Δευτέρα 16.09.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Σε τούτο το Χριστουγεννιάτικο σύθαμπο…»

10.12.2018

Στα εγγόνια μου

Απόβραδο. Με το λιγοστό φως της μέρας να σιγοσβήνει. Πεζοπορώντας ξεκίνησα να πάω στο σπίτι του φίλου μου Μιχάλη. Μια διαδρομή πάνω από μια ώρα, πάνε-έλα, μέσα από την πόλη μέχρι πέρα, μια άκρη της που έμενε ο Μιχάλης. Έτσι το είχαμε κανονίσει προ ημερών· να παίξουμε και τάβλι. Μάλιστα με στοίχημα μια κούκλα για την εγγονή μου.

Θα τον κερδίσω κι απόψε.

Ε, καλά! Έτσι γίνεται πάντα· κάπου τον κλέβω.

Θα κουβεντιάσουμε, όπως συνήθως, θέματα της εποχής, θα πιούμε και κάνα τσίπουρο συντροφιά με κάνα μικροκόψιδο, που συνήθως η κυρά-Μιχάλαινα φροντίζει και πριν φτάσω στου φίλου μου Μιχάλη, που μένει σε μια άκρη της πόλης, εξοχή, ανάθεμά τον, τον ζηλεύω, «ερημιά» τη λέει, αυτός, να ευχαριστεί την κυρά-Μιχάλαινα που το ’χε προίκα απ’ τον πατέρα της για να κορδώνεται κάθε φορά, ο φίλος μου ο Μιχάλης, και να μου λέει πως γλύτωσε τη βαβούρα και το καυσαέριο, που μύριζε θειάφι και πετρέλαιο και που τώρα έγινε ακόμα χειρότερο που σου πιάνει την ανάπνα και μπορεί να σε ξεκάνει:

-Πουφ! Μωρ’ αδερφέ! Και να σου πω την αλήθεια, καλά κά-νουν…, μου έλεγε την προηγούμενη φορά.

Απόψε τι θα ’χει, άραγε, να μου πει.

-Ναι! Βέβαια! Γκουχ! Γκουχ! Ανάθεμα, μόνο που πάει η ερη-μιά μου· χάλασε. Κοίτα, κοίτα να δεις το σύννεφο που φτιά-χνει η φτωχολογιά! Πω! Πω! Πω! Και η ατομική βόμβα λιγό-τερα δηλητήρια έχει. Δεν υπάρχει φρόκαλο· μήτε και ροκα-νίδι. Όλα έγιναν καπνός. Σιγά, σιγά θα κάψουν και τις πόρ-τες, κάτι παντζούρια, ξέρεις εσύ και θα κρεμάσουν μπατανί-ες και κουρελούδες, αν έχουν.

Τέλος πάντων, τέλος πάντων έλα, κάτσε να μου πεις τα νέα…

Αυτός είναι ο φίλος μου ο Μιχάλης· κάθε φορά, καθώς μπήκε ο Αντρειάς, τα ίδια πράγματα λέει. Από μένα περιμένει να του πάω κάποιο νέο. Πού να το βρω. Τηλεόραση κι εγώ δε βλέπω· προτιμώ τον καραγκιόζη της εποχής μου που ήτανε σπουδή παρά τους σημερινούς εκλεγμένους καραγκιόζηδες.

Πριν φτάσω στο σπίτι του, συναντιέμαι με μια καινούρια φίλη. Ένα όμορφο ασπρόμαυρο τετράποδο με περίσσιο νου. Είμαστε φίλοι εδώ και αρκετό καιρό. Μόλις με δει από μακριά τρέχει με φόρα πάνω μου και στις πρώτες συναντήσεις μας κόντευε να με γκρεμίσει.

Κάποιες φορές, ενώ την ψάχνω με τα μάτια μου, αυτή από κάπου να ξεφυτρώνει και ξαφνικά με αιφνιδιάζει εκεί που δεν την περιμένω.

Εκεί λοιπόν που περπατούσα στο λυκόφως μια μέρα, άξαφνα πηδάει στην πλάτη μου και με γρυλίσματα με έγλυ-φε το σβέρκο. Ε, πλάνταξα απ’ την τρομάρα μου! Πάει, είπα θα με φάει που νόμισα πως κάποιο θεριό μου επιτέθηκε.

