Κυριακή 08.12.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Μακεδονικό – Κλινική κοινωνική προσέγγιση»

05.01.2019

Η ματιά μας στο ζήτημα βρίσκεται στις παρυφές της συνάντησης ψυχανάλυσης – πολιτικής. Εκείνο το οποίο «δεν μιλιέται» στον δημόσιο λόγο γεννά ένα «κοινωνικό σύμπτωμα». Η ιστορία της Ελλάδας έχει τεράστια κενά, ειδικά μετά την κατοχή και τον εμφύλιο.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο εντάσσεται και η ιστορία του Μακεδονικού ζητήματος. Μία τεράστια σιωπηλή περίοδος εικοσαετίας μετά το 1950, αντίστοιχο χρονικό διάστημα από το 1995 και την Ενδιάμεση συμφωνία στη Νέα Υόρκη για το ζήτημα έως σήμερα.

Στη διάρκεια του εμφυλίου άνοιξε το ρήγμα. Το ΚΚΕ επέτρεψε να δημιουργηθεί το 1943 ξεχωριστή σλαβομακεδονική πολιτική και στρατιωτική οργάνωση SNOF στην Ελλάδα ενώ το 1949 ο Ν. Ζαχαριάδης στην 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ αναγνώρισε το δικαίωμα εθνικής αποκατάστασης στον λαό των Μακεδόνων.

Από την άλλη πλευρά δημιουργήθηκε το μέτωπο της Δεξιάς έναντι αυτού του προηγούμενου, η οποία με απόλυτο τρόπο αρνούνταν να αναγνωρίσει την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας ειδικά μετά το 1985. Γεγονός που κόστισε μία τεράστια περίοδο αδράνειας ως προς την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Στο μεταξύ στα Βαλκάνια και ευρύτερα γινόταν διεργασία από τη γείτονα χώρα και όσους έχουν συμφέροντα στην περιοχή, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην είναι συμμέτοχος στα τεκταινόμενα και να δέχεται σήμερα αυτό που της επιβάλλεται.

Οποιαδήποτε συζήτηση έκτοτε, γίνεται υπό το πρίσμα του πάλαι ποτέ διπόλου: αυτοδιάθεση–εθνικισμός. Η απόλυτη αυτοδιάθεση ενός λαού όταν η ιστορία του συναρτάται με εκείνη των άλλων δεν λειτουργεί σε όφελος μιας κοινότητας λαών. Από την άλλη πλευρά το κλείσιμο του καθενός στην δική του ιστορία με εθνικιστικά ιδεώδη συντηρεί το μίσος και την ορμή θανάτου.

Η Ελλάδα μετά από αυτές τις μαύρες τρύπες, υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ και της Γερμανίας έρχεται να «κλείσει» βιαστικά το θέμα για να έχουμε μια υποτιθέμενη ειρηνική συνεργασία στα Βαλκάνια. Η απουσία συζήτησης μακροπρόθεσμα ένα θα επιφέρει : εκτίναξη των εθνικισμών στα ύψη. Αυτό είναι το νόημα του συμπτώματος.

Εκεί που νομίζουμε ότι όλα βαίνουν καλώς έρχεται το ξέσπασμα. Που δεν είναι εμφανές αλλά βουβό και έκρυθμο…

Το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας δεν είναι μια θεωρητική κατασκευή. Πατά πάνω σε ισχυρούς λιβιδινικούς-σωματικούς δεσμούς με τον τόπο, την ιστορία, τους νεκρούς αλλά και τα έθιμα, γεύσεις, μουσικές, μυρωδιές. Όπως γράφει ο Γιάννης Σταυρακάκης στο πόνημά του Λακανική Αριστερά, Σαββάλας,2012: «Η ρηματική διάσταση είναι ασφαλώς σημαντική για την δόμηση της εθνικής επιθυμίας αλλά υπάρχει μία πολύ πιο ουσιαστική –αλλά όχι ουσιοκρατική –διάσταση: ο δεσμός που συνδέει τα μέλη μια κοινότητας προϋποθέτει μια κοινή σχέση προς την …Απόλαυση. […] Τα πολιτικά σχέδια που διαθέτουν περιορισμένα συναισθηματικά περιεχόμενα δεν θα μπορέσουν να κινητοποιήσουν την λαϊκή υποστήριξη σε ευρεία κλίμακα.[…]

