Παρασκευή 12.08.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Η Ελλάδα από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα

07.07.2022
Του Δημήτρη Πετσέτα
Οι κυβερνήσεις του Κ.Καραμανλή και του Γ.Ράλλη (1974-1981) έλυσαν οριστικά το πολιτειακό ζήτημα, έδωσαν ευρωπαϊκό προσανατολισμό στη χώρα, προσπάθησαν να στερεώσουν τη Δημοκρατία και έστειλαν στη Δικαιοσύνη τους χουντικούς, νομιμοποίησαν το ΚΚΕ και έβαλαν τις βάσεις για την εξομάλυνση της πολιτικής ζωής και για την οικονομική ανάπτυξη.
Η πρώτη κυβέρνηση του Α.Παπανδρέου (1981-1985), αφού πρώτα κατέστησε ανενεργά τα συνθήματα για τις “βάσεις του θανάτου”, για την ΕΟΚ και για το ΝΑΤΟ, ολοκλήρωσε την πολιτική δημοκρατία, αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, ίδρυσε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, έκανε χρήσιμες τομές στην Παιδεία, δημιούργησε στους πολίτες το αίσθημα ότι μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα, αναδιένειμε το εθνικό εισόδημα και βελτίωσε αισθητά το βιοτικό επίπεδο των οικονομικά ασθενέστερων.
Η δεύτερη κυβέρνηση του Α.Παπανδρέου (1985-1989) έκανε πολλά και σημαντικά λάθη. Υιοθέτησε το σύνθημα “Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα” για να ικανοποιήσει τα συνδικάτα, τα οποία έφτασαν να αποτελούν “κράτος εν κράτει” με τις ευλογίες του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς. Άρχισε να φουντώνει ο λαϊκισμός, που ήρθε σαν λαίλαπα για να καταστρέψει – σε συνδυασμό με τη χορήγηση των κοινοτικών επιδοτήσεων – την παραγωγική βάση και ότι υγιές υπήρχε στην Εθνική Οικονομία. Προσπάθησε να δημιουργήσει Μέσα Ενημέρωσης φιλικά προς την κυβέρνηση, ανέθεσε σημαντικά έργα προς ημετέρους και κάλυψε αδιαφανείς ή παράνομες δραστηριότητες, με αποκορύφωμα το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ψήφισε τον εκλογικό νόμο Κουτσόγιωργα, που καθιστούσε σχεδόν αδύνατο τον σχηματισμό κυβέρνησης από το πρώτο κόμμα. Σαν να μην έφταναν αυτά, ήρθε η σοβαρή ασθένεια και οι έρωτες του πρωθυπουργού, οπότε χάθηκε η μπάλα.
Ακολούθησαν απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις, το πολιτικό κλίμα οξύνθηκε με την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, η κυβέρνηση συνεργασίας του Τζαννετάκη και η οικουμενική κυβέρνηση του Ζολώτα (1989-1990) δεν μπόρεσαν να παράγουν ουσιαστικό έργο και χάθηκε πολύτιμος χρόνος για την πρόοδο της χώρας. “Οι πολλές μαμές βγάζουν το παιδί στραβό” λένε στο χωριό μου και αυτό πρέπει να το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη. Οι δομές της ελληνικής Πολιτείας δεν ήταν τότε και δεν είναι ούτε τώρα τόσο οργανωμένες, ώστε να λειτουργούμε σωστά σε καθεστώς ουσιαστικής ακυβερνησίας. Το πολιτικό σύστημα έχει αποδείξει ότι δεν διαθέτει την ωριμότητα να υποστηρίξει κυβερνήσεις συνεργασίας, ακόμα και όταν αυτές έχουν οικουμενικό χαρακτήρα.
Η κυβέρνηση του Κ.Μητσοτάκη (1990-1993) προσπάθησε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, αλλά δεν κατάφερε πολλά πράματα. Διαθέτοντας οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είχε να αντιμετωπίσει τον υψηλό πληθωρισμό, την πλειοδοσία των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε υποσχέσεις, τα πανίσχυρα συνδικάτα, τα εσωκομματικά της προβλήματα, την ονομασία της FYROM κλπ. Ο λαϊκισμός είχε κάνει μεταστάσεις στο σώμα της κοινωνίας και οι προσπάθειες που κατέβαλαν αξιόλογα στελέχη, όπως π.χ. ο Μάνος ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δεν στάθηκαν ικανές να ανατρέψουν το αρνητικό κλίμα. Η αποχώρηση του Σαμαρά και των βουλευτών της δικής του επιρροής, με αφορμή το όνομα της FYROM, οδήγησε σε παραίτηση την κυβέρνηση.