Εμ! Λίγο το έχεις, καημένε; Εκεί που περπατάς ξέγνοιαστος και στοχάζεσαι της ζωής τα τερτίπια να δεχτείς τέτοια αγάπη; Τα ’παιξα και με μια βέργα προσπάθησα να αμυνθώ…, τι βέργα δηλαδή! Ένας πλάστης ήταν της γυναίκας μου που φτιάχνει καμιά πίτα -και ακόμα τον ψάχνει- που εγώ της τον πήρα κρυφά για περιπτώσεις, να σαν κι αυτή…, κι εκεί στον τρόμο μου, καθώς δίπλα μου φωτιζόταν ο δρόμος, είδα τη σκιά του σκύλου και ηρέμησα.

Ακαριαία φιλία! Αμοιβαία! Χαρά το σκυλί! Και κάποια στιγμή που είδα στην κοιλιά του να κρέμονται σαν τσαμπιά μαραγκιασμένα σταφυλιού τα βυζιά της, αχααα!, ξεφώνισα! Είσαι και μάνα, καλή μου σκυλίτσα και, απ’ ότι φαίνεται πολύτεκνη! Τι καλό σκυλάκι! Τι χαρές που κάνει! Πόση χαρά δίνει και σε μένα! Θυμήθηκα το δικό μου σκυλί, παλιά που ήμουνα παιδί και μου το ’χε σκοτώσει ένας ταξιτζής. Τι σκυλάκι κι εκείνο!

Έτσι, η χαριτωμένη σκυλίτσα, από το σημείο που συναντιόμαστε με συνοδεύει μέχρι το σπίτι του Μιχάλη και ό-ταν επιστρέφω, αργά τα μεσάνυχτα, από το σημείο συνάντησης με συνοδεύει μέχρι το σπίτι μου. Τη βάφτισα «Νόρα», έτσι έλεγα και τη σκυλίτσα μου που σκότωσαν.

Ουφ! Πώς ξεχάστηκα σε τούτο το κρύο σύθαμπο! Σε τούτο το απόβραδο με το λιγοστό φως της μέρας ν’ αργο-σβήνει! Να φτάνει η νύχτα, η μεγαλύτερη νύχτα του Δεκέμβρη, μεγαλοπρεπώς. Κρύα μεν, φεγγαρόλουστη δε. Ναι, βέβαια! Απόψε το φεγγάρι θα βρίσκεται μεσουρανίς. Γαλατένιο, ολόγιομο, στοχαστικό, ερωτικό…

Κι όπως σήμερα, τις πρωινές ώρες, στέγες, αυλές, κήποι και χωράφια ήταν πασαλειμμένα με πάχνη και απόψε, ως φαίνεται απ’ την έντονη κρυάδα, η πάχνη, θα πέσει ενωρίτερα και αργά-αργά, ως τα χαράματα, θα ασπρίσει τις γύρω αυλές των σπιτιών με την κατάλευκη σαν απαλό υφάδι κρούστα της.

Ουφ! Θα ’ρθουν τα μεσάνυχτα και η παγωνιά -από τώρα- τρυπάει το κόκκαλο. Κι είμαστε στα τελευταία μερόνυχτα του τρίτου δεκαημέρου του Δεκέμβρη· το δέκατο τρίτο του εικοστού πρώτου αιώνα. Κι είμαστε κάμποσες ανάπνες μακριά από τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Στα χωριά ο παραδοσιακός τρόπος ζωής εξακολουθεί και ζει· οι εκκλησιές θα δεχτούν τους πιστούς, που ανεπηρέαστοι από τις καιρικές συνθήκες, θα τρέξουν να προσευχηθούν και οι καμπάνες, αλλού μεσάνυχτα και αλλού χαράματα, όπως το έθιμο προστάζει, θα σημάνουν το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης και της ελπίδας.

Στις πόλεις… αχ! Πόσο βαριά και άσχημα σβήνει την ομορφάδα του χωριού η εισβολή της εικόνας της πόλης! Πηχτή αιθαλομίχλη που καίει, καίει, καίει! Κι εδώ, στην πόλη, η κάθε γειτονιά έχει την εκκλησιά για τους πιστούς της.

