Τετάρτη 14.10.2026 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ: Από τον Ρούμπιο στην αμφισημία των Λέξεων

14.10.2026

          “Η λέξη «εθνικισμός» απέκτησε αρνητική χροιά. Έτσι, γκρεμίσαμε τα μνημεία μας και καταδικάσαμε την ίδια μας την ιστορία. Και σε πάρα πολλά μέρη, διδάξαμε στα παιδιά μας να ντρέπονται για τις χώρες που θα κληρονομούσαν…” (Ρούμπιο).

         Ο Μάρκο Ρούμπιο, στην ομιλία του στην Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου 2026, αναφέρθηκε ρητά στον εθνικισμό, παρουσιάζοντάς τον ως θετική έκφραση εθνικής ταυτότητας και πατριωτισμού.

  Πιο συγκεκριμένα, είπε:

     «The word “nationalism” became a dirty word» («Η λέξη “εθνικισμός” έγινε μια λέξη με αρνητική σημασία» ή, πιο ελεύθερα, «η λέξη “εθνικισμός” έγινε μια απαγορευμένη λέξη»).

         Τόνισε, επίσης, ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν πως «δεν υπάρχει τίποτε εγωιστικό ή λανθασμένο στην αφοσίωση προς το έθνος σου».

     Η ουσία, δηλαδή,  της θέσης του Ρούμπιο ήταν πως υπερασπίστηκε την εθνική ταυτότητα, την εθνική κυριαρχία και την πίστη στην πατρίδα, συνδέοντάς τες με την αναγέννηση της Δύσης και την πολιτική τουΤΡΑΜΠ με το γνωστό «America First».

       Χρειάζεται, ωστόσο, μία διάκριση-διευκρίνιση: ΟΡούμπιο επικαλείται-χρησιμοποιεί τον όρο nationalismμε θετική, πατριωτική σημασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εθνικισμός, ως ευρύτερη πολιτική έννοια, ταυτίζεται πάντοτε με τον πατριωτισμό .

          Για κάποιους  η ομιλία του Ρούμπιο στην Πνύκα αποκτά μια ιδιαίτερη ειρωνεία, αν αναλογιστούμε ότι πίσω από την επίκληση των κοινών δυτικών αξιών διαφαίνεται η διολίσθηση των ΗΠΑ προς έναν sui generis αμερικανικού τύπου εθνικισμό. Έναν εθνικισμό που δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκην με τις παραδοσιακές μορφές του, αλλά με την αξίωση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, την προτεραιότητα των εθνικών συμφερόντων και την πεποίθηση ότι η ισχύς νομιμοποιεί την ηγεμονία.

       Έτσι, η χώρα που επικαλείται τις οικουμενικές αξίες της Δημοκρατίας κινδυνεύει να τις υποτάξει στη δική της εθνική υπεροχή (Δόγμα MAGA).

       Εθνικισμός: Μία έννοια παρεξηγημένη ή αναγκαία σήμερα;

          *Από τον πατριωτισμό στην εθνική ταυτότητα και από την παγκοσμιοποίηση στην ανάγκη του ανήκειν

             Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, με φόντο τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και αναφορές στην ιστορική παρακαταθήκη της Ελλάδας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για την εποχή μας: Ποια είναι σήμερα η θέση του Έθνους και της Πατρίδαςσε έναν κόσμο που διακηρύσσει την οικουμενικότητα,ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από εθνικά συμφέροντα, ανταγωνισμούς και διεκδικήσεις ισχύος;

        Η επίκληση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάςαπό έναν Αμερικανό πολιτικό, σε έναν τόπο φορτισμένο με τη μνήμη της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της πολιτικής αυτονομίας, δημιουργεί έναν ενδιαφέροντα προβληματισμό.

           Πώς είναι δυνατόν να υμνούμε την ιστορική συμβολή των εθνών, ενώ συγχρόνως αντιμετωπίζουμε συχνά με καχυποψία την εθνική συνείδηση και την αγάπη για την πατρίδα;

      Μήπως ο εθνικισμός αποτελεί πάντοτε μια επικίνδυνη ιδεολογία ή μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι η υπερβολική ή παραμορφωμένη έκφραση μιας υπαρκτής ανάγκης για συλλογική ταυτότητα, ιστορική συνέχεια και εθνική αυτοδιάθεση;

           Το ζήτημα δεν είναι απλό. Απαιτεί εννοιολογικές διακρίσεις, ιστορική γνώση και απαλλαγή από εύκολες γενικεύσεις.

