Τρίτη 24.05.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Η όψιμη και ατελέσφορη στροφή στην ενεργειακή πολιτική

20.04.2022

Του Γεωργίου Παπασίμου

 

 

Οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού ότι επισπεύδονται λόγω του πολέμου και του τεράστιου ενεργειακού προβλήματος οι έρευνες για την ύπαρξη υδρογονανθράκων στο Ιόνιο και νοτίως της Κρήτης καθώς και η χρησιμοποίηση των λιγνιτικών μονάδων για την παραγωγή ηλεκτρισμού αποτυπώνουν με δραματικό τρόπο την μεταστροφή της προηγούμενης πολιτικής κατά 180 μοίρες και την επιστροφή στα αυτονόητα καταδεικνύοντας, παράλληλα το μέγεθος της μέχρι τώρα ακολουθούμενης αντιεθνικής ενεργειακής πολιτικής.

Από τη μια πλευρά η παροιμιώδης και εξοργιστική αδιαφορία με το πάγωμα κάθε έρευνας για ανακάλυψη και εξόρυξη υδρογονανθράκων (φυσικό αέριο, πετρέλαιο) που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ενεργειακή αυτονομία τη χώρα, αλλά και τη μετατροπή αυτής σε εξαγωγέα ενέργειας, με έντονο θετικό αποτύπωμα στην εθνική οικονομία και ανάπτυξη της. Σημαντικοί και έγκυροι επιστήμονες και αναλυτές πιθανολογούν ότι τα κέρδη του ελληνικού Δημοσίου από πλήρη αξιοποίηση των υδρογονάνθρακων θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το 1.5 τρις ευρώ. Από την άλλη η σπουδή της χώρας να τεθεί ως «λαγός» στην κούρσα της «πράσινης ανάπτυξης» μέσω της απολιγνιτοποίησης. Έτσι αντί του χρονικού ορίζοντα που έθεσε η Ε.Ε. έως το 2028,η Ελλάδα χώρα με τεράστιο λιγνιτικό πλούτο που υπολογίζεται σε ένα τρις περίπου με έντονα ενεργειακό πρόβλημα, αυτή αντία να λάβει παράταση του χρονικού αυτού ορίζοντα, όπως δικαιούταν να ζητήσει, φρόντισε να μπει πρώτη στην κούρσα θέτοντας μόνη της ως όριο το 2025!

Συνέπεια αυτών των εθνικά επιζήμιων πολιτικών ήταν αφενός η δραματική καθυστέρηση και το πάγωμα των ερευνών για τους υδρογονάνθρακες στις περιοχές που είχαν οριοθετηθεί με το νόμο Μανιάτη του 2014 και η αποχώρηση των πολυεθνικών ExxonMobilκαι Totalαπό τα αδειοδοτημένα τμήματα της Κρήτης και αφετέρου το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος διευρύνοντας έτσι τις ανάγκες εισαγωγών των παραγόμενων στο εξωτερικό ανεμογεννητριών και φωτοβολταικών μονάδων. Χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της «αντεθνικής οικονομικής πολιτικής» είναι το γεγονός ότι την ώρα που η Ελλάδα έκλεισε τις λιγνιτικές μονάδες της, η Γερμανία από την οποία η χώρα μας εισάγει τις ανεμογεννήτριες, τις μηχανές και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, φρόντισε να κρατήσει τις δικές της λιγνιτικές μονάδες και τις μονάδες άνθρακα ως το 2040. Πέραν της μακροπρόθεσμης δραματικής επιδείνωσης στο οικονομικό ισοζύγιο της χώρας, όπου το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 400 δις, και την πρόδηλη αδυναμία της να δημιουργήσει στοιχειωδώς ένα ενδογενές παραγωγικό ανταγωνιστικό σύστημα, ήδη η τιμή ρεύματος στην παρούσα κρίση έχει τριπλασιαστεί σε σχέση με τη Γερμανία.

Την ίδια στιγμή ως «ιδανικοί αυτόχειρες» εισάγουμε ρεύμα από τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων και την Τουρκία, που ζήτησαν και εξαιρέθηκαν από τους περιορισμούς της χρήσης άνθρακα και οι οποίες χρησιμοποιούν μονάδες ρυπογόνου άνθρακα. Πρόκειται αναμφισβήτητα για το απαύγασμα της υποτελούς πολιτικής του πολιτικού ελληνικού συστήματος και ιδιαίτερα της σημερινής κυβέρνησης, που πρωτοστατεί ως τραγικός «Δον Κιχώτης» στην πλήρη απολιγνιτοποίηση της χώρας. Οι πολιτικές αυτές μετέτρεψαν την Ελλάδα από ισχυρό εξαγωγέα ρεύματος, προ 20ετίας, να εισαγάγει το 1/3 των αναγκών της, ενώ το υπόλοιπο 1/3 το παράγει με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Μόνο για το υπόλοιπο 1/3 έχει εσωτερική αυτάρκεια.

Είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα αν δεν είχε τόσο ισχυρά εξαρτημένο πολιτικό προσωπικό εξουσίας, αφενός θα ζητούσε την εξαίρεση της από τους περιορισμούς δεδομένου ότι η εκπομπή ρύπων της ανέρχεται στο 0,12% λόγω των τεράστιων αποθεμάτων λιγνίτη που διαθέτει και αφετέρου θα είχε προχωρήσει στην εξόρυξη του φυσικού αερίου, που πλέον έχει πιστοποιηθεί ότι υφίσταται σε μεγάλες ποσότητες νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο Πέλαγος.

Έτσι θα είχε αποκτήσει σημαντικά εφόδια για την αναχαίτιση και αντιμετώπιση της σημερινής παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης που απειλεί να διαλύσει την εύθραυστη ελληνική οικονομία, αλλά και να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό της της τραυματισμένης ελληνικής κοινωνίας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα αποτελούσε σημαντικό εργαλείο στην ανάγκη της Ευρώπης για ενεργειακή απεξάρτηση μεγεθύνοντας έτσι με τον τρόπο το γεωπολιτικό βάρος της στις σημερινές πυκνές και ρευστές γεωπολιτικές εξελίξεις. Η αναγκαστική καθυστερημένη αυτή αλλαγή στην μέχρι τώρα ενεργειακή πολιτική χωρίς μάλιστα να συνοδεύεται και από τη στοιχειώδη αυτοκριτική καταδεικνύει το μέγεθος της ανικανότητας και της εξάρτησης του ελληνικού πολιτικού προσωπικού εξουσίας, που αδυνατεί να πράξει στοιχειωδώς υπέρ των εθνικών συμφερόντων και υπέρ της προοπτικής της χώρας μακροπρόθεσμα και όχι υπέρ των στενών συμφερόντων της παρασιτικής εξαρτημένης οικονομικής ολιγαρχίας και του διεθνούς παράγοντα.