Οι πολιτικές και ακαδημαϊκές αντιπαραθέσεις γύρω από την ταυτότητα παραγνωρίζουν το στοιχείο του συναισθήματος και του πάθους, την δυνητικά σκοτεινή διάσταση της ταύτισης, εστιάζοντας αποκλειστικά στις θεσμικές ρυθμίσεις και σε κοινότοπα ή απαθή ιδεώδη». Η ανάλυση αυτή χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την αδυναμία ταύτισης των λαών με την «Ευρωπαϊκή ταυτότητα» και την συνεπαγόμενη αύξηση των εθνικισμών .Αντιστοιχεί κάλλιστα στην τωρινή συγκυρία όπου οι λαοί των Βαλκανίων έχουν τις ιδιαίτερες ταυτότητές τους τόσο σε σχέση με την Ευρώπη η οποία επιχειρεί να “λύσει” τα εθνοτικά ζητήματα, αλλά και στην μεταξύ τους σχέση η οποία είναι αδύνατον να διευθετηθεί με θεσμικές ρυθμίσεις και «Συμφωνίες» όπως αυτή των Πρεσπών.

Από την άλλη πλευρά ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Κλωντ Μισεά, Το Αδιέξοδο Ανταμ Σμιθ, Εναλλακτικές εκδόσεις, 2007, στην κριτική του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζει ότι «πρέπει να επανατοποθετήσουμε την αντιπαράθεση, που θα γίνει κεντρική στην φιλοσοφία του Φώτων ανάμεσα στα πάθη, που παρασύρουν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην αυτοκαταστροφή και τον αλληλοσκοτωμό και το συμφέρον το οποίο, αν είναι σωστά υπολογισμένο, αποτελεί κίνητρο για δράση με βάση τον ορθό λόγο».

Ένα κεντρικό ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι κατά πόσο η σύγχρονη πολιτική λαμβάνει υπόψη την συγκινησιακή διάσταση ή την αφήνει μετέωρη. Oταν ακούγεται μια προβληματική που δίνει στο Όνομα δευτερεύουσα σημασία, αγνοείται η διάσταση του Ονόματος ως φορέα μνήμης και ιστορίας που μέσα στο συνονθύλευμα του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου προτάγματος αφήνει «άτομα» έρμαια στην δίνη των ανέμων του εθνικισμού στην απέλπιδα προσπάθειά τους να «πιαστούν» στον κοινωνικό δεσμό.

Απέναντι στο Μακεδονικό χρειάζεται να ανοίξει συζήτηση στον ίδιο τον λαό με εκδηλώσεις, δημοσιεύσεις, ανταλλαγές με συμπολίτες των Βαλκανικών χωρών η οποία λαμβάνει υπόψη τη σχέση του πολίτη με την ιδιαίτερη πατρίδα του, το άρωμα που αναδύεται στη σκέψη και στο άκουσμά της. Εάν το αποτέλεσμα που θα προκύψει μέσα από μια διεργασία που σέβεται τον άνθρωπο, τα γειτονικά κράτη και τον αναγκαίο χρόνο, δεν είναι ακριβώς αυτό που ο καθένας είχε φανταστεί, ο δρόμος για την Ιθάκη θα έχει επιτελέσει το έργο της «συμφωνίας».

Είναι η ανάγνωση που κάνει η γαλλική ψυχανάλυση στον μύθο της Ιφιγένειας. Όταν ο πατέρας της ανήγγειλε ότι θα την θυσιάσει επήλθε οδυρμός. Όταν η ίδια έλαβε ως Υποκείμενο την συμβολική απόφαση να διαθέσει τον εαυτό της για το κοινό καλό, άλλαξε την τροπή και το τέλος του μύθου…

Βέρα Παύλου, ψυχαναλύτρια