 Πατριωτισμός και εθνικισμός: Πού βρίσκεται το όριο;

           Στον δημόσιο λόγο οι έννοιες του πατριωτισμού, του εθνισμού και του εθνικισμού χρησιμοποιούνται συχνά χωρίς την απαραίτητη εννοιολογική ακρίβεια. Ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημες.

        Ο πατριωτισμός εκφράζει την αγάπη για την πατρίδα, την ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους της. Δεν περιορίζεται στη συναισθηματική προσκόλληση σε σύμβολα και επετείους, αλλά εκδηλώνεται κυρίως μέσα από την ευθύνη, την προσφορά και την προσπάθεια για την πρόοδο της χώρας. Ο πατριώτης δεν χρειάζεται να αποσιωπά τα λάθη της πατρίδας του για να αποδείξει την αγάπη του προς αυτήν. Αντίθετα, η αυτοκριτική μπορεί να αποτελεί ένδειξη βαθύτερου ενδιαφέροντος.

          Ο εθνισμός, όρος που χρησιμοποιείται με διαφορετικές σημασίες ανάλογα με το ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο, δίνει έμφαση στην αξία του έθνους, στην ιδιαίτερη πολιτισμική του ταυτότητα και στη διατήρηση της ιστορικής του συνέχειας.

        Ο διεθνισμός εκφράζει την αντίληψη ότι οι λαοί, πέρα από εθνικά σύνορα και πολιτισμικές διαφορές, μπορούν και οφείλουν να συνεργάζονται στη βάση κοινών αξιών, αμοιβαίου σεβασμού και αλληλεγγύης.Δεν προϋποθέτει την κατάργηση των εθνικών ταυτοτήτων, αλλά την υπέρβασή τους ως αιτίας αντιπαλότητας και εχθρότητας. Απέναντι στη λογική του «πρώτα το δικό μας έθνος», προτάσσει την κοινή ευθύνη για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων.

           Ο εθνικισμός, από την άλλη πλευρά, αναδεικνύει το έθνος σε κεντρική πολιτική αξία και συνδέεται συχνά με την επιδίωξη εθνικής κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης. Δεν εκφράζεται, όμως, πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί να πάρει τη μορφή ενός κινήματος εθνικής απελευθέρωσης ή ανεξαρτησίας, αλλά μπορεί επίσης να μετατραπεί σε ιδεολογία εθνικής υπεροχής, αποκλεισμού και εχθρότητας εθνομηδενισμός απέναντι σε άλλους λαούς.

            Ο εθνομηδενισμός είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται επικριτικά για να περιγράψει την υποτίμηση, την αποδυνάμωση ή ακόμη και την άρνηση της εθνικής ταυτότητας, της ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ενός λαού. Αποτελεί, μάλιστα, ένα ενδιαφέρον ελληνικό γλωσσικό προϊόν, που συνδυάζει το «έθνος» με το «μηδέν»,συμπυκνώνοντας σε μία λέξη μια ολόκληρη ιδεολογική αντιπαράθεση. Δεν γνωρίζουμε αν ο Ρούμπιο γνωρίζει τον όρο. Ίσως, όμως, η ελληνική γλώσσα να τουεπιφύλασσε μια μικρή έκπληξη: Στην Ελλάδα δεν έχουμε μόνο ένδοξους προγόνους και ιστορικές έννοιες, αλλά και λέξεις που θα δυσκόλευαν ακόμη και έναν έμπειρο διπλωμάτη να αποδώσει με ακρίβεια στα αγγλικά!

        Επομένως, δεν είναι ορθό να χαρακτηρίζουμε κάθε έντονο εθνικό συναίσθημα ως εθνικισμό με αρνητική σημασία. Ούτε, βέβαια, αρκεί η επίκληση της πατρίδας για να δικαιολογήσει κάθε πολιτική επιλογή.

       Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: Πού τελειώνει η αγάπη για το δικό μας έθνος και πού αρχίζει η αξίωση υπεροχής απέναντι στα άλλα;

         Η ένταση του συναισθήματος δεν αποτελεί από μόνη της το κριτήριο. Ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά με πάθος την πατρίδα του, να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπειά της και συγχρόνως να αναγνωρίζει την ισότιμη αξιοπρέπεια των άλλων εθνών. Αντίθετα, η πεποίθηση ότι το δικό μας έθνος δικαιούται περισσότερα από τα άλλα μπορεί να οδηγήσει σε εθνικιστικές αντιλήψεις, ακόμη και αν δεν εκδηλώνεται άμεσα με επιθετικές πράξεις.

