Κυριακή 26.01.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Γιώργος Μαυροψαρίδης: Ο σπουδαίος Οσκαρικός Μοντέρ μιλά στον «Ε.Π.»

13.01.2020

Ένας από τους σπουδαιότερους μοντέρ του ελληνικού και διεθνούς κινηματογράφου είναι ο κ. Γιώργος Μαυροψαρίδης. Με πολλές διακρίσεις στο βιογραφικό του, ανάμεσά τους και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ για την ταινία «Η ευνοούμενη», συνεργασίες με τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου με δικαίωμα ψήφου στα βραβεία Όσκαρ κάνει την μεγάλη τιμή στην εφημερίδα μας να μας παραχωρήσει συνέντευξη για την λαμπρή πορεία του, την τέχνη του μοντάζ, αλλά και τις εντυπώσεις του από τα Τρίκαλα.

Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Χάρη Μαντέλλο

 

1) Κύριε Μαυροψαρίδη τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να ασχοληθείτε με την τέχνη του μοντάζ; Ποιοι ήταν οι πρώτοι δάσκαλοί σας;

Σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και για την ευκαιρία που μου δίνουν οι ερωτήσεις σας να αναφερθώ στην τέχνη και τεχνική του κινηματογραφικού μοντάζ.

Από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στη Διεθνή Κινηματογραφική Σχολή του Λονδίνου (LIFS) η αγαπημένη μου ενασχόληση, από όλες τις ειδικότητες που τεχνικά τουλάχιστον, ήμασταν υποχρεωμένοι να μάθουμε, ήταν το μοντάζ, κυρίως λόγω της ιδιαιτέρως εσωστρεφούς προσωπικότητάς μου και μιας έμφυτης κατά κάποιο τρόπο έφεσης προς αυτό.

Πριν αρχίσω τις σπουδές μου στον κινηματογράφο, στα χρόνια της μαθητείας μου στην Δραματική Σχολή το Θεατρικό Εργαστήρι, σημαντικός δάσκαλός μου, που διαμόρφωσε εν πολλοίς την στάση μου προς την ζωή ήταν ο σκηνοθέτης Βίκτωρ Παγουλάτος.

Δάσκαλοί μου στο μοντάζ στο LIFS ήταν ο John Fletcher (πρωτεργάτης της περιόδου του αγγλικού free cinema και ο Frank Clarke, μοντέρ  πολλών ταινιών την εποχή της ακμής των αγγλικών στούντιο.

Στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου διαδρομής, κι αφού είχα επιστέψει στην Ελλάδα, σημαντικό ρόλο στην κινηματογραφική μου εκπαίδευση έπαιξε το περιβάλλον της Stefi Film, των Βασίλη Κατσούφη και Βιτόριο Πιέτρα, εταιρία παραγωγής διαφημιστικών ταινιών, όπου εκεί μαθήτευσα, γνώρισα και συνεργάστηκα με κινηματογραφιστές όπως ο Γ. Πανουσόπουλος, ο Ν. Παναγιωτόπουλος,  ο Ν. Νικολαΐδης,  ο Ν. Περάκης, καθώς και με συνομήλικούς μου ανθρώπους του χώρου που μας ένωνε κυρίως η αγάπη μας προς τον κινηματογράφο, που ο κινηματογράφος ήταν για μας ο τρόπος ζωής μας, και που μετά τα διαφημιστικά συνεργαζόμασταν στις μικρού μήκους ταινίες τους. Αργότερα μου δόθηκε η ευκαιρία να έχω μια σχέση δασκάλου μαθητή με τον Αλέξη Δαμιανό, τον Σταύρο Τσιώλη, τον Σταύρο Τορνέ και την Εύα Στεφανή.

2)   Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε και πόσος χρόνος χρειάζεται για να βάλετε σε μία τάξη όλο το υλικό που έχετε στα χέρια σας;

Η διαδικασία που γενικώς ακολουθείται, το λεγόμενο workflow, έχει αλλάξει από την εποχή της μουβιόλας όταν πρωτοξεκίνησα, στην τωρινή ψηφιακή εποχή μας.

Και αλλάζει συνεχώς ακολουθώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις. Στις μέρες μας η οργάνωση του υλικού και η πρακτική διαδικασία του μοντάζ γίνεται σε απίστευτα γρήγορους χρόνους, αλλά από την άλλη, η πιο δημιουργική φύση του μοντάζ, το κτίσιμο της σκηνής, της σεκάνς, του πρώτου assembly, του πρώτου rough cut μέχρι να φτάσουμε στην τελική του εκδοχή, στο final cut, αφού έχει προστεθεί το sound design και η μουσική, είναι διαχρονικά σχετικά το ίδιο, μπορεί δηλαδή να χρειάζεται να διαρκέσει από έξι μήνες μέχρι και ένα χρόνο ή και περισσότερο.

