Τρίτη 09.08.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ο κορωνοϊός σκοτώνει και η υποχρεωτικότητα διχάζει

10.01.2022

Του Ηλία Γιαννακόπουλου

 

«Η Διχόνοια που βαστάει/ ένα σκήπτρο η δολερή/ καθενός χαμογελάει/
«παρ’ το» λέγοντας «και σύ»./ Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει/ έχει
αλήθεια ωραία θωριά/ μην το πιάστε γιατί ρίχνει/ εισέ δάκρυα θλιβερά»

Ο εθνικός μας ποιητής, ο Σολωμός, ίσως θλίβεται βλέποντας για μία
άλλη φορά τον ελληνικό λαό να διχάζεται. Η θλίψη και η απογοήτευση
είναι πιο έντονη, αν σκεφτεί κανείς πως το «σκήπτρο» της διχόνοιας δεν το
κρατά ένα εθνικό θέμα αλλά ένας «ιός». Φαίνεται πως η ελληνική κοινωνία
διάγει μία περίοδο «μακαριότητας» αφού λύνοντας όλα τα άλλα προβλήματα
(εθνικά, οικονομικά…) εκτονώνεται σε διχαστικές συμπεριφορές για την
υποχρεωτικότητα ή μη του εμβολίου κατά του Covid 19. Το πάθος
και η οργή περισσεύουν και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, ενώ ο διάλογος,
η ορθοφροσύνη και η διαλλακτικότητα απαξιώνονται ως εργαλεία
συνεννόησης και πειθούς.

Ίσως πολλοί να επισημαίνουν πως αυτός ο διχασμός επιβεβαιώνει τη
συνέχεια της φυλής μας, αφού το ιστορικό μας παρελθόν βρίθει τέτοιων
διχαστικών συμβάντων. Ίσως να αποτελεί και παγκόσμια πρωτοτυπία ο
χαρακτηρισμός μιας εθνικής ιστορικής περιόδου ως ο «Εθνικός διχασμός»
(1915-1917). Ο 20 ος αιώνας μάς δώρισε κι έναν άλλον εθνικό διχασμό, τον
εμφύλιο πόλεμο του 1946-49.

Μία γρήγορη περιδιάβαση στην ελληνική ιστορία θα φανέρωνε τη δράση
του ιού της διχόνοιας σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Παραδείγματα εθνικής
διχόνοιας είναι πολλά, όπως: Η φιλονικία μεταξύ του Αχιλλέα και του
Αγαμέμνονα (Τρωικός πόλεμος), ο Πελοπ/κός πόλεμος, η διχόνοια –
διαμάχη μεταξύ των επιγόνων του Μ. Αλεξάνδρου, η εθνοκτόνα σύγκρουση
μεταξύ Ενωτικών και ανθενωτικών (Βυζάντιο) και φυσικά οι γνωστοί
εμφύλιοι κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του ’21.

Τα αίτια του διχασμού

Η γρήγορη κι επιλεκτική αυτή αναφορά σε διχαστικές συμπεριφορές
εγείρει ερωτήματα για τα βαθύτερα αίτια του φαινομένου. Κάποιοι
διατείνονται πως ο διχασμός ως στοιχείο ενυπάρχει στη φύτρα της φυλής
μας. Άλλοι προβάλλουν το άκρατο εγωιστικό πνεύμα που μάς χαρακτηρίζει
ως λαό. Κάποιοι άλλοι αποδίδουν τη διχόνοια στο γεγονός πως ο Έλληνας
δεν διδάχτηκε ποτέ την τεχνική και την τέχνη του διαλόγου και της εθνικής
συνεννόησης. Τέλος, υπάρχουν κι εκείνοι που υποστηρίζουν πως ο Έλληνας
λειτουργεί περισσότερο ως διάκονος του ατομικού συμφέροντος, ενώ τρέφει
μία ασύγγνωστη αδιαφορία ή καχυποψία στην υπεράσπιση του κοινωνικού
συμφέροντος.

Όποια, όμως, κι αν είναι η αιτία ένα είναι σίγουρο πως η διχόνοια
προκαλεί πολλά δεινά στον τόπο μας και κατά καιρούς κατατρώγει τις σάρκες
του ελληνισμού και τροφοδοτεί τα καταστροφικά και εθνοκτόνα γνωρίσματά
μας ως έθνος. Αυτό σημαίνει πως ως άτομα, κοινωνία και λαός αρνούμαστε
να διδασκόμαστε από το παρελθόν μας και να βρούμε ένα modus vivendi
τόσο σε θέματα εθνικά και πολιτικά όσο και σε θέματα κοινωνικά ή και
καθημερινά.

