Παρασκευή 12.08.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Μπορεί το ΠΑΣΟΚ (ΚΙΝΑΛ) να λειτουργήσει ως νέος καταλύτης του πολιτικού συστήματος;

22.12.2021

Του Γεωργίου Παπασίμου

 

Οι εκλογές του ΚΙΝΑΛ και η εύκολη νίκη Ν. Ανδρουλάκη, αποτέλεσαν
αντικειμενικά μια «μεγάλη πέτρα», που έπεσε στα στάσιμα «νερά της λίμνης» του
μεταμνημονιακού δικομματισμού (ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ) προκαλώντας ήδη μεγάλο
κυματισμό. Αυτό αποτυπώνεται με ενάργεια στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις,
που δείχνουν διψήφιο ποσοστό και μείωση της ψαλίδας αυτού και του ΣΥΡΙΖΑ.

Η μεγάλη συμμετοχή πολιτών στις εσωκομματικές κάλπες, που άγγιξαν τις
300.000, εν μέσω της έξαρσης της πανδημίας, αποτέλεσε σημαντική πολιτική
δυναμική στο υπάρχον φθαρμένο και διαβρωμένο πολιτικό σύστημα. Για αυτό το
πολιτικό φαινόμενο υπάρχουν απαντήσεις, που το δικαιολογούν, αλλά και εύλογα
ερωτήματα για την από εδώ και πέρα πορεία. Δηλαδή, εάν αυτή η σημαντική
τάση ενίσχυσης του χώρου αυτού θα συνεχιστεί ή αν αποδειχθεί ότι είναι ένα
συγκυριακό προϊόν ενδιαφέροντος με επικοινωνιακούς όρους.

Ως προς τις απαντήσεις στο ερώτημα τι ήταν αυτό που πυροδότησε το
ξαφνικό σημαντικό ενδιαφέρον μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας , δύο
κυρίως στοιχεία μπορούν να παρατεθούν. Κατ’ αρχήν ο απρόβλεπτος θάνατος
της Φώφης Γεννηματά, η οποία σημειωτέον μέσα από συμπληγάδες πέτρες
κατάφερε να σταθεροποιήσει την τεράστια φθορά του ΠΑΣΟΚ, που ξεκίνησε το
2010, και η γενναία προσωπική της στάση δημιούργησε έντονη συναισθηματική
φόρτιση. Πρέπει να επισημανθεί ότι η τραγικότητα της οικογενείας αυτής, που
έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία του ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα ο αείμνηστος
Γιώργος Γεννηματάς, αποτελεί εν δυνάμει καταλύτη πρόκλησης συναισθηματικής
φόρτσης στους πολίτες που γαλουχήθηκαν μέσα από το ΠΑΣΟΚ στις δεκαετίες
του ’70 ως ‘90.

Κάτω όμως από αυτό το συναισθηματικό φορτίο, που αποτελεί την
επιφάνεια, υποκρύπτεται το γεγονός, ότι μεγάλο τμήμα ψηφοφόρων που
προέρχονται από τη μεγάλοι κοίτη του ΠΑΣΟΚ, τόσο του ΣΥΡΙΖΑ (κυρίως του
2015), που από ένα μικρό κόμμα εκτοξεύθηκε στην εξουσία, όσο και της ΝΔ στις
εκλογές του 2019, ως αντιΣΥΡΙΖΑ τάση, έχουν πλήρως απογοητευτεί από την
αλαζονική και αυταρχική νεοφιλελεύθερη ταξική πολιτική της ΝΔ, η οποία παράγει
συνεχή φθορά. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ, που ως αξιωματική
αντιπολίτευση δεν μπορεί να ενσωματώσει τους ψηφοφόρους που προήλθαν
από το παλαιό ΠΑΣΟΚ, και τον κατέστησαν μεγάλη πολιτική δύναμη, αφού
αδυνατεί να συγκροτηθεί ως ανοιχτό μαζικό δημοκρατικό κόμμα, όπου θα
μπορούσαν να ενταχθούν αυτοί οι ψηφοφόροι δημιουργώντας το απαραίτητο
συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ του εκλογικού σώματος που τον στηρίζει και της
κομματικής γραφειοκρατίας του 3% περίπου που τον ελέγχει και επιβάλλεται στο
ευρύτερο εκλογικό σώμα του 30%.