       Ο πατριωτισμός, λοιπόν, δεν χρειάζεται να είναι άχρωμος και άτονος. Χρειάζεται να συνοδεύεται από αυτογνωσία, δικαιοσύνη και σεβασμό.

Η παγκοσμιοποίηση και η ρευστοποίηση της Πατρίδας

         Στον σύγχρονο κόσμο, τα σύνορα εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά η καθημερινή ζωή των ανθρώπων υπερβαίνει ολοένα και περισσότερο τα γεωγραφικά και εθνικά τους όρια.

           Γεννιέσαι σε μια χώρα, εργάζεσαι σε μια δεύτερη, κατοικείς σε μια τρίτη, κάνεις διακοπές σε μια τέταρτη και διατηρείς οικονομικά συμφέροντα σε πολλές άλλες. Μπορεί να έχεις γονείς διαφορετικής εθνικής καταγωγής και να δημιουργήσεις οικογένεια με έναν άνθρωπο που προέρχεται από διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον.

       Ποια είναι, σε αυτή την περίπτωση, η πατρίδα σου; Εκεί όπου γεννήθηκες; Εκεί όπου ζεις; Εκεί όπου βρίσκονται τα οικονομικά σου συμφέροντα; Ή εκεί όπου αισθάνεσαι ότι ανήκεις;

         Οι απαντήσεις δεν είναι αναγκαστικά αμοιβαία αποκλειόμενες. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει περισσότερες από μία πολιτισμικές αναφορές, να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα καταγωγής του και συγχρόνως να αισθάνεται ότι ανήκει ουσιαστικά στην κοινωνία μιας άλλης χώρας.

       Αυτή η πραγματικότητα δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την εξαφάνιση της εθνικής ταυτότητας. Αναδεικνύει, όμως, τη σύνθετη φύση της.

             Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, η διεθνοποίηση της εργασίας και η πολιτισμική επικοινωνία ευνοούν την υπερεθνική συνεργασία. Ορισμένες κοσμοπολίτικες αντιλήψεις αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την αποκλειστική προσήλωση στο έθνος, ιδιαίτερα όταν αυτή μετατρέπεται σε εμπόδιο για τη συνεργασία ή σε πηγή διακρίσεων.

        Ωστόσο, θα ήταν λάθος να ταυτίσουμε την παγκοσμιοποίηση με την περιφρόνηση της πατρίδας.Ούτε κάθε υποστηρικτής της οικουμενικότηταςαπορρίπτει την εθνική ταυτότητα ούτε κάθε υπερασπιστής του έθνους αντιτίθεται στη διεθνή συνεργασία.

            Εδώ, όμως, εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: Ενώ ο πολίτης καλείται συχνά να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές αναφορές, τα κράτη εξακολουθούν να υπερασπίζονται τα εθνικά τους συμφέροντα, να επιδιώκουν γεωπολιτική ισχύ και να χρησιμοποιούν την ιστορία και τον πολιτισμό τους ως μέσα διεθνούς επιρροής.

          Μήπως, λοιπόν, η εθνική ταυτότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά επανέρχεται με διαφορετικές μορφές, ακριβώς επειδή η παγκοσμιοποίηση δεν ικανοποιεί όλες τις ανάγκες του ανθρώπου;

    Είναι ο εθνικισμός το ανάχωμα στην απώλεια της εθνικής ταυτότητας;

       Θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι ο εθνικισμός αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στη ρευστοποίηση της έννοιας του έθνους και της πατρίδας. Θα ήταν, όμως, εξίσου απλουστευτικό να αγνοήσουμε ότι η άνοδος εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων εκφράζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπαρκτές ανησυχίες και ανάγκες των κοινωνιών.

         Η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου δεν είναι μια παρωχημένη συναισθηματική αδυναμία. Η κοινή ιστορία, η γλώσσα, οι παραδόσεις, η συλλογική μνήμη και οι κοινές εμπειρίες συγκροτούν δεσμούς που δεν αντικαθίστανται εύκολα από την ιδιότητα του καταναλωτή ή του εργαζομένου μιας παγκόσμιας αγοράς.

