Του Χρήστου Κοντού
-Φτάνουν οι μέρες των Χριστουγέννων, εσύ τι έκανες αριστερέ, άθεε κουμουνιστή και δωδεκαθεϊστή να σώσεις την ψυχή σου; Πήγες στην ενορία της γειτονιάς σου να δώσεις λίγα κέρματα για τους φτωχούς; Λίγα ρούχα από αυτά που δεν πρόκειται ποτέ σου να ξαναφορέσεις, αλλά πάλι δεν σε αφήνει η τσιγγουνιά σου να τα δώσεις γιατί κάποτε τα χρυσοπλήρωσες και έκανες με αυτά το κομμάτι σου στην Ασκληπιού και μπορεί να χτύπησες και καμιά γκόμενα;
Δίνεις ρε αθεόφοβε κανένα κέρμα σε αυτούς που ζητιανεύουν στο δρόμο και δεν έχουν να φάνε; Και αν ναι, ποιος σε είδε;
Τι κοινωνικούς αγώνες και πράσινα άλογα μου λες; Τι πας και μαζεύεις χρήματα για τους πρόσφυγες, ποιος σε είδε; Έκανες καμιά κοινοποίηση στο facebook γι’ αυτό; Πόσα λάικ πήρες; Εγώ τότε που ανέβασα για το κουστούμι που έδωσα στον άστεγο πήρα χιλιάδες… Τι να μου πεις εσύ τώρα;
Πες ρε πόσα λεφτά έδωσες στον έρανο που έκανε ο Αργυρούσης; Εμένα είπε το όνομά μου δέκα φορές και ο δεσπότης μόλις με βλέπει με χαιρετάει στο δρόμο, εσύ τι έδωσες για τα Χριστούγεννα;
-ΤΙΠΟΤΑ ΡΕ γιατί ο χρόνος έχει άλλες 360 ημέρες και ευτυχώς δεν με βλέπει κανένας… γιατί τα φώτα έχουν σβήσει και στα σκοτάδια μένουν εκείνοι που μπορούν να διακρίνουν τους ανθρώπους χωρίς χρώματα.
Και ξέρεις κάτι ρε. Η ανθρωπιά δεν φωτογραφίζεται, δεν την πιάνει ο φακός, ούτε γίνεται ποστ στο facebook και θέμα στις εφημερίδες. Ή την έχεις ή δεν την έχεις. Την κουβαλάς στην ψυχή σου και όχι στις τσέπες σου…
Υ.Γ.: Ο παραπάνω φανταστικός διάλογος γράφτηκε επειδή σχεδόν όλοι τούτες τις μέρες θα θυμηθούν να γίνουν πονόψυχοι… σε μια πόλη που από τις γειτονιές πέρασε στην αποξένωση και μετρά ανθρώπους να πεθαίνουν και να τους βρίσκουμε μέρες μετά…