Η Μητρόπολη δε, θα σφύζει από τις «κεφαλές» της πόλης. Κεφαλές, έλεγαν παλιά τους δημάρχους, τους προέδρους, τους χωροφύλακες, τους παπάδες, τους εμπόρους και άλλους προύχοντες που ρύθμιζαν τη ζωή του χωριού.

Σήμερα αναβαθμίστηκαν. Γεμίζει, σχεδόν, η Μητρόπολη από αυ-τούς· τους… άρχοντες, τα μέλη της οικογενείας τους και κάποιους που πιστά τους ακολουθούν περιμένοντας κάποιο … μικροθαύμα. Πού να ξέρεις! Ανάμεσα στις προσευχές τους θα ξεφεύγει και καμιά ευχή παρακαλώντας το Άγιο Πνεύμα να φωτίσει την «κεφαλή» της πόλης.

Κρύο και η νύχτα προχωρά με αργό ρυθμό. Σε λίγο θα συναντηθώ με την αγαπημένη μου «Νόρα» και οι σκέψεις μου σαν χιονονιφάδες ασίγαστες χορεύουν μέσα μου. Στο χωριό οι καμινάδες των σπιτιών κάτω απ’ το γαλατένιο φως του φεγγαριού, οι καπνοί τους θα διαγράφουν διάφορα σχήματα, καθώς θα παίζουν με τον αέρα. Πότε θα ανηφορίζουν κάθετοι στον ουρανό…

Πότε θα γέρνουν μια κατά δω, μια κατά κει …Πότε θα χάνονται, μόλις ξεμυτίσουν από την καμινάδα και άλλοτε, από κάποιες κοντινές καμινάδες, οι καπνοί, θα ενώνονται, έτσι που ο καπνός της μιας να μοιάζει με αραχνοΰφαντο νυφικό, όμοιο μ’ εκείνο του αγγέλου ή μιας παρθένας κόρης και κάθε της αναστέναγμα θε να κουνά το αγέρι και πότε ο άλλος καπνός θα δείχνει σαν μαυρόπεπλο που το φορά δράκος κακός ή μάγισσα αγριεμένη… Κι εκεί, όπως θα ανηφορίζουν προσπαθώντας να γκρεμίσει ο ένας τον άλλον, κάπου στην απεραντοσύνη του φεγγαρόφως, ένα αφροσύννεφο θα τους χάφτει.

Σε κάποια σπιτάκια θα υπάρχει φως, σε κάποια άλλα απόλυτο σκοτάδι. Ένα σκοτάδι αφύσικο που συνεχώς θα συγκρούεται με το φυσικό επιδιώκοντας την επικράτειά του.

Στην πόλη, τα περσινά και τα προπέρσινα Χριστούγεννα δεν έχουν κάτι να ζηλέψουν από τα φετινά. Πολλές καμινάδες στις στέγες είναι σβηστές. Σκόρπια τα αναμμένα τζάκια· κάποια είναι αυτοσχέδια όπου μπορούν και καίνε οτιδήποτε που καίγεται έτσι που μια περίεργη αιθαλομίχλη, όπως στο χωριό συγκρούονται οι μαύροι καπνοί με τους άσπρους, έτσι κι εδώ οι κάπνες που παράγουν οι καμινάδες και πνίγουν τις ανάπνες, συγκρούονται με την αιθαλομίχλη, εκείνη που οι κεφαλές παράγουν και κοντά πάνε στη Μητρόπολη και κάνουν προσευχή.

Κι είναι ταχιά Χριστούγεννα! Και το κρύο και οι κάπνες και οι γυαλωμένες ματιές και οι μύτες που στάζουν και τα δόντια που τρίζουν κάνουν τα περσινά και τα προπέρσινα Χριστούγεννα να ζηλεύουν.