Η νέα κυβέρνηση του Α.Παπανδρέου (1993-1996) δεν έχει να επιδείξει πολλά πράματα, υπάρχει όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό ανάμεσα σε αυτά. Αναφέρομαι στη δημιουργία του ΑΣΕΠ με τον νόμο Πεπονή, που αποτέλεσε μία πολύ σημαντική τομή στη λειτουργία του κράτους, καθώς απέκοψε τον ομφάλιο λώρο της συναλλαγής των πολιτών με τους πολιτικούς παράγοντες. Η κακή κατάσταση της υγείας του πρωθυπουργού οδήγησε στην αντικατάστασή του και έδωσε την ευκαιρία σε αρκετά στελέχη της κυβέρνησης να ασκήσουν προσωπικές πολιτικές, παίρνοντας θέσεις για την επόμενη μέρα.
Η ανάδειξη του εκσυγχρονιστή Κ.Σημίτη στην πρωθυπουργία συνοδεύτηκε από την κρίση των Ιμίων, πολύ νωρίς, πριν ακόμα εκλεγεί στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Οι κυβερνήσεις του Σημίτη (1996-2004) πέτυχαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, τιθάσευσαν τον πληθωρισμό, προετοίμασαν με επιτυχία τη χώρα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και έκαναν μεγάλα έργα (γέφυρα Ρίου-Αντίρριου, μετρό της Αθήνας, Αττική Οδός, ολυμπιακές εγκαταστάσεις κλπ), έβαλαν τη χώρα στη ζώνη του ευρωπαϊκού νομίσματος, βοήθησαν στην ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κλπ. Όμως, δεν απέφυγαν και κάποια σημαντικά λάθη, όπως ήταν ο χειρισμός της υπόθεσης Οτσαλάν, η αύξηση του δημοσίου χρέους, η υποχώρηση στο καυτό θέμα του ασφαλιστικού – το οποίο πήγε να τεθεί υπό έλεγχο με την έκθεση Σπράου και το νομοσχέδιο Γιαννίτση, που αποσύρθηκε κάτω από την πίεση των συνδικάτων και των κομμάτων της Αριστεράς, η ανεπαρκής υποστήριξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Αρσένη – όπου ο λαϊκισμός θριάμβευσε για ακόμα μία φορά, το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου κλπ. Οι πλέον διορατικοί – θεωρώ ότι και ο πρωθυπουργός ανήκε σε αυτούς – έβλεπαν την καταιγίδα να έρχεται για την Εθνική Οικονομία, αφού η οικονομική άνθηση δεν είχε στέρεες βάσεις και – εφόσον είχαμε ενταχθεί σε ένα ισχυρό νόμισμα – ήταν θέμα χρόνου να πάμε σε εσωτερική υποτίμηση, εκτός και αν αλλάζαμε άρδην κάποια πράματα με τολμηρές μεταρρυθμίσεις, με μείωση του δημόσιου τομέα και εκσυγχρονισμό του κράτους.
Οι κυβερνήσεις του Κ.Καραμανλή του νεότερου (2004-2009) ήταν οι χειρότερες μέχρι τότε – καταστροφικές θα τις έλεγα – κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, αφού γιγάντωσαν τον δημόσιο τομέα με τη θεαματική αύξηση των απασχολούμενων σε αυτόν, αύξησαν τα δημοσιονομικά ελλείμματα, διόγκωσαν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, αύξησαν το κόστος δανεισμού, δεν προχώρησαν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, ενέδωσαν στις πιέσεις των συνδικάτων για υψηλούς μισθούς και συντάξεις, δεν έκαναν τίποτα για την επίλυση του ασφαλιστικού και του δημογραφικού προβλήματος, δεν έβαλαν φρένο σε άχρηστες και δαπανηρές δραστηριότητες – όπως π.χ. ήταν και συνεχίζει να είναι η λειτουργία σχολών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες έχουν διασκορπιστεί σε ολόκληρη την επικράτεια και πολλές από αυτές δεν έχουν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, παρά μόνον εξυπηρετούν τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου (2009-2011) ήταν αυτή που έμεινε με τον μουντζούρη στο χέρι, αφού της έλαχε να χειριστεί την τραγική κατάσταση που παρέλαβε, με παραποιημένα οικονομικά στοιχεία, με τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, με αδυναμία εξυπηρέτησης των τρεχουσών αναγκών στο εσωτερικό και των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω όσα μπορεί να συνέβησαν στο παρασκήνιο, θεωρώ όμως πολιτική τόλμη και, ταυτόχρονα, πολιτική αυτοκτονία του πρωθυπουργού να αναλάβει μία τόσο μεγάλη ευθύνη, ελάχιστο μέρος της οποίας του αναλογούσε. Η δεξιά και η αριστερή αντιπολίτευση αποδείχτηκαν κατώτερες των περιστάσεων και του συνταγματικού τους ρόλου. Ασέλγησαν πάνω στο πτώμα της Εθνικής Οικονομίας, σπρώχνοντας σε μεγάλες περιπέτειες το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά και αποσπασματικά τις λέξεις “λεφτά υπάρχουν” που υπήρχαν σε μία προεκλογική φράση του Γ. Παπανδρέου, την οποία ελάχιστοι έχουν ακούσει ολοκληρωμένη. Για μία ακόμα φορά, το τέρας του λαϊκισμού κατήγαγε θρίαμβο σε βάρος της λογικής και της σκληρής αλήθειας. Σαμαράς και Τσίπρας βρήκαν την ευκαιρία να κερδίσουν πόντους στην πολιτική σκακιέρα, απομόνωσαν τον πρωθυπουργό και τον άφησαν να βγάλει μόνος το φίδι από την τρύπα, δημιουργώντας πολιτικό χώρο ακόμα και για τους νεοναζί με την ανεύθυνη στάση τους. Η παντελώς εσφαλμένη άποψη ότι “τα μνημόνια έφεραν την κρίση” επικράτησε και πέρασε σαν δόγμα σε μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος. Οι σημαντικές μεταρρυθμίσεις, που πρόλαβε να νομοθετήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου, πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες. Ενδεικτικά αναφέρω τον νόμο Διαμαντοπούλου για την πολύπαθη Ανώτατη Εκπαίδευση και την καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, που περιόρισε την παρανομία και ελάττωσε θεαματικά την κρατική φαρμακευτική δαπάνη.
Δεν διαθέτω επαρκή στοιχεία και γι’αυτό θα αποφύγω να ασχοληθώ με τα εσωκομματικά θέματα του κυβερνώντος κόμματος, τα οποία – σε συνδυασμό με τη δύσκολη κατάσταση που βίωνε η χώρα – οδήγησαν τον Γ.Παπανδρέου σε παραίτηση και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με πρωθυπουργό τον Λ.Παπαδήμο (2011-2012), που είχε εξάμηνη διάρκεια ζωής.
Οι διπλές εκλογές του 2012 έβαλαν τέλος στον πρώτο κύκλο της μεταπολίτευσης, αφού στις πρώτες από αυτές κατέρρευσαν τα ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων και αναδείχθηκαν νέες πολιτικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση 7 κομμάτων. Όπως ήταν αναμενόμενο, κανένας δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση και οδηγηθήκαμε σε δεύτερες εκλογές. Το αποτέλεσμα δεν ήταν θεαματικά διαφορετικό, αλλά – μετά από τρεις άκαρπες προσπάθειες – σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Α.Σαμαρά, αρχικά τρικομματική (2012-2013) και στη συνέχεια δικομματική (2013-2015) μετά από την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, που διαφώνησε με το κλείσιμο της ΕΡΤ. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης Σαμαρά απέδωσαν κάποια, πενιχρά έστω, αποτελέσματα και πέτυχαν το κούρεμα του χρέους κατά 105 δισεκατομμύρια ευρώ. Κάποιες μεταρρυθμίσεις προχώρησαν, οι οικονομικοί δείκτες άρχισαν να βελτιώνονται, τα επιτόκια δανεισμού ελαττώθηκαν με τη συνδρομή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και κάποια αισιοδοξία άρχισε να φαίνεται αχνά στον ορίζοντα. Έτσι φτάσαμε – διά πυρός και σιδήρου – στο περιβόητο mail Χαρδούβελη, που προέβλεπε πρόσθετα μέτρα ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ.
