Πέμπτη 24.10.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Αγροτικό: Από τη λύση στην απόλυση

26.01.2016

Πάλι αποσπασματικά, πάλι με ασφυχτική πίεση του χρόνου, πάλι χωρίς ουσιαστικές και μακρόπνοες προτάσεις, πάλι χωρίς εθνική στρατηγική η κυβέρνηση προσπαθεί  θεωρητικά να δώσει λύση στο αγροτικό ζήτημα. Και το ονομάζω ζήτημα γιατί ο αγροτικός τομέας έχει επιμέρους προβλήματα, τα οποία μεταξύ τους σχετίζονται αλλά καθένα έχει τη δικιά του υπόσταση και απαιτεί τον δικό του ιδιαίτερο χειρισμό.

Η αλήθεια είναι πως σε όλη την διάρκεια της κρίσης, ο αγροτικός κόσμος είναι αυτός που έχει πληγεί λιγότερο σε εισοδηματικό επίπεδο (δεν εννοούμε έμμεσους φόρους, τιμολόγια ΔΕΚΟ, ΕΝΦΙΑ κλπ που αφορούσαν όλο τον πληθυσμό), και αυτό είναι ένα επιχείρημα στην πρακτική της επιβολής  εισπρακτικών μέτρων στο πλαίσιο του κοινωνικού αυτοματισμού που λειτουργεί πάντα ανάδρομα και δημιουργεί επιπλέον εντάσεις.

Δυστυχώς ποτέ στην Ελλάδα δεν υπήρχε συντονισμένη αγροτική πολιτική κατευθυντήρια γραμμή που να απαντούσε στις οικονομικές προκλήσεις της εκάστοτε εποχής. Ωστόσο, αν και οι απαιτήσεις και οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές σε κάθε περίοδο, τα δομικά προβλήματα της αγροτικής οικονομίας ήταν και παραμένουν τα ίδια και φυσικά άλυτα.

Η συνοπτική αναφορά κάποιων  δομικών αδυναμιών και κάποιων παθογενειών που στερούν την ελληνική οικονομία από την προστιθέμενη αξία της αγροτικής παραγωγής είτε ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε ως ατομικό και οικογενειακό αγροτικό εισόδημα, είναι ικανές να δώσουν την πλήρη εικόνα της ελληνικού παραγωγικού γεωργικού τομέα.

Οι πλέον βασικοί λόγοι της στρεβλής παραγωγικής διαδικασίας  είναι ο μικρός κλήρος και η ηλικιακή διάρθρωση των αγροτών αν και την τελευταία δεκαπενταετία έγιναν σοβαρές προσπάθειες ανανέωσης του ενεργού αγροτικού πληθυσμού. Οι δύο παραπάνω παράγοντες σε συνδυασμό με την πλήρη εξάρτηση του αγροτικού εισοδήματος με τις αγροτικές ενισχύσεις οδήγησαν στον πρακτικό παραγκωνισμό και στην μη εκμετάλλευση του μεγαλύτερου πλεονεκτήματος για την παραγωγή και αφορά τις άριστες κλιματικές συνθήκες που σε συνδυασμό με τις καλές γεωργικές πρακτικές μπορούν να εξασφαλίσουν προϊόντα υψηλής ποιότητας .

Στην χώρα μας  επικράτησε το μοντέλο της μονοκαλλιέργειας με εκτατικές φυτείες, κυρίως βαμβάκι,αραβόσιτο και σιτηρά. Είναι αλήθεια πως μέχρι κάποια χρόνια πριν, έστω και οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, εξασφάλιζαν ένα αξιοπρεπές εισόδημα το οποίο όμως ούτε φορολογούνταν ούτε επιβαρυνόταν από υψηλές ασφαλιστικές εισφορές. Δεν αναφέρω το κόστος παραγωγής γιατί αυτό είναι μέγεθος που διαμορφώνεται από τις τιμές της αγοράς η οποία μετά την άνθιση της παγκοσμιοποίησης και την απελευθέρωση του εμπορίου διαμορφώνουν και την τάση της ζήτησης των παραγόμενων ειδών.

