Τετάρτη 28.10.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Χρίστος Μοδέστου: “Τα πάντα στη ζωή μας έχουν να κάνουν με την μουσική”

16.02.2020 /

Σταθερά ανερχόμενος είναι ο νέος τραγουδιστής κ. Χρίστος Μοδέστου, τον οποίο πολύ συχνά συναντούμε σε ποιοτικά μουσικά αφιερώματα και εκδηλώσεις στην πόλη μας. Με χαρά και χαμόγελο ο ταλαντούχος και προσγειωμένος καλλιτέχνης μας έδωσε συνέντευξη μιλώντας μας για την μεγάλη του αγάπη, την μουσική, τις επιρροές του και τα όνειρά του.

Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Χάρη Μαντέλλο

Ας ξεκινήσουμε την κουβέντα μας λέγοντάς μας κάποια λόγια για την σειρά εμφανίσεών σας στη «Σουίτα» με τον γενικό τίτλο «Δεν μας ακούς που τραγουδάμε;». Τι θα ακούσει όποιος έρθει να σας δει και ποια μέχρι τώρα η ανταπόκριση του κόσμου;

Οι εμφανίσεις στη «Σουίτα» προκύψαν από την ανάγκη μου για ελεύθερη έκφραση στη μουσική. Ξέρεις, δεν είναι όλοι οι επιχειρηματίες σαν τον Παναγιώτη Μαγκλάρα, το να σέβεται δηλαδή πρώτα σαν μουσικό και μετά σαν άνθρωπο αυτόν που έχει απέναντί του. Του είχα «πετάξει» την ιδέα μου ένα βράδυ που πήγα εκεί σαν θαμώνας και αυτός δέχτηκε μετά χαράς. Ξεκίνησαν οι πρόβες και είδαμε ότι δέσαμε μεταξύ μας. Το πρόγραμμα μας ποικίλει. Μπορεί κάποιος οποίος έρχεται τις Τετάρτες μας στη «Σουίτα» να ακούσει από παραδοσιακά τραγούδια της Κύπρου και της Ηπείρου, μέχρι νεοτάτων δημιουργών όπως του Σταύρου Σιόλα και του Παντελή Θαλασσινού. Βλέπω πως υπάρχει μια συνεχής αυξανόμενη προσέλευση του κοινού, το οποίο κοινό μας γεμίζει κάθε φορά με τις θετικές του κριτικές. Αυτό είναι πολύ ευχάριστο γιατί ευτυχώς υπάρχει ακόμη κόσμος που ακούει ποιοτική μουσική.

-Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την μουσική και ποιά ήταν τα μουσικά σας πρότυπα;

Πάμε πολύ πίσω, το 1998, όπου δειλά δειλά ανέβαινα στο ψαλτήρι της εκκλησίας του χωριού μου. Εκεί είχα την πρώτη μου «επίσημη» επαφή με τη μουσική. Ξέρεις, το ψαλτήρι είναι δύσκολο γιατί πρέπει να ακολουθείς αυστηρά την ιεραρχία. Εκεί έμαθα να σέβομαι αυτόν που έχω δίπλα μου, τον συγχορωδό μου. Αυτό το έχω και μέχρι σήμερα, όπου ποτέ δεν είδα κάποιον συνάδελφο μουσικό ή τραγουδιστή σαν ανταγωνιστή μου. Ο κάθε ένας έχει τον ρόλο του και είναι καλός σε κάτι. Αυτός που βλέπει ανταγωνιστικά τον συνάδελφό του, είναι αυτός που προσπαθεί να κρύψει τις δικές του αδυναμίες. Τα μουσικά μου πρότυπα είναι πολλά. Οι δάσκαλοί μου στη μουσική πρώτα πρώτα: ο κ. Θράσος η κ. Τασούλλα, η κ. Ελένη, ο π. Θεωνάς, ο κ. Αχιλλέας… Αλλά και όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και τραγουδιστές, από τον Μότσαρτ και τον Χατζιδάκι, μέχρι και τους Διονύση Θεοδόση και Ηλία Λιούγκο.

-Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν νέο καλλιτέχνη να προωθήσει την δουλειά του ή να δείξει το ταλέντο του σε μια εποχή που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο κύριος τρόπος προβολής τους είναι μέσω κάποιου talent show;

Κοίταξε, εδώ και 15 χρόνια η δισκογραφία πέθανε. Οι εταιρίες δεν δίνουν ούτε καν τα στοιχειώδη για την παραγωγή και προβολή νέων καλλιτεχνών. Δυστυχώς ή ευτυχώς μέσω ενός δίσκου γίνεται η πρώτη επαφή ή ακόμη και παρουσίαση ενός νέου καλλιτέχνη με το κοινό. Το να έχει ή όχι ένας ταλέντο, φαίνεται με το που ανοίξει το στόμα του. Το είδος της μουσικής που επέλεξα να υπηρετήσω αφόρα μόνο ένα μικρό ποσοστό των ανθρώπων, αυτών που διασκεδάζουν λιγότερο, αυτών που προτιμούν να βγουν μια φορά το μήνα, αλλά αυτή τους η έξοδος θα είναι σαν ένα μικρό τελετουργικό. Δεν θέλω το κοινό που η διασκέδαση είναι η ρουτίνα του. Σε αυτή την περίπτωση η μουσική και ο καλλιτέχνης έρχονται σε δεύτερη μοίρα για το κοινό. Εξάλλου οι χώροι όπου αναδείχθηκαν τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου όπως ο Σπανός, ο Σαββόπουλος και άλλοι τόσοι ήταν οι μικρές μπουάτ της Πλάκας που μετά βίας χωρούσαν σαράντα άτομα. Με αυτό τον τρόπο ο καλλιτέχνης κτίζει την καριέρα του. Τα Talent shows υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Ας μη ξεχνάμε τους «Αγώνες ελληνικού τραγουδιού» του Μ. Χατζιδάκι, ή ακόμα και το «Να η ευκαιρία». Απλά χρόνο με το χρόνο τα πρότυπα και τα «αρέσκω» αλλάζουν. Το ίδιο που συνέβαινε τότε, συμβαίνει και τώρα, απλά με διαφορετικά δεδομένα.