Όμως, με αφορμή την έλλειψη πλειοψηφίας για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, φτάσαμε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 και στον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης συνεργασίας Τσίπρα-Καμμένου (2015-2019). Ο κατήφορος ήταν μπροστά μας και τα φρένα ήταν σπασμένα. Μία ομάδα ανίδεων, ιδεοληπτικών και ανίκανων ανθρώπων ανέλαβε να οδηγήσει τη χώρα σε μία πολύ κρίσιμη συγκυρία. Το “πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης”, τα μνημόνια που “θα καταργούνταν με έναν νόμο και με ένα άρθρο”, “τα νταούλια που θα βαρούσαν και οι αγορές που θα χόρευαν” υπήρχαν μόνον στα κεφάλια των κυβερνητικών εταίρων, αλλά αποδείχτηκαν ικανά για να πείσουν πολλούς αφελείς και ευκολόπιστους ψηφοφόρους. Οι κατ’ ευφημισμό διαπραγματεύσεις το μόνο που κατάφεραν, ήταν να προκαλέσουν τη θυμηδία των κοινοτικών εταίρων και, όπως ήταν απολύτως φυσικό, οδηγήθηκαν σε πλήρες αδιέξοδο. Το φάσμα μιας άτακτης χρεοκοπίας ήταν περισσότερο ορατό παρά ποτέ, το καράβι πήγαινε στα βράχια, παρά τις προσπάθειες κάποιων ευρωπαίων ηγετών να αποτρέψουν αυτή την εξέλιξη.
Οι αντιφάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, οι ευθύνες ήταν μεγάλες και αυτοί – που υποτίθεται ότι είχαν αναλάβει να βγάλουν το κάρο από τη λάσπη – έψαχναν να βρούνε διέξοδο από τα νέα αδιέξοδα που είχαν δημιουργήσει. Όταν βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο, βρήκαν την εύκολη “λύση”, πετώντας την “καυτή πατάτα” στον ελληνικό λαό και συνεχίζοντας να υποκρίνονται μέχρι την τελευταία ώρα. Μάζεψαν όλα τα ταμειακά διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων, έκλεισαν άρον-άρον τις τράπεζες, από τις οποίες είχαν ήδη αποσυρθεί καταθέσεις ύψους 80-100 δισεκατομμυρίων, ζήτησαν από τον κόσμο να ψηφίσει ΟΧΙ σε μία πρόταση που είχε ήδη αποσυρθεί και εύχονταν να επικρατήσει το ΝΑΙ, για να φορτώσουν την ευθύνη στους πολίτες. Όταν η πρόταση που υποστήριξαν πήρε ποσοστό 62% των ψήφων, έμειναν να κοιτάζουν αμήχανα ο ένας τον άλλον. Κάποιοι πρότειναν εισβολή στο Νομισματοκοπείο, ο βασικός διαπραγματευτής Βαρουφάκης πρότεινε την πληρωμή μισθών και συντάξεων με IOU (δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτά και, μάλλον, ούτε αυτός ήξερε) και κάποιοι άλλοι ζητούσαν επιστροφή στη δραχμή.
Θα νιώθατε σιχαμάρα, αν άφηνα γραμμένο αυτό που διέγραψα (για… κάτι που έφτασε μέχρι τις κάλτσες τους). Ζήτησαν έκτακτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, αφού θυμήθηκαν όψιμα ότι υπάρχουν και άνθρωποι με γνώσεις, με εμπειρία και με αίσθημα ευθύνης σε αυτή τη χώρα. Ήταν πολύ βαρύ το φορτίο και δεν το άντεχαν οι πλάτες τους. Πήγαν σαν βρεγμένες γάτες, έπεσαν στα γόνατα και παρακάλεσαν αυτούς που έφτυναν μέχρι την προηγούμενη μέρα. Έτσι φαίνεται ότι κάνουν αυτοί που έχουν περηφάνια και δεν είναι σαν εμάς, που είμαστε “όργανα του ιμπεριαλισμού ή του διεθνούς κεφαλαίου” και τόσες άλλες ανοησίες, όπως αυτές που έμαθαν να λένε εδώ και έναν αιώνα. Βλέπετε, καλός είναι ο σανός, αλλά μόνον ως “πνευματική” τροφή για τους αφελείς, όχι και για το τραπέζι τους. Όπως επίσης, καλά είναι τα λεφτά, αλλά τα ρημάδια τα λεφτόδεντρα δεν καρπίζουν ποτέ. Ας είναι καλά οι φίλοι της Ελλάδας και, κυρίως, οι Πρόεδροι της Γαλλίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ.κ. Hollande και Juncker που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σώσουν την ευρωπαϊκή μας υπόσταση.
