Τετάρτη 01.12.2021 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ο Σιούλας ο Ταμπάκος: Μία διαχρονική μορφή

13.11.2021

Του Ηλία Γιαννακόπουλου

 

«Αλέθεται ο άνθρωπος με τούτο και κείνο…, δεν προφταίνει μια στιγμή να σταθεί και να ιδεί τι γίνεται ολόγυρά του» ∗
(Δ. Χατζή, «Ο Σιούλας ο Ταμπάκος»)

Υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα που ο χρόνος δεν τα φθείρει ούτε τα
απωθεί στο σκοτεινό χώρο της λήθης. Υπάρχουν κοινωνικά φαινόμενα που
την κατανόηση και ερμηνεία τους τη διευκολύνουν περισσότερο κάποια
λογοτεχνικά κείμενα και λιγότερο οι εξειδικευμένες μελέτες και πραγματείες
των επιστημόνων. Υπάρχουν ανθρώπινοι χαρακτήρες και συμπεριφορές
που χαρτογραφούνται πειστικότερα από κάποιον λογοτέχνη παρά από έναν
ψυχολόγο ή κοινωνιολόγο. Υπάρχουν ιδέες και προτάσεις ζωής που
διατυπώνονται αποτελεσματικότερα από έναν διηγηματογράφο παρά από
έναν φιλόσοφο ή πολιτικό.

Ο Δημήτριος Χατζής (1914-1981) και το «Το τέλος της μικρής μας
πόλης» (διηγήματα, 1963) ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία που η
διαχρονικότητά τους αποτελεί στοιχείο γνώσης αλλά και έμπνευσης. Ιδιαίτερα
διδακτικό και προφητικό (για τις αλλαγές που επιτελούνται στο ευρύτερο
περιβάλλον) το διήγημα «Ο Σιούλας ο Ταμπάκος». Σε αυτό περιγράφεται η
ιστορία και η μοίρα μιας συντεχνίας, των ταμπάκων. Παράλληλα,
περιγράφονται οι κοινωνικές ανακατατάξεις που προέκυψαν από την εισβολή
των μηχανών στην παραγωγική διαδικασία με την συνακόλουθη παρακμή της
συντεχνίας των βυρσοδεψών (ταμπάκων) των Ιωαννίνων. Κεντρικό πρόσωπο
του διηγήματος ο Σιούλας ο ταμπάκος που κάτω από το βάρος των
συντελούμενων αλλαγών αναγκάζεται να «προδώσει» τα παραδοσιακά
στερεότυπα της συντεχνίας του και να συμβιβαστεί με μία πραγματικότητα
που τον ωριμάζει και τον εμπλουτίζει εσωτερικά.

Ίσως η διαδρομή και η «μεταμόρφωση» του Σιούλα να μην ενδιέφερε
τον σημερινό αναγνώστη, αν στη δική του πορεία και «μετάλλαξη» δεν
διέκρινε κάτι από τη δική του μοίρα και παθήματα. Παρουσιάζοντας κάποιες
πτυχές αυτής της μεταλλαγής του Σιούλα μπορούμε να διακρίνουμε
σύγχρονες ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές αλλά και προτάσεις για τον
τρόπο με τον οποίο πρέπει ως άτομα και κοινωνία να αντιμετωπίζουμε τις
αλλαγές και ανακατατάξεις που επιτελούνται δίπλα μας.

«Καλός άνθρωπος είσαι…» *

Ο Σιούλας – τυπικός εκπρόσωπος της συντεχνίας των Ταμπάκηδων –
κάτω από το βάρος της υλικής επιβίωσης ωθείται σε πράξεις και
συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου της «ταξικής υπεροψίας»
του. Αναγκάζεται, δηλαδή, να πουλήσει το κυνηγετικό του όπλο σε άτομο
κατωτέρας κοινωνικής τάξης, τον Γύφτο. Η πράξη αυτή ως προσαρμογή στη
νέα πραγματικότητα τον οδηγεί σε μία αναπόφευκτη γνώση του «άλλου», του
απαξιωμένου. Είναι η αρχή της Ετερογνωσίας που σε μία προοπτική
γενίκευσής του τατυτίζεται με την Ανθρωπογνωσία.