Μπορεί και δυο μήνες, ή και 14 μέρες που πήρε στον Αϊζενστάιν να μοντάρει το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», εξαρτάται από πολλά.

3)  Πόσο δύσκολο είναι ένας μοντέρ να κάνει την δουλειά του χωρίς να προδώσει ή να αλλοιώσει το όραμα του σκηνοθέτη;

Δε θα έπρεπε να είναι δύσκολο,αλλά και αυτό είναι κάτι που μαθαίνεται στην πορεία. Στην ουσία το μοντάζ είναι η διαδικασία που ξεκινά από το σενάριο, συνεχίζεται με τον τεμαχισμό του χωροχρόνου από το σκηνοθέτη, λαμβάνοντας υπόψη και τις ανάγκες και δυνατότητες της παραγωγής, και ολοκληρώνεται με την είσοδο του μοντέρ που κατόπιν πολύμηνης συνεργασίας με τον σκηνοθέτη, τον βοηθό μοντέρ, τον μουσικό, τον sound designer, τον Visual Effect Editor, τον Colour Grader, φτάνουν στο τελικό αποτέλεσμα που βλέπουμε στις οθόνες μας. Όλα αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το όραμα του δημιουργού.

4)  Θεωρείτε ότι το ευρύ κοινό αντιλαμβάνεται την αξία του μοντάζ σε μια  ταινία;

Στις μέρες μας η πρωτοκαθεδρία της εικόνας αναπτύσσει από νωρίς στους νέους μια αυξημένη αντίληψη και κατανόηση του ρόλου του μοντάζ. Θα έπρεπε βέβαια αυτή να υποστηριχθεί περισσότερο με την ουσιαστική ένταξή της κινηματογραφικής παιδείας στο εκπαιδευτικό σύστημα.

5) Ένας μοντέρ πρέπει να χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική ανάλογα με το εκάστοτε κινηματογραφικό είδος που καλείται να καταπιαστεί;

Κάθε κινηματογραφικό είδος (genre) έχει τους δικούς του κανόνες σε όλες τις φάσεις του μοντάζ, τις οποίες σας ανέφερα απαντώντας στην τρίτη σας ερώτηση.

Και ναι βεβαίως οι απαιτήσεις της αφήγησης μιας ταινίας τρόμου ή θρίλερ χρησιμοποιούν τις σχετικές φόρμες και μοτίβα. Παρ’ όλα αυτά και αυτές οι φόρμες απαιτούν την ‘εμψύχωσή’ τους για να λειτουργήσουν στην τέταρτη διάσταση, στη διάσταση του χρόνου της προβολής της ταινίας μπροστά σε ένα κοινό.

Και βέβαια στον κινηματογράφο της ‘προσωπικής’ αφήγησης, τον κινηματογράφο του auteur, η τεχνική στην οποία αναφέρεστε είναι κυρίως το ύφος της αφήγησης, όχι τόσο το τι λέγεται, αλλά πρωτίστως το πώς αυτό αρθρώνεται από την οπτικοακουστική τέχνη και τεχνική του μοντάζ.

6) Τι σημαίνει για εσάς η υποψηφιότητα που είχατε στα Όσκαρ;

Κυρίως αναγνώριση της πολυετούς δουλειάς μας στο μοντάζ με τον Γ. Λάνθιμο.

7) Είστε ένας καταξιωμένος μοντέρ, αλλά στο παρελθόν είχατε και συμμετοχή ως ηθοποιός σε κάποιες ταινίες. Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω για τις αναμνήσεις σας από τα γυρίσματα του “Λούφα και Παραλλαγή” του κ. ΝίκουΠεράκη.

Η συμμετοχή μου στη ‘Λούφα και Παραλλαγή’ ήταν περιστασιακή και προήλθε από την ανάγκη ο ηθοποιός που θα έπαιζε το ρόλο του μοντερ να είναι πειστικός στο χειρισμό της μουβιόλας. Κατά τα άλλα μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία με πολύ καλούς συναδέλφους ηθοποιούς!

8)   Έχετε επισκεφθεί ποτέ την πόλη μας ή τον   νομό μας  π.χ.τα Μετέωρα;

Ναι βέβαια και την θαυμάσια πόλη σας, τα Τρίκαλα, και την Ελάτη και τα Μετέωρα, με τις καλύτερες αναμνήσεις.Έχει περάσει καιρός, αλλά ελπίζω κάποια μέρα να μου δοθεί εκ νέου η ευκαιρία μιας επίσκεψης.