«Θα σταματήσει η κυβέρνηση το φαραωνικό φωτοβολταϊκό έργο στα Αντιχάσια; Σοβαρά ερωτήματα για τον χαρακτηρισμό γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας ως απλής γεωργικής γης στο Ελληνόκαστρο Τρικάλων».
Τρίκαλα, 3 Νοεμβρίου 2026
Η Βουλευτής Τρικάλων, Μαρίνα Κοντοτόλη, κατέθεσε Ερώτηση προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αναδεικνύοντας τα σοβαρά ζητήματα που προκύπτουν από τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού ισχύος 400 MW στην περιοχή των Αντιχασίων, καθώς και τις έντονες αμφισβητήσεις για τη νομιμότητα και την επιστημονική τεκμηρίωση του χαρακτηρισμού εκτάσεων του αναδασμού στο Ελληνόκαστρο Τρικάλων ως απλής γεωργικής γης.
Πρόκειται για ένα έργο τεράστιας κλίμακας, που προβλέπεται να καταλάβει τουλάχιστον 15.500 στρέμματα, εκ των οποίων περίπου 6.000 στρέμματα θα καλυφθούν από φωτοβολταϊκά πλαίσια, επηρεάζοντας τις τοπικές κοινότητες Ελληνόκαστρου, Πλατάνου, Σπαθάδων και Ριζώματος, καθώς και ευρύτερες περιοχές των Δήμων Τρικκαίων και Μετεώρων. Οι επιπτώσεις του έργου αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τους υδατικούς πόρους, τη βιοποικιλότητα, το τοπίο και, κυρίως, την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα μιας περιοχής με ιδιαίτερη οικολογική και παραγωγική αξία, που περιλαμβάνει και προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000.
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα των 4.764.579 τετραγωνικών μέτρων, δηλαδή περίπου 4.765 στρεμμάτων, στην Τοπική Κοινότητα Ελληνόκαστρου, τα οποία είχαν ενταχθεί σε αναδασμό το 1962. Παρά τα παραγωγικά χαρακτηριστικά τους, οι συγκεκριμένες εκτάσεις χαρακτηρίστηκαν ως απλή γεωργική γη από την ΠΕΧΩΠ Τρικάλων, με τη γνωμοδότηση 50/2023, γεγονός που συνέβαλε στην περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου. Η κρίση αυτή αμφισβητείται έντονα από τον Σύλλογο Ενεργών Πολιτών για την Προστασία του Περιβάλλοντος Αντιχασίων και Μετεώρων (ΣΕΠΑΜ), ο οποίος ζητά την επανεξέτασή της, επικαλούμενος νομικά και επιστημονικά στοιχεία που, όπως υποστηρίζει, δεν συνεκτιμήθηκαν επαρκώς.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα που προέκυψαν μετά τη γνωμοδότηση της ΠΕΧΩΠ. Εδαφολογική μελέτη του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, τον Οκτώβριο του 2024, βασισμένη σε δέκα δείγματα από αντιπροσωπευτικές θέσεις του αναδασμού και αναλύσεις πιστοποιημένου εργαστηρίου, κατέταξε, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που επικαλείται ο ΣΕΠΑΜ, τα οκτώ από τα δέκα δείγματα στην κατηγορία Γεωργική Γη Α΄ ποιότητας, η οποία αντιστοιχεί σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας. Παράλληλα, υδρογεωλογική μελέτη του Νοεμβρίου 2024 αναδεικνύει τη δυνατότητα άρδευσης των εκτάσεων μέσω της αξιοποίησης του υπόγειου και επιφανειακού υδάτινου δυναμικού της περιοχής. Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την πληρότητα της αρχικής αξιολόγησης και την ανάγκη νέας, συνολικής επιστημονικής διερεύνησης.
Η κ. Κοντοτόλη επισημαίνει ότι η αμφισβήτηση αφορά και τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η γνωμοδότηση της ΠΕΧΩΠ, καθώς, σύμφωνα με τον ΣΕΠΑΜ, αυτή βασίστηκε σε μόλις τέσσερα εδαφολογικά δείγματα, ενώ τίθενται ερωτήματα για την αντιπροσωπευτικότητά τους και την αξιοπιστία των αναλύσεων.
Σύμφωνα με την κ. Κοντοτόλη, η ενεργειακή μετάβαση και η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας είναι αναγκαίες. Δεν μπορούν, όμως, να προχωρούν εις βάρος της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, των φυσικών πόρων και της παραγωγικής δραστηριότητας των τοπικών κοινωνιών. Η προστασία του περιβάλλοντος και η ενεργειακή ανάπτυξη οφείλουν να στηρίζονται σε ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις και ουσιαστικό σεβασμό στις ανάγκες των κατοίκων και των παραγωγών.