 

Μπροστά στην ανθρωπιά του Γύφτου ο Σιούλας ανακαλύπτει στοιχεία
που αγνοούσε ή περιφρονούσε. Γι’ αυτό και η φράση «Καλός άνθρωπος
είσαι…» υποδηλώνει την ομολογία και αποδοχή πως η ανθρωπιά υπάρχει
παντού και όχι μόνο στον στενό κύκλο της συντεχνίας του. Είναι μία ομολογία
που γκρεμίζει τα τείχη του διαχωρισμού των ανθρώπων με ταξικά κριτήρια.
Η εμπειρία του Σιούλα με τον Γύφτο και τον Βαρελά λειτουργεί ως
αφετηρία μιας εσωτερικής ανασκόπησης και ως αφορμή μιας
επανασημασιολόγησης κάποιων αυτονόητων της ζωής του. Ωριμάζει, δηλαδή,
ως άνθρωπος και σε μια έκρηξη αυτογνωσίας και ανθρωπογνωσίας (ή και
κοινωνιογνωσίας) διακηρύσσει σιωπηλά το:
«Καλός άνθρωπος είναι κι αυτός, το ‘λεγε και το ξανάλεγε μέσα του,

να το νιώσει, να το χορτάσει. Καλός άνθρωπος –
μα πού στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;». *

Αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, αν και σιωπηλός, είναι τόσο ηχηρός
που παραπέμπει σε μία προτροπή προς όλους. Να γνωρίσουμε, δηλαδή,
καλύτερα όλους αυτούς τους ανθρώπους, που ο εγωισμός μας και η
«συντεχνιακή μας απομόνωση» μάς εμποδίζει να δούμε καθαρά.

Γενικότερα η μεταστροφή του Σιούλα και η εσωτερική του μεταμόρφωση
– ωρίμανση διακονείται με τον καλύτερο υφολογικό τρόπο, τον εσωτερικό
διάλογο, που με τη βοήθεια και του ερωτηματικού αποτυπώνει εναργέστατα
τον εσωτερικό του εμπλουτισμό. Ίσως – ίσως το περιεχόμενο του
εσωτερικού μονολόγου να είναι και μία μομφή ή απόρριψη κάποιων
παραδοσιακών στερεοτύπων σχετικά με τον τεχνητό διαχωρισμό των
ανθρώπων. Αυτός ο εσωτερικός μονόλογος – διάλογος απελευθερώνει τον

 

Σιούλα και τον βοηθά να δει και να ερμηνεύσει ή και να αποδεχτεί τη νέα
πραγματικότητα. Ότι τους ανθρώπους τους αξιολογείς με κριτήριο τα
ανθρώπινα και εσωτερικά χαρακτηριστικά και όχι τα κίβδηλα της ταξικής
ένταξης.

Η εσωτερική σύγκρουση του Σιούλα

Ο βασικός εκπρόσωπος των Ταμπάκηδων, ο Σιούλας, βιώνει μία
εσωτερική σύγκρουση που τον οδηγεί σε πράξεις και συμπεριφορές που
ακυρώνουν βίαια το παρελθόν του. Βυθισμένος και εγκλωβισμένος στα ταξικά
του στερεότυπα αναγκάζεται να τα υπερβεί για να επιβιώσει σε έναν κόσμο
που αλλάζει ταχύτητα. Προσπαθεί στην αρχή να ισορροπήσει ανάμεσα σε
δύο πραγματικότητες – αναγκαιότητες. Ωστόσο οι ραγδαίες εξελίξεις της
εξωτερικής πραγματικότητας – οικονομικές… – δεν αφήνουν στον Σιούλα
περιθώρια για υπεράσπιση της ταξικής του υπερηφάνειας. Τον σπρώχνουν
σε μία βίαιη προσαρμογή και αποδοχή της πραγματικότητας που ωστόσο τον
εμπλουτίζει εσωτερικά και τον ωριμάζει.