Ένα τρίτο βασικό σημείο αφορά το γεγονός ότι  η  χώρα μας και κυρίως ο αγροτικός πληθυσμός ,ουσιαστικά, πιάστηκαν απροετοίμαστοι στην εξέλιξη της παγκόσμιας αγροτικής οικονομίας καθιστάμενοι  αδύναμοι να ακολουθήσουν την χρηματιστηριακή πορεία των αγροτικών προϊόντων. Εγκλωβίστηκαν  πραγματικά στην «παραδοσιακή» αγροτική πρακτική χωρίς η τάση της ευελιξίας  της αναδιάρθρωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων να έχει σοβαρή εμφάνιση πέρα από τις κατά καιρού φούσκες που έταζαν εύκολα, ανέξοδα και τεμπέλικα κέρδη.

Το γεγονός της εμφατικής επιμονής των αγροτών στις παραδοσιακές καλλιέργειες και η μη εκμετάλλευση των κλιματικών συνθηκών για την παραγωγή βρώσιμων ποιοτικών προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία σε συνδυασμό με την υπανάπτυξη μικτών γεωργοκτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων αλλά και την πλήρη  ανυπαρξία καθετοποιημένων παραγωγικών δομών   αποτελούν  τον πλέον σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα για το αγροτικό εισόδημα.

Ένα άλλο σοβαρό θέμα είναι η κακή εξέλιξη των συνεταιρισμών όπου επικράτησε  η πολιτική και η οικονομική κακοποίηση τους στις περισσότερες περιπτώσεις και  πλήγωσε ανεπανόρθωτα τις συνεργατικές αξίες . Πλέον, η καχυποψία επικρατεί όταν γίνονται προσπάθειες για την οργάνωση κλαδικών συνεταιρισμών ή ομάδων παραγωγών με συνέπεια οι πολλές και μικρές παραγωγές της ελληνικής επικράτειας να μη μπορούν να προωθηθούν στην αγορά.

Αν στην παραπάνω γενική εικόνα συμπεριλάβουμε και την κατανομή των γεωργικών ενισχύσεων η οποία και δεν  απαντούσε στις πραγματικές ανάγκες της αγροτικής οικονομίας αλλά και ως ένα βαθμό δημιούργησε «ανενεργούς εισοδηματίες»  αγρότες, αλλοιώνοντας το αγροτικό επιχειρείν, μειώνοντας  την αναγκαιότητα για την βελτιστοποίηση της παραγωγής και το ενδιαφέρον για την προσδοκία του κέρδους, τότε έχουμε σχεδόν την πλήρη παθογενή  κατάσταση της αγροτικής οικονομίας.

Για να μη παρεξηγούμαστε , αγροτικές ενισχύσεις υπάρχουν σε όλο τον κόσμο και πρέπει να υπάρχουν. Ειδάλλως η αξία των διατροφικών αναγκών θα εκτινάξει το κόστος διαβίωσης.

Συνεπώς λοιπόν, μη έχοντας λύσει το πιο σημαντικό πρόβλημα, που δεν είναι  άλλο παρά το «τι γεωργία θέλουμε», οποιαδήποτε ασφαλιστική και φορολογική παρέμβαση και μάλιστα υπέρμετρη όπως αυτή σχεδιάζεται από την κυβέρνηση και απαιτείται από τους θεσμούς, μόνο λύση δεν μπορεί να θεωρηθεί. Είναι σίγουρο ότι οδηγεί σε μια ιδιότυπη «απόλυση» των αγροτών που θα έχει αντίκτυπο πέρα από την αύξηση του αριθμού των ανέργων και στην ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων.

Αλλά είπαμε, η πολιτική που συνεχίζεται να εφαρμόζεται  ακολουθεί τον κανόνα , «παίρνουμε όσα μας λείπουν».

Κωνσταντίνος Αντ. Κρεμμύδας