Στην Ελλάδα, πένητες συνταξιούχοι της 3ης ηλικίας αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα, είτε είναι ιδιοκτήτες είτε μισθωτές,. Κατοικίες που δεν συντηρούνται σωστά, πολλές φορές χωρίς σύστημα θέρμανσης και τις απαραίτητες ανακαινίσεις και αναβαθμίσεις. Νέοι που ξεκινούν για σπουδές, εγγράφονται ή δεν προβαίνουν ούτε σ αυτό κ εγκαταλείπουν σπουδές, δεν μεταβαίνουν στις πόλεις των σπουδών τους, λόγω του υψηλού κόστους κατοικίας.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Πέραν του ενοικίου, που πιθανόν να είσαι κ ιδιοκτήτης, τα βασικά που συνοδεύουν μια κατοικία είναι η θέρμανση-δροσισμός, φωτισμός – αερισμός, νερό-κοινόχρηστα και τέλος συντήρηση (βάψιμο, αναβάθμιση κουφωμάτων, συστημάτων θέρμανσης – ψύξης, αναβάθμιση ενεργειακής βαθμίδας κλπ Για κάποια είναι υπόχρεος ο ιδιοκτήτης, για άλλα ο μισθωτής.
Στην Ελλάδα σύμφωνα με την Eurostat το μέσο ποσοστό στεγαστικής δαπάνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα αγγίζει το 34,6%, τοποθετώντας τη χώρα στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την οικονομική επιβάρυνση για στέγαση. Τα επίσημα στοιχεία και οι μελέτες της Eurostat αποτυπώνουν μια έντονη στεγαστική κρίση με τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:
• Δείκτης Υπερβολικής Επιβάρυνσης (Overburden Rate): Το 26,4% των ελληνικών νοικοκυριών αναγκάζεται να διαθέτει πάνω από το 40% του εισοδήματός του αποκλειστικά για την κάλυψη των αναγκών στέγασης (ενοίκιο/δόση δανείου, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, θέρμανση).
• Αστικά Κέντρα vs Ύπαιθρος: Η πίεση είναι ακόμα μεγαλύτερη στις πόλεις, όπου περίπου 1 στα 3 νοικοκυριά (29,1%) ξεπερνά το όριο του 40%, ενώ στην ύπαιθρο το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 27,7%.
• Ληξιπρόθεσμες Οφειλές: Λόγω του υψηλού κόστους, το 41,8% έως 42% των πολιτών στην Ελλάδα διαβιεί σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε πληρωμές που αφορούν το σπίτι (ενοίκια, δάνεια, λογαριασμούς), όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 είναι δραματικά χαμηλότερος.
Για το 2026 στην Ελλάδα, το ποσοστό των ενοικιαστών έχει σημειώσει αισθητή άνοδο, αγγίζοντας το 30,3% του πληθυσμού, καθώς το ποσοστό ιδιοκατοίκησης υποχωρεί σταθερά τα τελευταία χρόνια (γύρω στο 69,7%) λόγω της στεγαστικής κρίσης και του υψηλού κόστους στέγασης. [1, 2, 3, 4, 5]
Η κατανομή των ενοικιαστών και η στεγαστική κατάσταση ανά ηλικιακές ομάδες διαμορφώνονται ως εξής:
Ηλικιακές Ομάδες και Τάσεις Κατοικίας
* Νέοι 20–29 ετών: Το ποσοστό των ενοικιαστών σε αυτή την ομάδα παραμένει χαμηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, διότι η πλειοψηφία αδυνατεί να καλύψει το κόστος αυτόνομης στέγασης. Το 74% των νέων 20-29 ετών ζει ακόμα με τους γονείς του. Όσοι καταφέρνουν να μείνουν μόνοι τους στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά στο ενοίκιο.
* Νέοι Ενήλικες (έως 31 ετών): Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία των Eurostat και ΟΟΣΑ, οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό τους σπίτι κατά μέσο όρο στην ηλικία των 31 ετών. Αυτό καθιστά την ηλικιακή ζώνη των 30-40 ετών τη βασική κινητήριο δύναμη στην αγορά ενοικίων, με πολύ υψηλά ποσοστά μίσθωσης (η «χαμένη γενιά» της ιδιοκατοίκησης).