Έτσι στη σκληρή μάχη και επώδυνη σύγκρουση ανάμεσα στην ταξική
υπεροψία και στην αναγκαιότητα της επιβίωσης νικητής αναδεικνύεται η
δεύτερη, αφού η υλική επιβίωση (ατομική, οικογενειακή) γεννά τους δικούς της
κανόνες δικαιώνοντας το Λατινικό «primum vivere». Το τέλος της
σύγκρουσης – σε αντίθεση με το τέλος των αρχαίων τραγικών ηρώων – δεν
είναι η πτώση ως αποτέλεσμα κάποιας Ύβρης, αλλά η ωρίμανση και η
αναβάπτιση του ήρωα.

 

Μέσα από μία διαδρομή ανθρωπογνωσίας («Καλός άνθρωπος κι
αυτός, το ‘λεγε και το ξανάλεγε μέσα του, να το νιώσει, να το χορτάσει. Καλός
άνθρωπος – μα που στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;») οδηγείται στην
αναγκαία αυτογνωσία. Μία αυτογνωσία που θα τον βοηθήσει όχι μόνο να
επιβιώσει ατομικά και οικογενειακά αλλά και να προσαρμόζεται
αποτελεσματικότερα στα νέα δεδομένα που συνοδεύουν τις ριζικές αλλαγές
που συντελούνται στο ευρύτερο εξωτερικό περιβάλλον (οικονομικές,
τεχνολογικές, κοινωνικές…).

Τώρα ο Σιούλας γνωρίζει πως το να παρακολουθείς και να βαδίζεις
παράλληλα με τις συντελούμενες αλλαγές του εξωτερικού περιβάλλοντος δεν
συνιστά κατ’ ανάγκην μία προδοσία της ταξικής του συνείδησης. Το αντίθετο
είναι η ευκαιρία να κατανοήσει καλύτερα τη θέση του ανθρώπου απέναντι
στους αόρατους (και άτεγκτους) νόμους της εξωτερικής πραγματικότητας και
να διαμορφώσει τη στάση – άμυνά του απέναντι σε αυτούς. Η προσαρμογή
δεν είναι πάντοτε και η χειρότερη – ντροπιαστική κίνηση. Ντροπή και αφέλεια
είναι να μην αντιλαμβάνεσαι ή να αδιαφορείς για τις συντελούμενες αλλαγές.
«Περνάν ωστόσο τα χρόνια, οι άνθρωποι γερνάνε,
…αλλάζουν όλα και μήτε προφταίνεις να το νιώσεις…
…αλέθεται ο άνθρωπος με τούτο και κείνο και το ‘να και τ’ άλλο,
με το σήμερα και με τ’ αύριο, δεν προφταίνει μια στιγμή
να σταθεί και να ιδεί τι γίνεται ολόγυρά του» *

Είμαστε ο τρόπος με τον αντιδρούμε…

Ο συγγραφέας Δημήτρης Χατζής έμμεσα θέτει την πρότασή του για τον
τρόπο με τον οποίο πρέπει ο άνθρωπος να αντιμετωπίζει και να αντιδρά στις
αλλαγές του περιβάλλοντος και γενικότερα στις αναγκαιότητες της ζωής.
Μπορεί, δηλαδή, ο Σιούλας ο Ταμπάκος να δυσκολεύτηκε να
συνειδητοποιήσει την κατάστασή του και να κάνει το μεγάλο άλμα της ζωής
του, ωστόσο έφτασε μέχρι το τέλος μιας διαδρομής που τον δικαίωσε και μάς
δίδαξε πόσα νέα στοιχεία – χρήσιμα για τη ζωή μας – μπορούμε να
ανακαλύψουμε, αν αντιδράσουμε σωστά κι αν απεγκλωβιστούμε από τα
δεσμά του εγωισμού και της ατομικής ή ταξικής υπεροψίας.

