Σάββατο 23.10.2021 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
01.04.2021

Οικοτροφείο θηλέων

Του Δημήτρη Λύπα*

«Αγρίεψε ο καιρός», είπε φωναχτά. Πίσω του δεν υπήρχε κανείς. Ασφάλισε την εξώπορτα. Άγρια τραμουντάνα λύγιζε τα σκεβρωμένα δενδρολίβανα και τις λεβάντες, προκαλώντας ρίγη στον ύπνο των κοριτσιών. Ήταν Σάββατο βράδυ. Κύματα βουνά πλημμύρισαν τα παρτέρια και τις γλάστρες. Αυλάκωσαν τις τζαμαρίες.  Το ημερολόγιο έδειχνε αρχές Φεβρουαρίου. Σκέτος χειμώνας.

Στα δυτικά του νησιού, καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα από την Χώρα, το Γηροκομείο έστεκε σαν κούτσουρο ξεβρασμένο στην παραλία. Φιλοξενούσε είκοσι δύο  ηλικιωμένες γυναίκες και τον Παντελή, επιστάτη και προστάτη της εύθραυστης επιβίωσής τους. Επιπλέον, μια μαγείρισσα και μια καθαρίστρια δούλευαν καθημερινά στην πρωινή βάρδια.

Ξημέρωσε η πρώτη Κυριακή του Φλεβάρη με τον βοριά να λυσσομανάει. Λίγο μετά τις έντεκα έφτασε η βασιλόπιτα, σε δυο ταψιά, το ένα γεμάτο, το δεύτερο λειψό. Επρόκειτο για συνήθεια των τελευταίων χρόνων. Την πίτα που περίσσευε από τον χορό των Κυνηγών την χάριζαν στον Οίκο Ευγηρίας του νησιού.

«Για να γλυκάνουν το κάρμα τους από τα τόσα σκοτωμένα ζώα»,  είπε ψυχρά ο Παντελής στον αναμαλλιασμένο μεταφορέα. Αυτός σήκωσε τους ώμους αδιάφορα και μπήκε τρέχοντας στο φορτηγάκι του.

Στην τραπεζαρία  επικρατούσε φασαρία. Οι γριές ήταν κεφάτες και λαλίστατες. Πρώτη και καλύτερη η κοπέλα Νο1, η αρχαιότερη στο Οικοτροφείο θηλέων όπως το ονόμαζαν μεταξύ τους. Αρχικά έφαγε ένα πιάτο βραστό λάχανο με χοιρινό, το οποίο σημειωτέον, το κατάπιε αμάσητο λόγω έλλειψης σταθερών δοντιών. Στη συνέχεια τραγούδησε και χόρεψε τραγούδια από τη Ρωσία, αφού είχε μεγαλώσει στη ρώσικη στέπα.

Λίγο πριν από τη μεσημεριανή ανάπαυση αποφάσισαν να κόψουν την πίτα. Αντάλλαξαν ευχές για το νέο έτος κι ας ήταν αρχές Φλεβάρη. Το πρώτο κομμάτι για τον Χάρο και τα υπόλοιπα για τα κορίτσια και τον Παντελή.

« Η βασιλόπιτα είναι όνειρο » έκραξε η κοπέλα Νο5, πασαλειμμένη με κίτρινα ψίχουλα και γλάσο σοκολάτας .

Η κοπέλα Νο1 έσκυψε και μύρισε το γλυκό. Η όσφρηση της, αν και ασθενική, εντόπισε τις ευφραντικές του ηδονές. Χώρεσε  ολόκληρο το κομμάτι στο στόμα της και άρπαξε ένα δεύτερο στο χέρι. Από βιασύνη δεν πρόσεξε. Είχε πάρει το κομμάτι για τον Χάρο. Βλέποντας την κοπέλα Νο6 να πλησιάζει, το κατάπιε αμάσητο. Η τεράστια  μπουκιά της έφραξε τον φάρυγγα. ΄Έσφιξε το στόμα κάνοντας την μασέλα να πλαταγίσει στα χαλαρά ούλα. Το γλυκό ξεκόλλησε και κύλησε  προς το στομάχι. Από μακριά τής ευχήθηκαν υψώνοντας τα ποτήρια με το κρασί. Σήκωσε το χέρι με το δεύτερο κομμάτι. Η ξινομούρα Νο6 της  γύρισε την πλάτη. Αστραπιαία  εξαφάνισε την βασιλόπιτα  στο στόμα της. ΄Έκανε να βήξει. Κάτι είχε σκαλώσει στον  λάρυγγά της. Φωνή δεν έβγαινε. Μόνο κάποιες βραχνές συλλαβές που χάθηκαν στη φασαρία. ΄Άρπαξε με τα χέρια το λαιμό της. Χτύπησε το στήθος της. Τα μάτια της πετάχτηκαν από τις κόγχες.  Είχε  πρόσωπο κάθιδρο και το στόμα ανοιχτό, άχρηστο να πάρει αέρα. Σε ελάχιστο χρόνο έχασε το ωχρόλευκο χρώμα της αναιμικής, ανήλιαγης γριάς που τόσο καμάρωνε. Από τα χείλια της μια ύπουλη μωβ-μπλε απόχρωση εξαπλωνόταν  ταχύτατα. Το οπτικό της πεδίο σκοτείνιασε.  Ήρθε το τέλος, σκέφτηκε. Άκουσε να βουίζουν μελίσσια. Δύο μυώδη μπράτσα την τύλιξαν στην αγκαλιά του. Ο Ιβάν, ο εφηβικός και μοναδικός της έρωτας. Αψιά η μυρωδιά τού ιδρώτα του, όπως οι μασχάλες του Παντελή. Σκέφτηκε ότι είχε φτάσει στον Παράδεισο, όμως ο Ιβάν έγινε όπως όταν μεθούσε, βίαιος. Άρχισε να τη σφίγγει και να της δίνει κάτι σαν γροθιές στο στομάχι.  Με άγρια φωνή τη διέταζε να βήξει. Και ξανά τα ίδια. Γροθιά στο στομάχι και άγρια φωνή, όπως του Παντελή στα νεύρα του.