Η κ. Κοντοτόλη ζητά την εξέταση της δυνατότητας αναστολής υλοποίησης του έργου και επανεξέτασης της περιβαλλοντικής του αδειοδότησης, μέχρι να διερευνηθούν πλήρως οι σοβαρές αμφισβητήσεις που έχουν προκύψει. Όπως τονίζει, η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την απώλεια πολύτιμης παραγωγικής γης ούτε να προχωρά με διαδικασίες που δεν διασφαλίζουν την πλήρη επιστημονική και θεσμική τεκμηρίωση.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ερώτησης:
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τους κ. Υπουργούς:
Αθήνα, 3-11-2026
Θέμα: «Θα σταματήσει η κυβέρνηση το φαραωνικό φωτοβολταϊκό έργο στα Αντιχάσια; Σοβαρά ερωτήματα για τη γνωμοδότηση της ΠΕΧΩΠ και τον χαρακτηρισμό ως απλής γεωργικής γης εκτάσεων του αναδασμού στο Ελληνόκαστρο Τρικάλων».
Σοβαρά ερωτήματα για τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και παραγωγικές επιπτώσεις της σχεδιαζόμενης εγκατάστασης ενός εκτεταμένου φωτοβολταϊκού έργου στην περιοχή των Αντιχασίων και των Μετεώρων, καθώς και για τη νομιμότητα και την επιστημονική τεκμηρίωση της διαδικασίας αδειοδότησής του, αναδείχθηκαν εκ νέου στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε χθες στα Τρίκαλα, με πρωτοβουλία του Συλλόγου Ενεργών Πολιτών για την Προστασία του Περιβάλλοντος Αντιχασίων και Μετεώρων (ΣΕΠΑΜ).
Πρόκειται για έργο εγκατάστασης φωτοβολταϊκού σταθμού συνολικής ισχύος 400 MW, με προβλεπόμενη κατάληψη έκτασης τουλάχιστον 15.500 στρεμμάτων, εκ των οποίων περίπου 6.000 στρέμματα θα καλυφθούν από φωτοβολταϊκά πλαίσια. Η εγκατάσταση προβλέπεται να αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή των Αντιχασίων, επηρεάζοντας τις τοπικές κοινότητες Ελληνόκαστρου, Πλατάνου, Σπαθάδων και Ριζώματος, καθώς και ευρύτερες περιοχές των Δήμων Τρικκαίων και Μετεώρων, σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερης οικολογικής και παραγωγικής αξίας, που περιλαμβάνει προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, επιστήμονες από διαφορετικά πεδία ανέδειξαν τις πιθανές επιπτώσεις του έργου στο έδαφος, στους υδατικούς πόρους, στη βιοποικιλότητα, στο τοπίο και στις παραγωγικές δραστηριότητες της περιοχής. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε για την απώλεια γεωργικής γης, τις επιπτώσεις στην αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα, στη μελισσοκομία και στην επικονίαση, καθώς και για τις ενδεχόμενες μεταβολές στην απορροή των υδάτων, τη διάβρωση του εδάφους και τη συνολική υδρολογική ισορροπία της περιοχής.
Ωστόσο, ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα του χαρακτηρισμού ως απλής γεωργικής γης εκτάσεων συνολικού εμβαδού 4.764.579 τ.μ., δηλαδή περίπου 4.765 στρεμμάτων, στην Τοπική Κοινότητα Ελληνόκαστρου, οι οποίες είχαν ενταχθεί σε αναδασμό το 1962, με την υπ’ αριθ. 145/21-11-1962 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι συγκεκριμένες εκτάσεις αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των επίμαχων αγροτεμαχίων και, σύμφωνα με τον ΣΕΠΑΜ, λόγω των παραγωγικών χαρακτηριστικών τους θα έπρεπε να διατηρούν τον χαρακτηρισμό της Γεωργικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας.
Με την υπ’ αριθ. 50/03-5-2023 γνωμοδότησή της, η ΠΕΧΩΠ Τρικάλων χαρακτήρισε τις εν λόγω εκτάσεις ως απλή γεωργική γη, εξέλιξη που κατέστησε δυνατή την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου, με την από 8-12-2023 Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). Η συγκεκριμένη γνωμοδότηση, ωστόσο, αμφισβητείται έντονα από τον ΣΕΠΑΜ, ο οποίος έχει ζητήσει από την Περιφέρεια Θεσσαλίας την αναίρεση και αναψηλάφησή της, επικαλούμενος τόσο νομικά όσο και επιστημονικά δεδομένα που, κατά τον Σύλλογο, δεν συνεκτιμήθηκαν κατά την έκδοσή της.