        Το έθνος προσφέρει μια αίσθηση ιστορικής συνέχειας. Συνδέει τις προηγούμενες γενιές με τις επόμενες και δημιουργεί ένα πλαίσιο κοινής ευθύνης. Η πατρίδα δεν είναι μόνο ο τόπος κατοικίας ή η επικράτεια ενός κράτους. Είναι, για πολλούς ανθρώπους, ένας κόσμος συμβόλων, βιωμάτων, λέξεων, αναμνήσεων και σχέσεων.

          Όταν, επομένως, οι πολίτες αισθάνονται ότι αυτές οι αναφορές υποτιμώνται ή ότι οι ίδιοι χάνουν τον έλεγχο σημαντικών αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή τους, είναι πιθανό να αναζητήσουν πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και της συλλογικής τους αυτοπεποίθησης.

       Το εθνικό συναίσθημα μπορεί τότε να λειτουργήσει ως πηγή συνοχής και πολιτικής κινητοποίησης.

          Υπάρχει, όμως, μια λεπτή διαχωριστική γραμμή. Η υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας δεν συνεπάγεται ότι κάθε ξένο στοιχείο αποτελεί απειλή.Η επιδίωξη εθνικής κυριαρχίας δεν σημαίνει ότι η συνεργασία με άλλους λαούς είναι ανεπιθύμητη. Και η ιστορική υπερηφάνεια δεν απαιτεί την αποσιώπηση των λαθών του παρελθόντος.

        Όταν ο εθνικισμός μετατρέπει την ανασφάλεια σε φόβο, τον φόβο σε εχθρότητα και την εθνική υπερηφάνεια σε πεποίθηση ανωτερότητας, τότε το ανάχωμα μπορεί να μετατραπεί σε τείχος.

    Γιατί κερδίζουν εκλογικά τα κόμματα με εθνικιστικές ιδέες;

           Η εκλογική ενίσχυση εθνικιστικών ή εθνικιστικά προσανατολισμένων κομμάτων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοδιάστατα. Δεν οφείλεται αποκλειστικά στην εθνική συνείδηση ούτε μπορεί να αποδοθεί σε μία ενιαία αιτία.

      Πρώτον, υπάρχει η ανάγκη του “ανήκειν”. Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται γρήγορα, το έθνος προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς και μια αίσθηση συλλογικής συνέχειας.

           Δεύτερον, υπάρχει η αναζήτηση πολιτικού ελέγχου. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από αυτούς, η υπόσχεση ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας αποκτά ιδιαίτερη απήχηση.

        Τρίτον, υπάρχει η οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια. Η ακρίβεια, η αβεβαιότητα στην εργασία, η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία και η αίσθηση κοινωνικής υποβάθμισης δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται προστασία και προτεραιότητα στους πολίτες της χώρας τους.

          Τέταρτον, υπάρχει η δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα. Όταν ένα μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι οι πολιτικές ηγεσίες δεν κατανοούν τις ανησυχίες του, μπορεί να στραφεί σε κόμματα που εμφανίζονται ως αντισυστημικά και υπόσχονται ρήξημε την καθιερωμένη πολιτική πρακτική.

       Πέμπτον, υπάρχει η ανησυχία για την πολιτισμική συνέχεια. Για ορισμένους πολίτες, ζητήματα όπως η μετανάστευση, η ένταξη διαφορετικών πληθυσμών και οι μεταβολές των κοινωνικών συνηθειών συνδέονται με τον φόβο απώλειας της πολιτισμικής τους ταυτότητας.

        Οι ανησυχίες αυτές δεν είναι όλες ίδιες ούτε οδηγούν αναγκαστικά στον εθνικισμό. Ωστόσο, τα εθνικιστικά κόμματα συχνά τις συνδέουν σε μια ενιαία πολιτική αφήγηση: Η πατρίδα απειλείται, η κυριαρχία περιορίζεται και η εθνική ταυτότητα χρειάζεται προστασία.

           Η εκλογική τους επιτυχία, επομένως, δεν αποδεικνύει ότι κάθε εθνικιστική θέση είναι ορθή. Δείχνει, όμως, ότι οι ανάγκες για ασφάλεια, ταυτότητα, συμμετοχή και πολιτική αυτοδιάθεση εξακολουθούν να έχουν ισχυρή παρουσία στις σύγχρονες κοινωνίες.

        Εάν οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμειςαντιμετωπίζουν αυτές τις ανάγκες με περιφρόνηση ή τις απορρίπτουν συλλήβδην ως αναχρονιστικές, ενδέχεται να αφήνουν χώρο σε όσους τις εκφράζουν με πιο απόλυτο τρόπο.