Η επανάκαμψη, δε, αυτών των ψηφοφόρων που έχουν περιδιαβεί τα δύο
ανωτέρω κόμματα κατά τη δεκαετή μνημονιακή περίοδο, που αποτέλεσε την
«ταφόπλακα» για το πάλαι κραταιό ΠΑΣΟΚ, στις εσωκομματικές διαδικασίες του
ΚΙΝΑΛ, ευνόησε τον νεότερο και άφθαρτο πολιτικά υποψήφιο Ν. Ανδρουλάκη, ο
οποίος έτσι κι αλλιώς είχε σημαντικές οργανωτικές δυνάμεις εντός του χώρου
αυτού. Οι βασικοί του αντίπαλοι Γ. Παπανδρέου και Α. Λοβέρδος, ο καθένας για
διαφορετικούς λόγους αποτύπωναν τις καταστροφικές μνημονιακές πολιτικές,
που ακολούθησε πρώτο το ΠΑΣΟΚ στις αρχές του 2010 και εν συνεχεία και οι
υπόλοιπες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ).

Εδώ όμως τίθενται τα σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον αυτού του χώρου.

Θα μπορέσει ο νέος πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ σε αυτές τις νέες συνθήκες να
προχωρήσει στη δημοκρατική ανανέωση και στην αξιοκρατική λειτουργία και
ανασύσταση των πολιτικών του οργανώσεων, ακολουθώντας τα πρώτα βήματα
δημκρατικής αυτοοργάνωσης που χρησιμοποίησε το ΠΑΣΟΚ από τη δεκαετία του
’70 μετά την ίδρυση του και την γιγάντωση του ως ισχυρού κόμματος εξουσίας.

Και κυρίως θα υπάρξει ένα νέο ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα με αριστερό
σοσιαλδημοκρατικό πρόσημο το οποίο δεν θα αποτελεί αναμάσημα των παλαιών
πολιτικών «εκσυγχρονιστικών» προγραμμάτων των τελευταίων κυβερνήσεων του
ΠΑΣΟΚ, αλλά και της παραπαίουσας ακόμα ιδεολογικά ευρωπαϊκής
σοσιαλδημοκρατίας, που δεν τολμά καν να προτείνει την εφαρμογή της
κευνσιανής πολιτικής έναντι των νεοφιλελεύθερων δογμάτων, που σταδιακά έχει
ασπαστεί.

Και αυτό γιατί η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα
παραγωγικής ανασυγκρότησης, αφού κυριαρχεί παντού ο παρασιτισμός και η
αναξιοκρατία και ζητήματα εθνικής κυριαρχίας απέναντι στον υπαρκτό και δομικό
τουρκικό κίνδυνο, από την νέα ιμπεριαλιστική φάση, που έχει εισέλθει το νεο-
οθωμανικό καθεστώς της Τουρκίας. Απαιτείται δηλαδή η επαναδιατύπωση ενός
νέου σχεδίου πολιτικής δράσης, που να συνδέεται με τα συμφέροντα των
χειμαζόμενων λαϊκών τάξεων, αλλά και της ανάγκης δημιουργίας ενός ισχυρού
δημοκρατικού πατριωτισμού ως «ομπρέλας» για τη διαφύλαξη των εθνικών
δικαίων του Ελληνισμού. Δηλαδή, μιας στοιχειώδους προσπάθειας
επαναδιατύπωσης μιας αριστερής σοσιαλδημοκρατικής πρότασης, έξω και πέραν
των φθαρμένων κλισέ των σημερινών ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών
κομμάτων, στις νέες οξύτατες συνθήκες της χώρας.

Αποτελεί αντικειμενικά μεγάλη ευκαιρία για το χώρο αυτό, αφενός να
δικαιώσει τη πρώτη δημιουργική και προοδευτική ιστορική πορεία του ΠΑΣΟΚ,
και αφετέρου να αποτελέσει ένα νέο πολιτικό χώρο, που θα συνεισφέρει στη
δημιουργία των σύγχρονων λύσεων που αντιμετωπίζει ο Ελληνισμός. Η τυχόν
θετική ευόδωση μιας τέτοιας πορείας θα έιχε και τη θετική ανταπόκριση ακόμα και
αυτών των πολιτών που δεν εκφράζονται από το σημερινό πολιτικό σύστημα,
λόγω της απουσίας ενός ριζοσπαστικού πατριωτικού δημοκρατικού πολιτικού
υποκειμένου που θα συνδύαζε ολοκληρωμένα τα παραπάνω. Σε αυτό το σύνθετο
πεδίο θα κριθεί και θα αξιολογηθεί η νέα αυτή προσπάθεια.