 

Γενικότερα τον άνθρωπο τον χαρακτηρίζουν όχι αυτά που του
συμβαίνουν αλλά ο τρόπος που αντιδρά σε αυτά. κι αυτή η αντίδραση είναι
και το βαθύτερο περιεχόμενο της ανθρώπινης ελευθερίας.

Στο σημείο αυτό συναντιέται ο Δ. Χατζής, ο Επίκουρος και ο Φερνάντο
Σαβατέρ και ίσως – ίσως ο Έγελος και ο Μπρεχτ. Όλοι αυτοί με μικρές
διαφοροποιήσεις – φιλοσοφικές, ψυχολογικές – προκρίνουν ως λύση την
αποδοχή της πραγματικότητας ως μιας αναγκαιότητας αλλά και την
προσπάθεια – αγώνα για την αλλαγή των όρων ύπαρξής μας με απώτατο
στόχο την ελευθερία μας.

Για λόγους «οικονομίας» και μεθοδολογίας παρατίθενται οι θέσεις των
παραπάνω που κινούνται στο ίδιο νοηματικό πλαίσιο και συνυφαίνουν την
επιθυμητή βιοθεωρία για κάθε εποχή.

α. «Δεν είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που μάς συμβαίνει…,
αλλά ελεύθεροι να απαντήσουμε σε αυτό που μάς συμβαίνει με τον έναν
ή τον άλλο τρόπο» και «Παρ’ όλο που δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυτό
που μάς συμβαίνει, μπορούμε αντιθέτως να επιλέξουμε να εναντιωθούμε
σ’ αυτό που μάς συμβαίνει», (Σαβατέρ, «Μιλώντας στο γιο μου για την
Ηθική και την Ελευθερία»).

β. «Να είμαστε πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τα δεδομένα της
πραγματικότητας, ακόμη και αν αρχικά μάς ενοχλούν, αντί να
αρνούμαστε ή να αντιμαχόμαστε την ύπαρξή τους συνεχώς»,
(Επίκουρος).

γ. «Ελευθερία είναι η αποδοχή της αντικειμενικής αναγκαιότητας»,
(Έγελος).

 

δ. «Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μάς μάθει πώς την
πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε», (Μπρεχτ).

Η συμμόρφωση στις αναγκαιότητες

Η αξία, λοιπόν, της λογοτεχνίας αναγνωρίζεται στο βαθμό που μέσα
από την ρεαλιστική περιγραφή ανθρώπινων τύπων σε οριακές στιγμές
προβάλλονται πρότυπα ζωής και αντίδρασης στους άτεγκτους νόμους της
εξωτερικής πραγματικότητας. Μπορεί, ο Σιούλας ο ταμπάκος να μην έχει το
μέγεθος και το συμβολισμό ενός ήρωα πάσχοντα του Αισχύλου, ωστόσο
αισθητοποιεί με ενάργεια την προοπτική μιας δικής μας «πιθανότητας». Κι
αυτό γιατί η ζωή δεν έχει βεβαιότητες και η πραγματικότητα πολλές φορές την
διαψεύδει.

Η πραγματικότητα, δηλαδή, σε όλες τις εκφάνσεις της (φυσική,
κοινωνική, οικονομική…) συνιστά για τον άνθρωπο μία αναγκαιότητα. Η
πραγματικότητα αυτή διαποτίζει τους όρους της υλικής του επιβίωσης αλλά
και τα όρια των δράσεων και συμπεριφορών του. Συνειδητά ή ασυνείδητα
κατευθυνόμεθα από τις δεσμεύσεις της εξωτερικής πραγματικότητας. Αυτή
καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που σκεπτόμαστε και στοχαζόμαστε
για τα «μικρά» και «μεγάλα» της ζωής μας. Ενίοτε αυτή η πραγματικότητα
μπορεί να συνιστά μία ενόχληση για την ευτυχία μας. Μπορεί άλλοτε να
περιορίζει την ελευθερία μας και να μας ποδηγετεί. Η γνώση και αποδοχή
των νόμων λειτουργίας των δεδομένων της πραγματικότητας για τον καθένα
μας καθίσταται αναγκαία, αν θέλουμε να την υπερβούμε. Ο