          Το ζητούμενο δεν είναι, συνεπώς, η άκριτη αποδοχή του εθνικισμού, αλλά η κατανόηση των κοινωνικών συνθηκών που τροφοδοτούν την απήχησή του.

Οι Βάσκοι και οι Κούρδοι: Είναι κάθε διεκδίκηση πατρίδας εθνικισμός;

         Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν εξετάζουμε λαούς που δεν διαθέτουν ανεξάρτητο κράτος ή διεκδικούν μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία.

        Οι Βάσκοι, με τη δική τους γλώσσα, ιστορική παράδοση και ισχυρή εθνική ταυτότητα, έχουν αναπτύξει διαφορετικά πολιτικά ρεύματα, από την αυτονομία έως την ανεξαρτησία. Οι Κούρδοι, κατανεμημένοι κυρίως στην Τουρκία, στο Ιράκ, στο Ιράν και στη Συρία, έχουν επίσης αναπτύξει κινήματα που διεκδικούν πολιτισμικά δικαιώματα, αυτονομία ή ανεξαρτ   ησία.

      Μπορούμε να χαρακτηρίζουμε αυτομάτως αυτές τις διεκδικήσεις ως αρνητικό εθνικισμό; Ασφαλώς όχι.

        Η επιδίωξη ενός λαού να διατηρήσει τη γλώσσα και την πολιτισμική του ταυτότητα ή να διεκδικήσει πολιτική αυτοδιάθεση δεν ταυτίζεται από μόνη της με την πεποίθηση εθνικής υπεροχής. Ο εθνικισμός μπορεί να εκφράσει ένα κίνημα εθνικής απελευθέρωσης, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αποκλεισμούς ή επιθετικές πρακτικές.

        Χρειάζεται, επομένως, να εξετάζουμε κάθε περίπτωση ιστορικά και πολιτικά: Τους στόχους, τα μέσα και τη στάση του συγκεκριμένου κινήματος απέναντι στους άλλους λαούς.

       Το δικαίωμα να διεκδικείς τη δική σου πατρίδα δεν σημαίνει ότι δικαιούσαι να αρνείσαι την αντίστοιχη αξιοπρέπεια στους άλλους. Αλλά και η κριτική στον εθνικισμό δεν πρέπει να καταλήγει στην αδιαφορία για τις πραγματικές διεκδικήσεις λαών που επιζητούν αυτοδιάθεση.

      Ποιος ορίζει τα όρια στον σημερινό κόσμο;

     Εδώ βρίσκεται, ίσως, η δυσκολότερη πλευρά του προβλήματος.

          Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μετακινούνται, εργάζονται και δημιουργούν οικογένειες πέρα από τα εθνικά σύνορα, η ταυτότητα γίνεται συχνά σύνθετη και πολυεπίπεδη. Κάποιος μπορεί να γεννηθεί σε μια χώρα, να έχει γονείς διαφορετικών εθνικοτήτων, να ζει σε μια τρίτη και να συνδέει το μέλλον του με περισσότερες από μία πατρίδες.

      Ποιος δικαιούται να αποφασίσει ποια από αυτές τις αναφορές είναι η αυθεντική και ποια δευτερεύουσα;

      Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί αποκλειστικά από το κράτος, την πολιτική ιδεολογία ή την καταγωγή. Η προσωπική συνείδηση, οι βιωμένες εμπειρίες, οι πολιτισμικοί δεσμοί και η ελεύθερη επιλογή διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο.

      Αυτό δεν σημαίνει ότι η εθνική ταυτότητα γίνεται αυθαίρετη ή ότι η ιστορική καταγωγή χάνει τη σημασία της. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει πάντοτε μία και μοναδική μορφή του «ανήκειν».

       Το κρίσιμο όριο ανάμεσα στον πατριωτισμό και στον εθνικισμό δεν μπορεί να χαραχθεί με βάση την ένταση του συναισθήματος. Δεν είναι εθνικιστής όποιος αγαπά με πάθος την πατρίδα του, όπως δεν είναι κατ’ ανάγκην αδιάφορος για την πατρίδα όποιος έχει οικουμενική συνείδηση.

        Το ουσιαστικό κριτήριο βρίσκεται στο περιεχόμενοαυτής της αγάπης: Στην αποδοχή ή στην άρνηση της ισοτιμίας των άλλων εθνών, στην αυτοκριτική ή στην ιστορική αυταρέσκεια, στη συνεργασία ή στην εχθρότητα.