Κι αν για κάποια «μείζονα» εθνικά προβλήματα αιτιολογείται ή και
«δικαιολογείται» μία διχαστική συμπεριφορά πώς θα αιτιολογούσαμε τη
συμπεριφορά αυτή σε «ελάσσονα» θέματα, όπως: Γλώσσα, η αναγραφή του
θρησκεύματος στην ταυτότητά μας και τώρα στις μέρες μας η
υποχρεωτικότητα το εμβολιασμού. Για κάποιους μελετητές ίσως αυτό να
σημαίνει μία «υγεία» της κοινωνίας που τα μέλη της αρνούνται να
συμμορφωθούν και να συμβιβαστούν στις «αναγκαιότητες» που επιβάλλει η
πραγματικότητα ή οι τρόφιμοι της πολιτικής εξουσίας. Άλλοι, όμως,
διαβλέπουν κάποια άλλα στοιχεία στις διχαστικές συμπεριφορές, όπως:
Ακραίο συντηρητισμό, θρησκευτικό φανατισμό, ανορθολογισμό,
υπέρμετρη φιλαυτία και άγνοια των κανόνων του «συν-οικείν».

 

Τα «Ευαγγελικά» και τα «Ορεστειακά»

Τα «Ευαγγελικά» και τα «Ορεστειακά» ως διχαστικά γεγονότα
σχετίζονται με το γλωσσικό ζήτημα. Ωστόσο στο βάθος αυτών των
γεγονότων ενυπήρχε και το πολιτικό στοιχείο ή και ο φόβος μιας
επερχόμενης εθνικής αφυδάτωσης – αφελληνισμού.
Τα «Ευαγγελικά» είχαν ως αιτία την μετάφραση των Ευαγγελίων στη
δημοτική το 1898 με πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας. Η μετάφραση των
Ευαγγελίων από τον Αλέξανδρο Πάλλη σε μια πιο ακραία δημοτική (1901)
προκάλεσε και πυροδότησε βίαιες συγκρούσεις και πολιτικές ανακατατάξεις.
Έντεκα νεκροί, πολλοί τραυματίες, παραιτήσεις του πρωθυπουργού Γ.
Θεοτόκη. Ο φόβος της «σλαβικής απειλής» και η ρωσική καταγωγή της
βασίλισσας βρήκαν εύφορο έδαφος στο χώρο της νεολαίας που ήταν
εκφραστής ενός συντηρητικού πνεύματος – κι αυτό συνιστά παραδοξότητα.

 

Οι μεταφραστές χαρακτηρίστηκαν ως βεβηλωτές, άθεοι, προδότες και όργανα
ξένων δυνάμεων.

Στα «Ορεστειακά» αφετηριακό σημείο υπήρξε πάλι το γλωσσικό
ζήτημα που ταλάνισε για δεκαετίες την Ελλάδα. Αφορμή η μετάφραση της
«Ορέστειας» του Αισχύλου από τον Σωτηριάδη. Τον Νοέμβριο του 1903 οι
φοιτητές υποκινούμενοι από τον καθηγητή και λάτρη της αρχαίας ελληνικής
γλώσσας Γ. Μιστριώτη προέβησαν σε διαμαρτυρίες και επεισόδια με την
αξίωση να ματαιωθεί η παράσταση της «Ορέστειας». Στα επεισόδια υπήρξαν
τραυματίες και δύο νεκροί.
Ανάλογες διαμαρτυρίες και επεισόδια υπήρξαν και στα Μαρασλειακά
(1925) με αφορμή τον ρηξικεύλευθο τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας από τη
Ρόζα Ιμβριώτη. Θύμα αυτής της διχαστικής συμπεριφοράς η ματαίωση της
εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και η αποκαθήλωση των Δελμούζου και
Γληνού.