* Ηλικίες 30–44 ετών: Πρόκειται για την ομάδα με τη μεγαλύτερη αύξηση στο ποσοστό ενοικιαστών. Λόγω της αυστηροποίησης των τραπεζικών κριτηρίων για στεγαστικά δάνεια και των υψηλών προκαταβολών, η αγορά πρώτης κατοικίας έχει γίνει ανέφικτη για πολλούς, εγκλωβίζοντάς τους στο ενοίκιο.
* Ηλικίες 45–64 ετών: Σε αυτή την κατηγορία κυριαρχεί η ιδιοκατοίκηση, ωστόσο καταγράφεται μια σταδιακή στροφή προς το ενοίκιο για όσους αναγκάζονται να αλλάξουν κατοικία ή δεν διέθεταν ήδη ιδιόκτητο ακίνητο πριν από την κρίση.
* Ηλικίες 65+ ετών: Αυτή η ομάδα εμφανίζει τα χαμηλότερα ποσοστά ενοικιαστών, καθώς η πλειοψηφία των ηλικιωμένων στην Ελλάδα διαθέτει ιδιόκτητη στέγη, συχνά πλήρως αποπληρωμένη.
Και τα Κύρια Χαρακτηριστικά της Αγοράς το 2026
* Υπερβολική επιβάρυνση: Στα αστικά κέντρα, σχεδόν 8 στους 10 νέους ενοικιαστές δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για το ενοίκιο, με την Ελλάδα να κατέχει αρνητική πρωτιά στην ΕΕ σε αυτόν τον δείκτη.
* Συνεχής άνοδος τιμών: Μέσα στο 2026, τα ενοίκια στην Ελλάδα κατέγραψαν νέα αύξηση της τάξης του 3,8% έως 5%, ανάλογα με την περιοχή, εντείνοντας την πίεση στους ενοικιαστές.
Υπάρχουν όμως χώρες στην Ευρώπη με σχετικά μικρή πίεση στο στεγαστικό, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία; Βεβαίως και υπάρχουν, δείτε τα παρακάτω παραδείγματα:
Φινλανδία: Είναι η μόνη χώρα της ΕΕ όπου η αστεγίαμειώθηκε σταθερά τα τελευταία χρόνια, χάρη στο πρόγραμμα «Housing First», που δίνει πρώτα σπίτι και μετά τη στήριξη. Οι τιμές είναι υψηλές στο Ελσίνκι, αλλά το σύστημα θεωρείται από τα πιο επιτυχημένα. Το «Housing First» (Ensin koti, δηλαδή «πρώτα το σπίτι») είναι η εθνική στρατηγική της Φινλανδίας κατά της μακροχρόνιας αστεγίας, από το 2008 και μετά. Σε όσους εντάσσονται στο πρόγραμμα το σπίτι δίνεται πρώτο και χωρίς όρους, επειδή η στέγη θεωρείται προϋπόθεση για να λυθούν τα υπόλοιπα προβλήματα (εξάρτηση, ψυχική υγεία, εργασία) και όχι ανταμοιβή για το ότι λύθηκαν.Στην πράξη γίνεται Κανονικό συμβόλαιο ενοικίασης. Ο άστεγος γίνεται ενοικιαστής με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με οποιονδήποτε άλλον. Δεν μένει σε «ειδική δομή» με εσωτερικό κανονισμό. Την στήριξη την δέχεται επί τόπου. Υπάρχουν κοινωνικοί λειτουργοί και σύμβουλοι, και η συμμετοχή σε θεραπεία είναι προαιρετική. Γίνεται μετατροπή καταφυγίων σε διαμερίσματα. Πολλά καταφύγια έκλεισαν ή μετατράπηκαν σε μόνιμες κατοικίες. Ο κόσμος δεν «μένει» πια σε καταφύγιο. Και πλέον δημιουργήθηκαν διαφορετικοί τύποι κατοικίας. Υπάρχουν διαμερίσματα διάσπαρτα στην πόλη και μικρές κοινοτικές μονάδες για όσους χρειάζονται πιο στενή υποστήριξη. Για την χρηματοδότηση όλων αυτών συμμετέχουν το κράτος (μέσω του οργανισμού στεγαστικής χρηματοδότησης ARA), οι δήμοι και μη κερδοσκοπικοί φορείς. Το βασικότερο ρόλο έπαιξε το Ίδρυμα Y (Y-Säätiö), που αγοράζει και χτίζει κατοικίες για αυτόν τον σκοπό. Το επίδομα στέγασης καλύπτει μεγάλο μέρος του ενοικίου.
