριγύρω κάτι εγκαταλειμμένες και ερειπωμένες στάνες. Βρήκε τον βράχο που του άρεσε κάποτε να κάθεται και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στις χαμηλές βουνοκορφές στο βάθος του ορίζοντα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατηφορίζει και τα μάτια του γέμισαν από το ολόχρυσο , ξανθό χρώμα του ηλιοβασιλέματος, που σε λίγο έγινε κατακόκκινο σαν φωτιά πυρπολώντας τα πάντα ολόγυρα.

Λίγο πριν ο ήλιος κρυφτεί πίσω από τις κορυφές των βουνών ,ξαφνιάστηκε που ουρανός βάφτηκε με ένα μυστήριο μωβ χρώμα που και αυτό με την σειρά του χάθηκε αφήνοντας πίσω ένα σκοτάδι γεμάτο μοναξιά, που συνεχώς βάθαινε.

Εκείνη την στιγμή η μνήμη του ανακάλεσε εκείνο που κάποτε είχε ακούσει. Πως το μωβ είναι το χρώμα του πένθους και της λύπης.

Αυτής της λύπης που κουβάλησε μαζί του, γυρίζοντας πάλι πίσω στην ερημιά του μισεμού .

(Τον Φώτη έτυχε να τον χειρουργήσω μετά από χρόνια ύστερα ένα ατύχημα που είχε. Και για να με ευχαριστήσει ένα βράδυ με τραπέζωσε σε μία ταβέρνα του χωριού του, και στο τέλος ο αθεόφοβος με πήγε ‘’για ένα ποτό’’ στο μπαρ «ΟΙ ΛΑΓΝΕΣ ΑΙΓΥΠΤΙΕΣ» που είχε γίνει πιο ‘’κοσμικό’’. Πήγα και εγώ να μην του χαλάσω το χατίρι. Ημουν και κατά πολύ νεότερος. Εκεί , μισοπιωμένος ο Φώτης μου είπε μέσες άκρες, αυτή την ιστορία. Αλήθεια, ψέματα, ποιός ξέρει. Και μάλιστα επέμενε πως μετά από λίγο καιρό ο Πάνος και η Αθηνά χάθηκαν και δεν έχει μάθει κανένα νέο τους από τότε).

Christos.gim@gmail.com