        Η αγάπη για την πατρίδα μπορεί να συνυπάρχει με την αγάπη για την ανθρωπότητα. Η εθνική ταυτότητα δεν απαιτεί την ακύρωση των άλλων ταυτοτήτων. Και η οικουμενικότητα δεν προϋποθέτει την αποκοπή από τις ρίζες.

                 Η πατρίδα ως ρίζα, όχι ως τείχος

     Ίσως, τελικά, ο εθνικισμός να μην είναι μόνο η υπερβολική έκφραση της αγάπης για την πατρίδα, αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, και η πολιτική έκφραση ενός κενού που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι χάνουν τις σταθερές αναφορές τους. Η ανάγκη για εθνική ταυτότητα, ιστορική μνήμη και συλλογική συνέχεια δεν εξαφανίζεται επειδή η παγκοσμιοποίηση διευρύνει τους ορίζοντες της ζωής μας.

        Αντί, λοιπόν, να αντιμετωπίζουμε την πατρίδα ως αναχρονισμό, ίσως χρειάζεται να αναζητήσουμε ένα περιεχόμενο του πατριωτισμού που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής. Έναν πατριωτισμό που δεν φοβάται την αυτοκριτική, δεν αρνείται τη συνεργασία και δεν χρειάζεται να υποτιμήσει άλλους λαούς για να αναδείξει την αξία του δικού του.

         Η πατρίδα δεν είναι μόνο η γεωγραφία των συνόρων. Είναι η γλώσσα που κληρονομήσαμε, η ιστορία που μας διαμόρφωσε, οι άνθρωποι με τους οποίους μοιραζόμαστε τη ζωή μας και η ευθύνη μας απέναντι στις επόμενες γενιές.

        Το ζητούμενο δεν είναι να αποδυναμώσουμε την έννοια της πατρίδας για να αποτρέψουμε τον εθνικισμό, αλλά να διαμορφώσουμε έναν πατριωτισμό που συνδυάζει τις ρίζες με την ελευθερία, την εθνική αξιοπρέπεια με τον σεβασμό των άλλων λαών και την ιστορική μνήμη με την οικουμενική συνείδηση.

         Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να έχει συγκεκριμένη πατρίδα, χωρίς να θεωρεί ότι η ανθρωπότητα χωρίζεται σε ανώτερους και κατώτερους λαούς.

        Και ίσως αυτή να είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας: Να διατηρήσουμε τις ρίζες μας χωρίς να υψώνουμε τείχη, να αγαπάμε την πατρίδα μας χωρίς να περιφρονούμε τις πατρίδες των άλλων και να είμαστε πολίτες του κόσμου χωρίς να γινόμαστε ξένοι στον τόπο και στην ιστορία μας.

       Εθνισμός, εθνικισμός, διεθνισμός, πατριωτισμός… Ρατσισμός, οικουμενισμός… Φασισμός, ναζισμός… Ένα πλήθος λέξεων με κοινή κατάληξη, αλλά με διαφορετικό ιδεολογικό φορτίο και συχνά με αντιφατικό περιεχόμενο. Δεν ξέρω αν οι λέξειςπερισσότερο αποκαλύπτουν ή αποκρύπτουν την πραγματικότητα και την αλήθεια ή αν, τελικά, την κατασκευάζουν και τη διαμορφώνουν, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και κρίνουμε τους ανθρώπους.

          Το μόνο βέβαιο είναι ότι ασκούν μια αφανή, αλλά ισχυρή εξουσία πάνω μας. Δεν είναι απλώς εργαλεία της σκέψης μας, αλλά γίνονται συχνά οι αόρατοι δεσμοφύλακές της.

         Νομίζουμε ότι κατέχουμε τις λέξεις, ενώ πολλές φορές εκείνες μας κατέχουν.

          Γι’ αυτό, πριν υιοθετήσουμε μια λέξη, πριν αποδώσουμε έναν χαρακτηρισμό ή καταδικάσουμε μια ιδέα, οφείλουμε να αναζητούμε το αληθινό της περιεχόμενο, την ιστορική της διαδρομή και τη σκοπιμότητα εκείνων που τη χρησιμοποιούν.

          Γιατί, τελικά, η ελευθερία της σκέψης αρχίζει από την ελευθερία μας απέναντι στις λέξεις. 

[fbcomments]