Ειδικότερα, ο ΣΕΠΑΜ υποστηρίζει ότι η ΠΕΧΩΠ Τρικάλων στηρίχθηκε στην ΚΥΑ 168040/3-9-2010, παρά τις επισημάνσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και ειδικότερα την εγκύκλιο 1172/15215/19-5-2023, ως προς τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για τον χαρακτηρισμό της γεωργικής γης. Επικαλείται, επίσης, την υπ’ αριθ. 073710 απόφαση (ΦΕΚ Β΄ 555/8-4-2011), καθώς και τις εγκυκλίους 153929/9-6-1983 και 242452/22-12-2009 του ΥΠΑΑΤ, υποστηρίζοντας ότι η γνωμοδότηση της ΠΕΧΩΠ βασίστηκε σε κριτήρια που δεν προβλέπονται από τις σχετικές οδηγίες, όπως η σημερινή εικόνα της περιοχής, η φερόμενη εγκατάλειψη καλλιεργειών ή η απουσία κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.
Εξίσου σοβαρά είναι τα ερωτήματα που τίθενται ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση της γνωμοδότησης. Σύμφωνα με το υπόμνημα του ΣΕΠΑΜ, η αξιολόγηση στηρίχθηκε σε μόλις τέσσερα εδαφολογικά δείγματα, τα οποία, όπως υποστηρίζει ο Σύλλογος, αναλύθηκαν σε μη πιστοποιημένο εργαστήριο και δεν προέρχονταν από επαρκώς προσδιορισμένες και αντιπροσωπευτικές θέσεις. Μάλιστα, οι κάτοικοι είχαν ζητήσει πριν από τη συνεδρίαση της ΠΕΧΩΠ, με το υπ’ αριθ. 166731/26-4-2023 αίτημά τους, την αναβολή της διαδικασίας, προκειμένου να πραγματοποιηθούν επαρκείς δειγματοληψίες και αναλύσεις.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι μετά την έκδοση της γνωμοδότησης προέκυψαν νέα επιστημονικά δεδομένα. Συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο του 2024 εκπονήθηκε εδαφολογική μελέτη από το Ινστιτούτο Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, έπειτα από αυτοψία και λήψη δέκα εδαφικών δειγμάτων από αντιπροσωπευτικές γεωγραφικά θέσεις του αναδασμού. Τα δείγματα αναλύθηκαν σε πιστοποιημένο εργαστήριο και, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παραθέτει ο ΣΕΠΑΜ, τα οκτώ από τα δέκα κατατάχθηκαν στην κατηγορία Γεωργική Γη Α΄ ποιότητας, η οποία, βάσει των κριτηρίων της ΚΥΑ 168040/3-9-2010, αντιστοιχεί σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας.
Παράλληλα, σύμφωνα με υδρογεωλογική μελέτη του Νοεμβρίου 2024, η περιοχή πληροί και το κριτήριο της αρδευσιμότητας, μέσω της δυνατότητας αξιοποίησης του υπόγειου και επιφανειακού υδάτινου δυναμικού της. Η περιοχή βρίσκεται πλησίον των πηγών του Ληθαίου, μεταξύ των ποταμών Ληθαίου και Νεοχωρίτη και εντός της ευρύτερης περιοχής προστασίας των υδατικών πόρων Παλιοσαμαρίνας – Βούλας. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τον ΣΕΠΑΜ, ενισχύουν την άποψη ότι οι επίμαχες εκτάσεις διαθέτουν χαρακτηριστικά Γεωργικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς από την ΠΕΧΩΠ.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη θεσμική διάσταση, καθώς, σύμφωνα με όσα έχουν επισημανθεί και σε προηγούμενη κοινοβουλευτική παρέμβαση, η Διοίκηση αντιμετωπίζει τη γνωμοδότηση της ΠΕΧΩΠ ως γνωμοδοτική και προπαρασκευαστική πράξη, η οποία δεν μπορεί να ανακληθεί με μια απλή διοικητική διαδικασία. Δημιουργείται, επομένως, ένα κρίσιμο ερώτημα: με ποιον τρόπο μπορεί να επανεξεταστεί μια γνωμοδότηση όταν προκύπτουν μεταγενέστερα, ουσιώδη επιστημονικά δεδομένα που αμφισβητούν τη βασική της τεκμηρίωση; Και ποια μέριμνα λαμβάνει η Πολιτεία ώστε να μη διατηρούνται σε ισχύ διοικητικές και αδειοδοτικές συνέπειες που ενδέχεται να στηρίζονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση;
Η ενεργειακή μετάβαση και η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελούν αναγκαία επιλογή. Δεν μπορούν, όμως, να προχωρούν χωρίς ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, χωρίς επιστημονικά τεκμηριωμένη προστασία της γεωργικής γης και των φυσικών πόρων και, κυρίως, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Η εγκατάσταση μεγάλων ενεργειακών έργων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όταν επηρεάζει σε τέτοια κλίμακα την παραγωγική βάση, το περιβάλλον και το μέλλον ολόκληρων περιοχών.
Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:
Η ερωτώσα Βουλευτής
Μαρίνα Κοντοτόλη