Παρασκευή 23.08.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Αχ! ετούτος ο αιώνας…»

14.12.2018

«Καλειδοσκόπιο στην ποίηση
Αχ! ετούτος ο αιώνας…»

(Απόσπασμα)

Αχ! ετούτος ο αιώνας, πώς θ’ αντιμετωπιστεί;
Όλα δείχνουν σκούρα, μαύρα κι όλοι έχουν στριμωχτεί
Κι είμαστε μες στο χειμώνα και η φύση αγκομαχά,
χιόνια, πάγοι, καταιγίδες και το κλίμα μας βογκά
.
Ανεργία-αμαρτία, του αιώνα μας πληγή,
που όσο κι αν την καθαρίσεις πιο πολύ αιμορραγεί
τσέπες των λαών αδειάζουν, τα ταμεία δυστυχούν
κι όλοι νιώθουν ληστεμένοι, τους υπαίτιους ζητούν
.
Μένος, Πόλεμος και θράσος, βία, θάνατος παντού
ανθρωπάκια πεινασμένα θύματα του διωγμού,
που παντού αυτός δεσπόζει με ποικίλες φορεσιές
και προτίμησή του έχει, να ’ναι δημοκρατικές
.
Κι είμαστε στα πρώτα χρόνια στού αιώνα την ροή
στους δυσοίωνους καιρούς μας, καταστρέφετ’ η ζωή
Στα παιδιά μας τι θα μείνει, τι θα λένε στα δικά τους;
Πού το μέλλον τους θα χτίσουν, πώς θα ζήσ’ η γενιά τους;
.
Στην ανατολή χαλούνε, κόσμο και πολιτισμούς
βία, μίσος, τυραννία, μ’ άπειρους βασανισμούς,
πολεμοχαρείς δηλώνουν, ότι χαίρονται, γελούν,
να σκοτώνουν τον κοσμάκη, χρέος τους το θεωρούν
.
Να ’ναι άραγε αρρώστια, αθεράπευτη, βαριά,
που στα μάτια τούς καρφώνει πάθη, μίση με σφυριά
και τους παραλύει όλες τις αισθήσεις της ντροπής
και τους μετατρέπει όλους σ’ όναγρους, σχιζοφρενείς;
.
Εμπρός, λοιπόν, όλοι μαζί, της γης οι κολασμένοι,
κι αυτά που ρίξανε για μας, οι βρικολακιασμένοι,
σαύρες, σκουλήκια και οχιές να πεταχτούν στα σκότη
μπροστά να βάλουμ’ οδηγό την άνεργή μας νιότη
.
Και λάβαρα να σκώσουμε, των αξιών, του ήθους,
τα κάστρα τους να ρίξουμε, τ’ ανδρείκελα, τους μύθους
και σκιάχτρα καταστροφικά βαμμένα με το αίμα
μαζί να τα γκρεμίσουμε βαθιά μέσα σε ρέμα
.
Μην καρτερούμε άλλο πια τους γήινους σωτήρες,
φωτιές σκορπούν, πόλεμους, αρρώστιες και πλημμύρες
Κοιτάτε πώς μας σπρώξανε μες στην τροχιά της δίνης
γιοι τ’ ολέθρου, του κακού και της παραφροσύνης
.
Στο ένα χέρι τους κρατούν τη βίβλο λάβαρό τους
στους παθιασμένους στόχους τους εμπαίζουν το λαό τους
κι απ’ τ’ άλλο χέρι, σαν πηγή, το αίμα των αθώων,
Γη, πώς αντέχεις και κρατάς, βάρος τερατανθρώπων;
.
Λέτε, τούτο το πέρασμα να ’ναι το τελευταίο;
Να το δεχτούμε όλοι μας πως ήτανε μοιραίο;
Η μοίρα ή η τύχη μας μάς έστησαν πλεκτάνη
κι αυτές οι δυο μάς δέσανε σαν ζώα στο μαγκάνι;
.
Κι είμαστε μες στο χειμώνα, η φύση αγκομαχά
και της άνοιξης το γέλιο προσδοκούμε με χαρά
κι αυτή πάλι θε να έρθει, σαν και πάντα, ζωντανή,
μα η άνοιξη του κόσμου, πότε θα μας ξαναρθεί;
.
Αν αυτή αργεί να έρθει το οφείλει και σ’ εμάς
κι όσοι είναι βολεμένοι δεν τους νοιάζει ο ντουνιάς
αν αυτός ζει, αναπνέει κι αν το μέλλον του θωρά,
μεσ’ από καπνούς θε να ρθει κι η δική του συφορά
.
Να ’ναι έτσι, να ’ναι αλλιώς, μήπως τη χαρά ξεχνώ;
Μην την ευτυχία κρύβω κι όλα μαύρα τα θωρώ;
Μην και τους βαρβάρους κάνω αγγελούδια κι αρεστούς,