 

στρουθοκαμηλισμός ως στάση και ο Δονκιχωτισμός εγκυμονούν κινδύνους
για την επιβίωσή μας.
Αποτελεί, επίσης, αφροσύνη η συνεχής διαπάλη με τα δεδομένα της
πραγματικότητας, όταν αυτή η διαπάλη και η άρνηση αδιαφορεί για την
αντικειμενική υπόσταση των δεδομένων. Εξάλλου αποτελεί ασυγχώρητο
εγωκεντρισμό η απαίτηση να προσαρμόζεται η πραγματικότητα σύμφωνα με
τις ανάγκες και την ιδεολογία μας. Όταν, δηλαδή, αυτή αλλάζει και μας
υπερβαίνει, οφείλουμε εμείς να την αποδεχτούμε και να συμμορφωθούμε
στις επιταγές της και όχι να απαιτούμε η πραγματικότητα να συμμορφωθεί
στις δικές μας υλικές και ιδεολογικές ανάγκες.

Εξάλλου είναι παραδεκτό σύμφωνα και με τον Έγελο πως η κατάκτηση
της ελευθερίας προϋποθέτει την υποταγή στην αναγκαιότητα της
πραγματικότητας. Γιατί μόνον έτσι μπορούμε να την υπερβούμε και να την
διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις ανάγκες μας. Κάθε άλλη στάση είναι
βλαπτική για το άτομο και την κοινωνία, γιατί τα δεδομένα της
πραγματικότητας λειτουργούν με τους δικούς τους μηχανισμούς που δεν
χαρακτηρίζονται από συναισθήματα και ανθρώπινες ευαισθησίες. Αυτό
επιβάλλει την εγρήγορσή μας στην αντιμετώπιση των δεδομένων της
πραγματικότητας και όχι την άγονη αντιπαράθεση με αυτήν.

Τα τείχη της σύγχρονης «Ιεριχούς»…

«…Έτσι πήγε κάποτε ο πρώτος ταμπάκος, στάθηκε στο παζάρι και
πούλησε το κυνήγι του – ύστερα πήγανε κι άλλοι» *

 

Τελικά η ανάγκη και ο νόμος της υλικής επιβίωσης κυριάρχησε
απόλυτα γκρεμίζοντας τα ισχυρά τείχη της συντεχνιακής υπεροψίας. Το
διήγημα κλείνει με έναν λυρικό και πρωτότυπο τρόπο με τον ισχυρό
συμβολισμό των τειχών της Ιεριχούς.
«Πίσω του εκείνη τη μέρα οι σάλπιγγες των νέων καιρών γκρεμίζαν από
θεμέλια τα τείχη της ταμπάκικης Ιεριχούς μέσα σε πανδαιμόνιο απ’

ουρλιαχτά μηχανών» *

Στο διήγημα καταγράφεται με δραματικό τρόπο και έντονα
εικονοπλαστικό λόγο (οπτική και ακουστική εικόνα) το τέλος του παλιού
κόσμου (συντεχνίες…) και το λυκαυγές ενός νέου κόσμου, του κόσμου της
μηχανής. Το τέλος του διηγήματος – και σε αυτό έγκειται η αξία και η
διαχρονικότητά του – είναι ταυτόχρονα ένα requiem, αλλά κι ένα glorius.

Στην εποχή μας των νέων τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης
που «προετοιμάζουν» τον Homo digitalis ποιος μπορεί να φιλοτεχνήσει το
γκρέμισμα των σύγχρονων τειχών της Ιεριχούς;

* Αποσπάσματα από το διήγημα «Ο Σιούλας ο ταμπάκος»