-Όταν βρίσκεστε πάνω στην σκηνή και ο κόσμος από κάτω σιγοτραγουδά μαζί σας, πώς νιώθετε;

Νιώθω ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο!!! Αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να λάβει ένας τραγουδιστής, όχι οι αριθμοί. Σκέψου να έχεις μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα και να είναι όλοι ψυχροί, ή ακόμα χειρότερο να μιλάνε όλοι μεταξύ τους και να φωνάζουν, σαν να είναι στο γήπεδο. Δεν σου κάνει καθόλου κέφι, αναλώνεσαι. Γι’ αυτό το λόγο, τα τελευταία έξι χρόνια ψάχνω μικρούς, ιδιαίτερους χώρους, που εμπνέουν και το κοινό για να παρουσιάζω τη δουλειά μου.

-Ποιά θεωρείτε ότι είναι τα ιδανικά στα οποία πρέπει να είναι επικεντρωμένος ένας νέος καλλιτέχνης;

Το κυριότερο είναι να μην κάνει εκπτώσεις στη δουλειά του. Τα λεφτά δεν είναι αυτά που κάνουν τον καλλιτέχνη. Ακούω πολλές φορές από πολύ νεότερους μου καλλιτέχνες για το ότι δεν είναι ευχαριστημένοι με τα λεφτά που τους έδωσε ο τάδε μαγαζάτορας. Όταν πας σε ένα χώρο για να παρουσιάσεις τη δουλειά σου (δεν εννοώ χώρους διασκέδασης-ταβέρνες), πας για εσένα. Όταν ετοιμάζεις ένα πρότζεκτ το κάνεις για το προσωπικό σου όφελος. Με αυτά τα πρότζεκτ «κτίζεις» το όνομά σου. Ο πολιτισμός, δεν αδίκησε ποτέ κανέναν. Βάζοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα μικρούς στόχους, καταφέρνεις να μην φεύγεις απ τα νερά σου, ενώ όταν βάζεις μεγάλους στόχους σε κάποιο σημείο κάπου θα πέσεις και θα αναγκαστείς να αλλάξεις πορεία. Επίσης, κάτι πολύ σημαντικό για εμένα είναι να γίνεται κάθε τι στον καιρό του. Το μικρόφωνο το παίρνεις όταν έχεις ωριμάσει. «Σιγά μωρέ, τραγουδάω με φιλαράκια για να περνάμε καλά». Αυτό δεν είναι απάντηση. Άμα θες να περάσεις καλά ας μαζευτείτε καλύτερα σε ένα σαλόνι και ας κοπανιέστε μέχρι το πρωί. Το να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα την τέχνη και πρώτα τη δική μας ικανοποίηση, είναι το λιγότερο αυτοκτονία. Όταν δεν σέβεσαι την τέχνη, η τέχνη εκδικείται.

-Τι ρόλο πιστεύετε ότι έχει ή πρέπει να έχει η μουσική στην πολυάσχολη καθημερινότητά μας;

Πάντοτε πίστευα στη δύναμη της μουσικής. Είναι το καλύτερο φάρμακο που μπορείς να πάρεις. Όταν σιγοτραγουδάς σε μια συναυλία γίνεσαι ένα με τους γύρω σου. Γίνεσαι πομπός αλλά και δέκτης θετικής ενέργειας. Επίσης, το βράδυ μετά από μια πολύ κουραστική μέρα τι καλύτερο από ένα ποτήρι κρασί ακούγοντας το “Requiem” του Μότσαρτ. Η δική μου πιο χαρούμενη στιγμή ήταν όταν είδα τα ματάκια της κορούλας μου να λαμπυρίζουν όταν άκουσε το πρώτο της νανούρισμα. Τα πάντα μας έχουν να κάνουν με τη μουσική. Από την ανάγκη επικοινωνίας μας με το θείο ψελλίζοντας τον όποιο ύμνο, μέχρι και την στιγμή που η μάνα μας τραγουδάει την «Τζαμάικα» σιδερώνοντας.

-Εκτός από την μουσική έχετε κάποια άλλα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Δυστυχώς όχι, αν και θα το ‘θελα πάρα πολύ.

-Τι ονειρεύεστε για το μέλλον;  Πώς θα θέλατε να εξελιχτεί η μουσική σας πορεία;

Πρώτα πρώτα να τελειώσω τον δίσκο μου που ετοιμάζω εδώ και έξι χρόνια. Κατά δεύτερον, θα ‘θελα να κάνω μια ευχή: να πάρει τη θέση της η μουσική εκεί που της αξίζει. Και ο κόσμος να στραφεί στην ακρόαση καλής μουσικής.