Πέμπτη 20.01.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Η συμφωνία του Αλέξη Τσίπρα και οι συνέπειες

22.02.2015

Το βράδυ της Παρασκευής 20 Φεβρουαρίου, ο Σύριζα συνθηκολόγησε με την Ευρώπη. Μετά από εξαγγελίες, ενάντια στο περιεχόμενο και στη φύση της οικονομικής πολιτικής της Ευρώπης, ενάντια στην ανάγκη παράτασης του υφιστάμενου προγράμματος και μετά την έκφραση πλήθους καταγγελιών ενάντια στους προηγούμενους κυβερνητικούς χειρισμούς, ο Αλέξης Τσίπρας, προσωπικά, διαμεσολάβησε για να κλείσει η συμφωνία με τους εταίρους της χώρας.

Η συμφωνία έκλεισε γιατί έπρεπε να κλείσει. Η διαπραγματευτική στόχευση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, όπως από την αρχή είχε διαφανεί, δε θα μπορούσε να φέρει τα αποτελέσματα, τα οποία είχε προεκλογικά θέσει ο Σύριζα. Αντίθετα έθετε την ελληνική οικονομία σε στασιμότητα, ενώ οι Έλληνες καταθέτες, σε κατάσταση πανικού, προέβαιναν σε αναλήψεις, οι οποίες θα οδηγούσαν από την ερχόμενη Τρίτη σε κινήσεις κεφαλαιακών ελέγχων, περιορισμών αναλήψεων και εκτεταμένης τραπεζικής αναταραχής. Το πολιτικό κόστος για το Σύριζα θα ήταν αβάσταχτο.

Η συνεχής πολιτικοποίηση του ελληνικού ζητήματος, από την πλευρά του Σύριζα, συγκρούονταν με τη αναγκαία ρεαλιστική, τεχνοκρατική ανάγνωση του ζητήματος. Οι αποκλίνουσες πορείες δεν εφάπτονταν. Η τομή ήρθε με το τηλεφώνημα του Αλέξη Τσίπρα στην Άνγκελα Μέρκελ το απόγευμα της Πέμπτης, καθώς και η ευθεία διαμεσολάβηση του Έλληνα πρωθυπουργού στη συνεδρίαση του Eurogroup το βράδυ της Παρασκευής. Ο Αλέξης Τσίπρας ζήτησε από τους εταίρους να έρθουν σε συμφωνία. Η συμφωνία ήταν μονόδρομος. Μπροστά στον κίνδυνο, επιλέχθηκε η Ευρώπη.

Σε ποιο βαθμό όσα συμφωνήθηκαν απορρέουν από την πολιτική και ιδεολογική θέση του Σύριζα; Η συμφωνία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την υπαρξιακή θέση του Σύριζα, όπως αυτή επικοινωνήθηκε μέχρι σήμερα.

Από εδώ και στο εξής τα πράγματα δε διευκολύνονται. Αντίθετα, έως τη Δευτέρα η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να παραδώσει μια λίστα με τις μεταρρυθμίσεις, τις οποίες πρέπει να πραγματοποιήσει μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες, ώστε να μπορέσει η ελληνική οικονομία να χρηματοδοτηθεί εκ νέου. Σε πρώτη ανάγνωση δε φαίνεται να ελλοχεύει κίνδυνος σχετικά με την ικανοποίηση των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας στους τέσσερις επόμενους μήνες. Ωστόσο το χρονοδιάγραμμα παραμένει ασφυκτικό.

Η παράταση των τεσσάρων μηνών τι σημαίνει;

Η πλευρά των εταίρων έπρεπε να διαχειριστεί το περιεχόμενο και τον αντίκτυπο του αρχικού ελληνικού αιτήματος για γενική αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Ουσιαστικά οι εταίροι μετέφρασαν το περιεχόμενο της ελληνικής διαπραγματευτικής πλευράς, το οποίο συνοψίζονταν σε πρόγραμμα-γέφυρα, χρόνο ώστε να δημιουργηθεί μια ελληνική πρόταση εξόδου από την κρίση και όχι περαιτέρω δόσεις στην ελληνική οικονομία, σε μια συμφωνία, η οποία δίνει στην Ελλάδα τέσσερις μήνες επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του υφιστάμενου προγράμματος μέσω μεταρρυθμιστικών προτάσεων, οι οποίες θα παρουσιαστούν τη Δευτέρα.

Στόχος δύσκολος, ο οποίος θα φέρει συγκρούσεις στο εσωτερικό της συμπολίτευσης και θα καταστήσει αναγκαία την αναζήτηση ευρέων φιλοευρωπαϊκών συμμαχιών.

Πόσο πολιτικό κόστος ενέχουν αυτές οι εξελίξεις, θα μπορούσε να αναρωτηθεί εύλογα κανείς.

Επίσης η επίτευξη αναδιαμόρφωσης του πρωτογενές πλεονάσματος, προσυμφωνημένο αίτημα στη συμφωνία Οκτωβρίου του 2012, παραμένει μεν ανοιχτό, ασαφές δε.

Η ουσία του συμπεράσματος είναι ότι την Παρασκευή το βράδυ, ο Σύριζα, κατανοώντας τις συνέπειες, τις οποίες θα προκαλούσε η ρήξη με τους Ευρωπαίους, στήριξε την απόφαση η Ελλάδα να μείνει στο ευρώ.

Η εσωτερική συζήτηση αποτελεί ένα άλλο παράπλευρο κεφάλαιο του ζητήματος. Η αναζήτηση μιας μεσοβέζικης, χλιαρής δικαιολόγησης της συμφωνίας από την ελληνική πλευρά ήταν ατυχής, καθώς οι πρώτες εσωκομματικές αρνητικές αντιδράσεις ήταν ήδη εμφανείς από το βράδυ της Παρασκευής.

Οι πολιτικές συνέπειες της ασυνέπειας ως προς τις προεκλογικές δεσμεύσεις είναι ένα ζήτημα, το οποίο αργά ή γρήγορα ο Αλέξης Τσίπρας όφειλε να διαχειριστεί. Ο Σύριζα θα μετέλθει σε μια διαδικασία εσωκομματικών ανακατατάξεων και ζυμώσεων, οι οποίες ως βασικό και μόνο στόχο θα έχουν την παραγωγή αυστηρής ευρωπαϊκής πολιτικής σε ένα διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.