 

Το θρήσκευμα (Χ.Ο.) φεύγει από την Ταυτότητα

Το 2000 ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης προβαίνει στην απαγόρευση της
αναγραφής του θρησκεύματος στην ταυτότητα στο βαθμό που αυτό συνιστά
«προσωπικό δεδομένο». Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
αντιδρά έντονα με τη διοργάνωση δύο μεγάλων «λαοσυνάξεων» σε Αθήνα
και Θεσ/νίκη. Συγκεντρώνει υπογραφές για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος
που ωστόσο δεν τελεσφόρησε η προσπάθειά του αφού ο Πρόεδρος της
Δημοκρατίας, Κ. Στεφανόπουλος, απέρριψε το αίτημα. Η ελληνική κοινωνία
πάλι διχάζεται και οι πολιτικές δυνάμεις επενδύουν κομματικά στο θέμα.

 

Τελικά οι ταυτότητες εκδίδονται χωρίς το Χ.Ο. (Χριστιανός Ορθόδοξος)
και οι αρνητές – αντίθετοι σε αυτήν την αλλαγή συμβιβάζονται και όσοι
πολιτικοί υπέγραψαν για την κήρυξη δημοψηφίσματος εσιώπησαν. Σήμερα η
μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες θεωρείται «κεκτημένο
δικαίωμα» και κανείς δεν διανοείται για την επιστροφή του.

Εμβολιαστές vs αντι-Εμβολιαστές

Στις μέρες μας εκδηλώνεται – με απροσδιόριστες και μη αναμενόμενες
συνέπειες – μία διχαστική σύγκρουση μεταξύ των εμβολιασμένων και των
αντι-εμβολιαστών. Ο ιός του κορονοϊού εκτός από τους νεκρούς προκαλεί κι
άλλες αναταράξεις στο κοινωνικό σώμα. Η ελληνική κοινωνία πάλι διχάζεται
για ένα θέμα – πρόβλημα που έπρεπε να δυναμώνει τον κοινωνικό ιστό. Οι
εμβολιαστές ωθούμενοι από το φόβο νόσησης υπακούουν στον κυβερνητικό
προγραμματισμό για την αντιμετώπιση του Covid 19 και ψέγουν τους αντι-
εμβολιαστές ως αρνητές της λογικής και ως εχθρούς του κοινωνικού
συμφέροντος (δημόσια υγεία). Οι αντιεμβολιαστές υψώνουν την σημαία των
ατομικών δικαιωμάτων και της προσωπικής ελευθερίας. Θεωρούν την
υποχρεωτικότητα αντισυνταγματική και το εμβόλιο ως στοιχείο που αλλοιώνει
την «ελληνικότητά» μας. Η ρήξη είναι πλήρης και ο διάλογος όπως και η
λογική έχουν πεταχτεί στα αζήτητα. Άτυπα έχουμε μία σύγκρουση ανάμεσα
στην εμβολιαστική ανοσία και στην αντιεμβολιαστική ελευθερία.
Το ενδιαφέρον στον διχασμό αυτό βρίσκεται στις ομοιότητες που έχει
με τους δύο προηγούμενους. Η επίκληση της θρησκευτικής ελευθερίας, του
φόβου για εθνική αλλοίωση και των συνταγματικών δικαιωμάτων

6δεσπόζουν στην κλίμακα αξιολόγησης των επιχειρημάτων των αντιπάλων και
ιδιαίτερα των εχθρών της επιστήμης και του ορθολογισμού.

Ο «κοινός» λόγος

Οφείλουμε ως κοινωνία να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με την
κινητήρια δύναμη της προόδου και του πολιτισμού, την Επιστήμη. Η
Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια άλλων διχασμών. Ας διοχετεύσουμε την οργή
και την ζωτικότητά μας σε θέσεις προοδευτικές για μια κοινωνική και εθνική
ανάταξη. Η κατηγοριοποίηση σε Μνημονιακούς και αντι-Μνημονιακούς
(παλιότερα) και σε Εμβολιαστές – Αντι-Εμβολιαστές πληγώνουν την εθνική
ενότητα και τραυματίζουν την κοινωνική γαλήνη αλλά και τον «λόγο», την
λογική.

«Διο δει έπεσθαι τω κοινώ. Ξυνός γαρ ο κοινός. Του λόγου δεόντος
ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν»
(Πρέπει να ακολουθήσουμε την κοινή λογική… Ενώ όμως ο λόγος είναι
κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν δική τους φρόνηση)

Ηράκλειτε… σε ακούει κανείς;