Αυστρία (κυρίως Βιέννη): Περίπου οι μισοί κάτοικοι της Βιέννης ζουν σε κοινωνική ή επιδοτούμενη κατοικία, που απευθύνεται και στη μεσαία τάξη. Αυτό κρατά τα ενοίκια χαμηλότερα από άλλες μεγάλες πρωτεύουσες. Οι τιμές όμως έχουν ανέβει κι εκεί. Εδώ υπάρχει ιστορικό υπόβαθρο που ενισχύθηκε με την πάροδο των ετών. Η «Κόκκινη Βιέννη» (1919-1934) έχτισε μαζικά δημοτικές πολυκατοικίες, όπως το Karl-Marx-Hof, με φόρο στέγασης που επιβαρύνει περισσότερο τα υψηλά εισοδήματα και τα πολυτελή ακίνητα. Μετά τον πόλεμο η πολιτική συνεχίστηκε, και η σοσιαλδημοκρατική διοίκηση της πόλης τη διατήρησε σχεδόν αδιάλειπτα έως σήμερα με αιχμή δύο πυλώνες .
Αφ’ ενός την Δημοτική κατοικία (Gemeindebau, φορέας: Wiener Wohnen) όπου περίπου 220.000 διαμερίσματα, ιδιοκτησίας της πόλης, όπου ζουν γύρω στις 500.000 άτομα. Η πόλη σταμάτησε να χτίζει νέα το 2004 και ξανάρχισε το 2015 («Gemeindebau NEU»), με σχετικά μικρό ρυθμό. Αφ’ ετέρου την επιδοτούμενη μη κερδοσκοπική κατοικία (gemeinnützigeBauvereinigungen) όπου συνεταιρισμοί και εταιρείες που χτίζουν και διαχειρίζονται κατοικίες με δημόσια επιδότηση, και αποτελούν πλέον τον κύριο μηχανισμό νέας παραγωγής. Ισχύει η αρχή του κόστους (Kostendeckung): το ενοίκιο καλύπτει κόστος κατασκευής, χρηματοδότησης και συντήρησης, και τα κέρδη περιορίζονται και επανεπενδύονται. Η ιδιοκτησία και η διάρκεια της δέσμευσης προστατεύονται νομικά.Μαζί καλύπτουν γύρω στο 40-45% του αποθέματος κατοικιών της Βιέννης και ένα πολύ μεγάλο μέρος των κατοίκων της.
Σλοβενία, Κροατία, Μάλτα, Κύπρος: Σε στατιστικές της Eurostat για την επιβάρυνση του εισοδήματος από το κόστος στέγασης εμφανίζονται συνήθως με χαμηλά ποσοστά. Σε ορισμένες όμως, όπως η Μάλτα και η Κύπρος, οι τιμές και τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί πρόσφατα, οπότε η εικόνα αλλάζει σιγά-σιγά, κυρίως λόγω της ανόδου των τουριστικών καταλυμάτων και των ξένων επενδύσεων σε κατοικίες.
Ανατολική Ευρώπη (π.χ. Ρουμανία, Σλοβακία): Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι πολύ υψηλό, άρα λίγοι πληρώνουν ενοίκιο ή δάνειο. Η ιδιοκατοίκηση έρχεται ως πρακτική των Κομμουνιστικών καθεστώτων. Το πρόβλημα εδώ είναι ο συνωστισμός και η κακή ποιότητα των σπιτιών.