Και τότε έγινε. Κάτι μεταλλικό ξεκόλλησε από τον λαιμό της, τινάχτηκε και προσγειώθηκε στην περούκα της κοπέλας Νο6. Ενοχλημένη έψαξε στον σινιέ κότσο της και εμφάνισε ένα σαλιωμένο νόμισμα.

«Το φλουρί», είπε αηδιασμένη. Κοίταξε  προς το μέρος των γλεντοκόπων γραιών  χωρίς να εντοπίσει κάτι το επιλήψιμο.

Τρέμοντας και παίρνοντας βαθιές ανάσες,  από την αγκαλιά του Παντελή, ξάπλωσε στον φθαρμένο καναπέ, δίπλα στην τζαμαρία. Η κοπέλα Νο1 εξουθενωμένη,  έστρεψε το βλέμμα έξω, στο ανταριασμένο πέλαγος.

Στις εννέα το πρωί της Δευτέρας, μαζί με τον Παντελή στέκονταν έξω από την πόρτα του συλλόγου των Κυνηγών. Η γραμματέας έφτασε σαράντα λεπτά αργότερα. Κοίταξε τον Παντελή απ’ την κορφή ως τα νύχια ενώ αγνόησε τη γριά.  Μασούσε τσίχλα και τις λέξεις, οι οποίες  έβγαιναν ακατάληπτες, σαν να μιλούσε ξένη γλώσσα.

Η γριά Νο1 μπήκε στο οπτικό πεδίο της.  Έβγαλε από την τσέπη της το ψεύτικο νόμισμα.

  «Κέρδισα το φλουρί ….». Η γραμματέας την διέκοψε και γύρισε προς τον Παντελή.

«Έχεις άδεια οπλοφορίας;», ρώτησε μασώντας.

«Ναι» απάντησε, χωρίς να καταλάβει τα λόγια της.

Ξεκλείδωσε την ντουλάπα δίπλα της. Του παρέδωσε ένα μακρύ κουτί, αρκετά βαρύ και ένα μικρότερο, αλλά επίσης βαρύ.

«Καλό βόλι» του είπε κοιτώντας τον καβάλο του.

«Ευχαριστώ» είπε. Ο Παντελής ήταν ευγενικός άντρας.

Το απομεσήμερο της Δευτέρας βρήκε τις ξεθωριασμένες κοπέλες καθισμένες δίπλα δίπλα. Όλες κρατούσαν ένα μήλο. Η κοπέλα Νο1 στεκόταν απέναντι, με την καραμπίνα να αστράφτει στο χέρι.

« Είμαι άσσος στο σημάδι», τους φώναξε.

« Σίγουρα, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο», ειρωνεύτηκε χαμηλόφωνα η κοπέλα Νο6, που έβρισκε το παιχνίδι γελοίο.

Έδωσε το πρόσταγμα και  τοποθέτησαν  το μήλο στο κεφάλι τους. Πυρ…

Ο απολογισμός ήταν σοκαριστικά θλιβερός. Είκοσι μία γριές νεκρές.

        Το Οικοτροφείο θηλέων έκλεισε την Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2003. Σήμερα λειτουργεί σαν καταφύγιο πουλιών. Η γριά Νο1, η κατά  κόσμο Νατάλια, μεταφέρθηκε στο Άσυλο με τους ψυχιατρικούς ασθενείς όπου πέθανε μετά από τέσσερα χρόνια. Τους δύο τελευταίους μήνες τούς πέρασε καθηλωμένη στο κρεβάτι, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό, γκρινιάζοντας σε έναν ανύπαρκτο σύντροφο που τον φώναζε Ιβάν.

 

*Ο Δημήτρης Λύπας είναι παιδίατρος

 

Ο «Ενεργός Πολίτης», στην προσπάθειά του να καλύψει ένα τοπικό «πολιτιστικό κενό», ανοίγει μια επιφυλλίδα με το όνομα «Λογοτεχνικές Ανάσες», στην οποία δίνει βήμα σε επίδοξους (κυρίως), αλλά και φτασμένους Τρικαλινούς – κατά προτίμηση – λογοτέχνες να παρουσιάσουν έργα τους. Στόχος η παροχή κινήτρων και η παρακίνηση για τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων. Η θεματολογία είναι ελεύθερη. Το κάθε μικροδιήγημα δεν πρέπει να ξεπερνάει τις 500 λέξεις και πρέπει να έχει τίτλο. Τα κείμενα αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση nikolakisman@gmail.com αναφέροντας την ιδιότητα-επάγγελμα του συγγραφέα και επισυνάπτοντας (προαιρετικά) μια φωτογραφία πορτρέτο.
Την επιμέλεια της λογοτεχνικής επιφυλλίδας έχει ο Νίκος Μάντζιος, μαθηματικός, ειδικός παιδαγωγός, συγγραφέας και δάσκαλος της δημιουργικής γραφής.