Οι δήμοι έχουν λύσει το πρό-βλημα της αποκομιδής: Οι νοικοκυραίοι πάψανε πλέον να είναι κουβαρντάδες, οι κάδοι απορριμμάτων φιλτράρονται όχι από ποντικούς, από αδέσποτους γάτους και σκύλους, -άλλο πρόβλημα και τούτο- αλλά από άλλοτε νοικοκυραίους και τώρα νυν του δρόμου απόκληρους και καταφρονεμένους, έτσι που οι δήμοι, στο όνομα της κρίσης, έχουν περιορίσει τα έξοδα σε οχήματα και εργάτες, και τα έξοδα, περιέργως, μετατρέπονται σε έσοδα για να συντηρούν και να διευρύνουν τη βιτρίνα.

Γέμισαν οι δρόμοι λαμπιόνια και στολίδια επιτρέποντας έτσι την εμφάνιση της αδιαφορίας στο μεγαλείο της. Τις κάπνες και τις αντάρες που σχηματίζουν το αποπνιχτικό στρώμα της ομίχλης – όχι των καπνών των καμινάδων – αλλά τη συμπυκνωμένη οργή της κοινωνίας, δε την βλέπουν.

Δε βλέπουν πως τα σχολεία δεν έχουν θέρμανση. Δε βλέπουν, οι άθεοι και άμοιροι πως πολλά παιδάκια πεινούν και κρυώνουν! Δε βλέπουν πως οι επαίτες πλήθαιναν, όπως πλήθαιναν και πολλοί άρρωστοι, άνθρωποι με ειδικές ανά-γκες, τους λένε, που δεν μπορούν να αγοράζουν τα φάρμακά τους και βρίσκουν διέξοδο στο παζάρι· να ζητιανέψουν…

Τα βλέπουν! Όλα τα παρατηρούν και τα σημειώνουν βολιδοσκοπώντας την ταχύτατη εξέλιξη της οργής να την μετριάσουν ή και να την εξοντώσουν.

Και είναι κρύο. Και είναι χρονιάρες μέρες. Και τα μα-γαζιά έχουν βάλει τα καλά τους. Με εκπτώσεις, πρωτοφανές στο μέγεθος, προσπαθούν να αποφύγουν το γείτονα-μαγαζί
που έχει κρεμάσει τις δικές του …εκπτώσεις πάνω σένα κόκκινο χαρτί γράφοντας: ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ή ΠΩΛΕΙΤΑΙ!

Και ο νέος! Αχ! Αυτός ο νέος, η νέα, το μέλλον της Χώρας, η συνέχεια! Εναλλάξ σκοτώνει τις χαμένες ώρες του στον κα-φενέ και στον καναπέ. Άνεργος! Εξαρτημένος από τον πατέ-ρα του και τον παππού του. Εκεί στον καφενέ με τον καφέ να συλλογιέται το αφαιρεθέν μέλλον του. Αυτό, που στη δική του άνοιξη, του φέρανε το χειμώνα.

Και η νέα στον ίδιο παρανομαστή· με περισσότερους κινδύνους και … ευκαιρίες. Αόρατη προτροπή στην εύκολη αναζήτηση και στη φυγή. Όμοιες μ’ εκείνες των περασμένων δεκαετιών του περασμένου αιώνα. Με τις επαναλαμβανόμενες φυγές και διώξεις που ορφάνεψαν την Ελλάδα.

Που τη μίκραιναν! Και σήμερα τη μικραίνουν ακόμα περισσότερο, τόσο που το φέρετρό της να μη στοιχίσει πολλά! Ένα φέρετρο ασυνήθιστο, αφύσικο που το σαβανώνουν κάθε μέρα, κάθε στιγμή, σε κάθε «τικ» του ρολογιού κουβαλώντας το μεγάλο θύμα στο χάος!
Αυτοί, οι απόγονοι των εμπόρων που σήμερα στις Μητροπόλεις εκκλησιάζονται και το κουδούνισμα από το θυμιατό, να μεταβάλλεται σε βοή, να ξεχύνεται στον ουρανό και να ενώνεται με την πικρή αιθαλομίχλη.

Σε τούτο απόβραδο με το λιγοστό φως της μέρας να σιγοσβήνει, τους στοχασμούς μου διέκοψε το γνωστό γαύγισμα της «Νόρας» καθώς βρέθηκε κοντά μου, λες και ήθελε να διώξει τους λογισμούς μου που δεν είχαν τέλος….

Λάρισα 24 του Δεκέμβρη 2013

Βάιος Φασούλας