που τα ήθη καταστρέφουν, τις αξίες και λαούς;
.
Κυβερνήσεις, κυβερνήτες, υπερόπτες αρχηγοί
εξελίχτηκαν σε δούλους από την υποταγή,
τα συμφέροντα των ξένων σαν θεό τα προσκυνούν
κι άσε τους λαούς στην τύχη, μες στη φτώχια να χαθούν
.
Πώς μπορεί, αναρωτιέμαι, να ’χουμε εξελιχτεί
σε μια κοινωνία βόγκων, πώς το έχουμ’ ανεχτεί;
Να ’χουμε ανοιχτές τις πόρτες στων ανήθικων ορδές
και βορά να ’χουμε γίνει, στου αιώνα λυκαυγές;
.
Και κρατούν με κτηνωδία των ανθρώπων τη ζωή
και ρυθμίζουν και στραγγίζουν αίμα κι ίδρωτα μαζί
Ποιοι είν’ αυτοί, που λόγια λένε, πλάνης και ψευτιάς
κι όλους μας θωρούν για βλάκες, θύματ’ απατεωνιάς;
.
Τάχα να ’ναι μόνο τούτα, που να έχεις να σκεφτείς
σαν πολίτης μιας πανούργας, όπως έφτιαξαν ζωής;
Λόγους δίνουν, λόγους παίρνουν της Ευρώπης αρχηγοί
σ’ εμπαιγμούς και σε πλεκτάνες έχουν ευθυγραμμιστεί
.
Πώς να τους χαρακτηρίσεις, ω αιώνα που περνάς,
που ’χουν γίνει σαν τα κάστρα που μαστίζει ο βοριάς;
Πάνω τους αφήνει θειάφι και κατάρα συμπαγή
απ’ τα κύματα του κόσμου που τα σπρώχνουν στη φυγή
.
Αν αυτοί, που ’ναι ηγέτες, συλλογίζονταν σωστά
και τους δείχνανε πως έχουν ήθη δημοκρατικά
και τους λέγαν, «στοπ!» φίλοι, ποια ειρήνη, προκοπή;
Σεις πουλάτε σαν χαρούπια, βία, μίση κι αρπαγή
.
Κι ακόμα να τους λέγαν, η Ευρώπη δεν πουλάει,
την ειρήνη σαν την πόρνη, στα παζάρια δεν την πάει
στους εμπόρους του Πλανήτη, «όχι» λέει, αντιδρά
και το κύρος της κρατάει κι όλους τους θεσμούς φυλά
.
Για γεράκια, που τους λένε, κι αδικούνε του πουλιού
αρχοντιά και ομορφάδα και στολίδι του ουρανού,
γύπες, πρέπει να τους λένε, με λαιμούς σαν τις αρίδες
π’ ορμούνε στα ψοφίμια και βοσκούν σαν τις ακρίδες
.
Πόσα τάχα τέτοια όρνια, αιμοβόρα και σκληρά
είδαμε το πέταγμά τους, στα Βαλκάνια τα φτωχά
να πετούνε τα αβγά τους και να σκάζουν, να χτυπούν
γέφυρες, σχολειά και κόσμο να ρημάζουν, να χαλούν;
.
Μήπως τάχατες δεν ρίξαν δίχτυα τρομοκρατικά
και τρομάζουν τον κοσμάκη και του κόβουν την καρδιά;
Για τους Άτλαντες να λένε, να τους κάνουνε θεούς
κι όλοι οι ευρωηγέτες τους υμνούν και προσκυνούν;
.
Να κοιτούν σαν θεατρίνοι πώς πετούνε τα πουλιά
στης Ανατολής τα μέρη και χαλάσαν τον ντουνιά
και το μένος τους ν’ αφήνουν πάνω στους πολιτισμούς
με σφραγίδα του θανάτου, με σφαγές και χαλασμούς
.
Τα Μνημεία τα γκρεμίσαν, πουν’ τ’ αλάτι των λαών
ξέρουν πού χτυπούν οι σκύλοι, με πληθώρα δαγκωνιών
των πολιτισμών η ρίζα, αν κι αυτή ξεριζωθεί,
το αντίπαλο το δέος, αν κι αυτό καταστραφεί
.
τι θα κάνει σαν θα μείνει η ανθρώπινη κραυγή;
Κτήνος πια θα καταντήσει κι απ’ τη στρούγκα δε θα βγει
ήλιο να δει, φως να αδράξει, του ανέμου τη δροσιά
μη θα ξέρει τι σημαίνει, ανθισμένη μυγδαλιά
.
Μόνο που θα ξεχωρίζει που θα στέκετε στα δυο,
η ψυχή του και η γνώση θα ’χουν γίνει ρημαδιό.
Έτσι θέλουνε να είναι, ζώο και ανίδεος
να μασάει το χορτάρι, άγριος κι απολίτιστος…»

* * * * *