Μ’αυτά και μ’αυτά, μας φόρτωσαν ένα ακόμα – αχρείαστο και επαχθέστερο – μνημόνιο, υποθήκευσαν την εθνική περιουσία για 99 χρόνια, κάλεσαν τους άλλους (αυτούς ντε… τους γερμανοτσολιάδες) να βάλουν πλάτη για να περάσει από τη Βουλή, αφού οι “ιδεολογικά καθαροί” δεν καταδέχονταν να κάνουν τέτοια πράματα – αυτοί προτιμούσαν να πεινάσει ο κόσμος ή να χορτάσει με… περηφάνια. Πήγαμε ξανά σε εκλογές και κάθε λογικός άνθρωπος θα περίμενε να έχει καταλάβει ο κόσμος ποιους είχε εμπιστευτεί και να τους αποδοκιμάσει στις κάλπες. Όμως, η λογική βρίσκεται σε απεργία διαρκείας στην ελληνική κοινωνία, η οποία δεν μπορούσε να αφήσει τη δουλειά στη μέση, έπρεπε να ολοκληρώσει την καταστροφή και το έκανε, δίνοντας ξανά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στους ίδιους. Τι αξία είχαν τα 100 ψωρο-δισεκατομμύρια που κόστισαν οι πολιτικές ακροβασίες τους. Εμείς είμαστε υπεράνω χρημάτων, εκεί θα κολλούσαμε;
Δεν βρίσκω το κουράγιο να αναφερθώ στα “κατορθώματα” της επόμενης τετραετίας. Σε όλους τους τομείς, στους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στον εκλογικό νόμο που οδηγεί στην ακυβερνησία, στη Δικαιοσύνη, στην Οικονομία, στην Εθνική Άμυνα, στη Δημόσια Ασφάλεια, στην Υγεία, στην Παιδεία, παντού… Ως εκπαιδευτικός που νοιάζομαι και πονάω για την εκπαίδευση και για την παιδεία των νέων παιδιών, αυτών που θα αποτελέσουν την αυριανή κοινωνία, ένα πράμα συνηθίζω να λέω: το μόνο που δεν έκαναν, είναι να ψηφίσουν έναν νόμο που θα λέει ότι τα παιδιά δεν χρειάζεται να πηγαίνουν στο σχολείο και να μαθαίνουν γράμματα.
Πριν από 3 χρόνια, ορκίστηκε η τωρινή κυβέρνηση Μητσοτάκη. Επιφυλάσσομαι να την κρίνω συνολικά όταν ολοκληρώσει τη θητεία της, θεωρώ όμως ότι έχει θετικό πρόσημο μέχρι σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση που παρέλαβε και όλα τα στραβά και τα ανάποδα που της έτυχαν (πανδημία, μεταναστευτικές ροές στον Έβρο και στο Αιγαίο, πόλεμος στην Ουκρανία, ενεργειακή κρίση, τουρκικές προκλήσεις κλπ). Δεν ανήκω ιδεολογικά και πολιτικά στο κόμμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Όμως, ένιωσα τεράστια ανακούφιση το βράδυ της 7ης Ιουλίου 2019. Είχα γράψει την προηγούμενη μέρα ότι δεν πρόκειται να βγω στους δρόμους για να πανηγυρίσω μαζί με αυτούς που φιλοδοξούν, ίσως, να γίνουν χαλίφηδες στη θέση των χαλίφηδων. Μπορεί να πανηγυρίσω για την ομάδα μου, μετά από μία σημαντική νίκη ή την κατάκτηση ενός τίτλου. Η πολιτική όμως δεν είναι παιχνίδι, είναι πολύ σοβαρό πράμα και αφορά τις ζωές μας.
Έχουμε όλοι το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να συμμετέχουμε και να συνεισφέρουμε με ό,τι καλύτερο μπορούμε. Όχι με σημαίες και με συνθήματα, όχι με ντουντούκες και με νταβαντούρια, αλλά με ιδέες και με προτάσεις, με συμμετοχή και με πράξεις. Κανένα πρόβλημα δεν λύνεται με ζητωκραυγές και με χειροκροτήματα, ούτε με ύβρεις και με συνθήματα γραμμένα στους τοίχους. Η κοινωνία χρειάζεται πολίτες με άποψη, χρειάζεται ανθρώπους που διαθέτουν κριτικό πνεύμα και καλή διάθεση, χρειάζεται πολιτισμένους ανθρώπους με προσωπικότητα και με γνώσεις, που μιλάνε με επιχειρήματα και όχι με κραυγές. Δεν χρειάζεται άβουλα ανθρωπάκια που ξέρουν μόνον να χειροκροτούν ή να γιουχάρουν, ούτε ανθρωποειδή που σκοτώνουν και καταστρέφουν. Όσο υπάρχει ζωή, θα υπάρχουν πάντα και προβλήματα. Όσο είμαστε ζωντανοί, θα κάνουμε και λάθη. Λάθη δεν κάνουν μόνον οι πεθαμένοι και αυτοί που φέρονται σαν πεθαμένοι, αφού δεν κάνουν τίποτα.