Τετάρτη 16.10.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ελεύθεροι επαγγελματίες ,αυτοαπασχολούμενοι , αυτοί οι εχθροί…

14.01.2016

Του Κωνσταντίνου Αντ. Κρεμμύδα

Ειδικός στο ασφαλιστικό δεν είμαι. Ωστόσο γνωρίζω πολύ καλά ως αυτοαπασχολούμενος ασφαλισμένος υποχρεωτικά στον ΟΑΕΕ πόσο δύσκολο είναι, τις περισσότερες φορές ακατόρθωτο, να πληρώνεται η διμηνιαία εισφορά των εννιακοσίων ευρώ εν μέσω κρίσης της πραγματικής οικονομίας και της δραματικής πτώσης του επαγγελματικού τζίρου.

Είναι πραγματικότητα πλέον ότι η υποχρεωτική κρατική ασφάλιση, προϋπόθεση για την εξάσκηση επαγγέλματος, αποτελεί πλέον την μεγαλύτερη αυτούσια δαπάνη για τον ελεύθερο επαγγελματία που τις περισσότερες φορές υπερβαίνει ακόμη και την δαπάνη της επαγγελματικής μίσθωσης μετά και την πτώση των τιμών των μισθωμάτων επαγγελματικής στέγασης. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος των βασικών εξόδων ενός αυτοαπασχολούμενου επαγγελματία αξίζει να αναφέρουμε ότι στο τελικό ποσό ενός τιμολογίου της τάξης των χιλίων ευρώ ποσό της τάξης άνω του 75% κατευθύνεται σε άμεσους φόρους , ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και ενοίκιο. Δεν συμπεριλαμβάνουμε τα υπόλοιπα έξοδα κάθε δραστηριότητας, ο αυτοαπασχολούμενος πληρώνει και το στυλό που γράφει, γιατί τότε το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό.

Μπορώ επίσης να κατανοήσω πόσο δύσκολο είναι να πληρώνουν τα ασφαλιστικά ταμεία άρτιες τις συντάξεις  στα τωρινά επίπεδα, όταν τα αποθεματικά έχουν τελειώσει και υπάρχουν ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι οι οποίοι προφανώς δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές. Είναι δεδομένο πλέον ότι ο ασφαλιστικός γρίφος δεν λύνεται ούτε με αύξηση  των εισφορών ούτε με μείωση των συντάξεων παρά μόνο με αύξηση των ασφαλισμένων και μείωση του ποσοστού της ανεργίας. Τα νούμερα είναι αμείλικτα: 3,6 εκατομμύρια εργαζόμενοι και 7,1 εκατομμύρια μη ενεργοί εκ των  οποίων 3,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι.

Μέχρι τώρα η λογική των κυβερνητικών πολιτικών, κυρίως την περίοδο της κρίσης, σε ότι αφορά την φορολογική επιβάρυνση σχετιζόταν με την απλοϊκή πλην απαράδεκτη πρακτική  «παίρνουμε όσα μας λείπουν». Δυστυχώς  αντί η χώρα  να αποκτήσει  σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα και ταχύτητα στις διαδικασίες ίδρυσης των επιχειρήσεων ώστε να διασφαλίζεται εξ αρχής το αληθές των μοντέλων βιωσιμότητας προκειμένου για την προσέλκυση επενδύσεων, εγχώριων και ξένων, σταθεροποιώντας και ελαχιστοποιώντας το επιχειρηματικό ρίσκο και να επιτυγχάνεται  μείωση της ανεργίας,  επικράτησε το μοντέλο της ανεξέλεγκτης αρπαγής αναπόδεικτων φόρων θεωρώντας τους ελευθέρους επαγγελματίες απατεώνες εξ’ ορισμού.

Η συγκεκριμένη λογική φαίνεται πλέον ότι αναβαθμίζεται και περνάει και στο ασφαλιστικό. Οι προτάσεις τις κυβέρνησης ήδη έχουν ανησυχήσει όλους τους κλάδους των αυτοαπασχολούμενων οι οποίοι για μία κόμη φορά στοχοποιούνται. Αν και στις προτάσεις του ασφαλιστικού δεν υπολογίζονται τα δημοσιονομικά αποτελέσματα από την σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με τα έσοδα των ελευθέρων επαγγελματιών όπως προκύπτει από την αντικατάσταση  της βάσης υπολογισμού των εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιτηδευματίες, υπάρχει η εκτίμηση ότι οι ασφαλιστικές εισφορές θα εκτιναχθούν για έσοδα πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ ενώ πιθανό είναι υπάρξουν μειώσεις για χαμηλότερα έσοδα. Πρόκειται λοιπόν για ακόμη εισπρακτικό εισφορομπηχτικό  μέτρο που δεν έχει καν τη δικαιολογία της ανταποδοτικότητας.

Επί της ουσίας δηλαδή υπάρχει μια τιμωριτική διάθεση για μηνιαίες απολαβές που αγγίζουν το χιλιάρικο το οποίο για να προκύψει ως εισόδημα, πολλαπλάσια ποσά οδεύουν στα κρατικά ταμεία καθιστώντας  το κράτος  «μεγάλο και κύριο συνεταίρο».  Αυτό ενδεχομένως να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην πραγματική δήλωση των εισοδημάτων με συνέπεια όχι μόνο την συγκράτηση των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και την εκτίναξη της φοροδιαφυγής. Διπλό το κακό λοιπόν.

Αντίστοιχα προβλήματα ανακύπτουν και από την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών οι οποίες αυξάνουν άμεσα το κόστος των εργασιών πλήττοντας άμεσα την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Είναι αυταπόδεικτο ότι η περαιτέρω αύξηση του κόστους εργασίας όχι μόνο μειώνει την  όποια πιθανότητα για προσλήψεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις  αλλά αντιθέτως αυξάνει την τάση για απολύσεις .

Τελικά μας θέλουν ή δεν μας θέλουν να εργαζόμαστε και αν δεν μας θέλουν τι έχουν να μας προτείνουν; Μήπως τη συνέχιση του πελατειακού κράτους και των αχαλίνωτων διορισμών;