Παρασκευή 18.09.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Μεμάς Παπαδάτος-Τζανής Αλιφέρης: Δύο σπουδαίοι «άγνωστοι» του ελληνικού κινηματογράφου

04.08.2020 /

Σήμερα θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε φως στη ζωή και το σπουδαίο έργο δύο σημαντικών εργατών του ελληνικού κινηματογράφου. Ο λόγος για τον Μοντέρ-σκηνοθέτη Μεμά Παπαδάτο και τον Διευθυντή Φωτογραφίας-Σκηνοθέτη Τζανή Αλιφέρη.

 

Άρθρο του Χάρη Μαντέλλου

Μεμάς Παπαδάτος (1933-1998)

Ο Μεμάς Παπαδάτος ήταν ένας ξεχωριστός Μοντέρ σε πολύ γνωστές ταινίες όπως «Επιχείρησις Απόλλων», «Γάμος αλά ελληνικά», «Ένας ήρως με παντούφλες», «Αχ! Αυτή η γυναίκα μου», «Τα κόκκινα φανάρια» κ.λπ. ενώ σκηνοθέτησε και τις ταινίες «Ένας Γερμανός στα Καλάβρυτα» και «Οργισμένη γενιά». Μας μιλάει για το έργο του ο ξάδερφός του κ. Γιάννης Παπαδάτος, Συγγραφέας.

«Ο Γεράσιμος (Μεμάς) αποτελούσε για εμάς τη μέγιστη είδηση όταν ερχόταν στο χωριό Ζερβάτα Σάμης Κεφαλονιάς. Μαθητής στο Δημοτικό και αργότερα στο Γυμνάσιο χαιρόμουν για τον ερχομό του. Με ρωτούσε για τα μαθήματα και μου έλεγε πάντα «κι όταν μεγαλώσεις και ‘ρθεις στην Αθήνα, θα σου γνωρίσω την τέχνη μου κι αν θέλεις, μπορείς να την ακολουθήσεις». Είχα πλάσει μια προσωπική ιστορία με στοιχεία μύθου. Βέβαια, εκείνος ποτέ δεν το ξέχασε, αλλά φαίνεται πως εγώ είχα άλλα όνειρα.

Περί τα μέσα της δεκαετίας ‘70 πήγε στην Αυστραλία, ασχολήθηκε με τη διάδοση του ελληνικού κινηματογράφου και ετοίμαζε ένα βιβλίο που όμως δεν πρόλαβε να το εκδώσει.

Όταν ήμουν στην Αθήνα τον επισκεπτόμουν στους χώρους δουλειάς του. Όταν του είπα πως πρέπει να είναι περήφανος για την ιστορική ταινία «Τα κόκκινα φανάρια» και για άλλες, με πρωταγωνιστές όλους σχεδόν τους σημαντικούς ηθοποιούς, δεν έλεγε πολλά πράγματα. Ήταν σεμνός, ποτέ δεν περιαυτολογούσε. Ως μοντέρ ήταν περιζήτητος, αλλά πάντοτε διάλεγε τις ταινίες που θα μόνταρε. Στην «Ανζερβός φιλμ», την πρώτη σημαντική κινηματογραφική εταιρεία, παρέμεινε για πολλά χρόνια. Το όνομά του ως μοντέρ είναι κοντά σε ονόματα σπουδαίων ηθοποιών, σεναριογράφων, μουσικών.

Γιατί από ένα σημείο και μετά  εγκατέλειψε τον κινηματογράφο;

Νομίζω ότι δεν μπόρεσε να αντέξει την πτώση του καλού ελληνικού σινεμά όπως τον ήξερε. Μου είχε πει ότι του πρότειναν ικανοποιητικές αμοιβές, να δουλέψει στην τηλεόραση, αλλά δεν δέχτηκε. Δεν του άρεσε η ατμόσφαιρα της τηλεόρασης, με ό,τι αυτό σήμαινε. Είχε μια υπευθυνότητα, σοβαρότητα και υπερηφάνεια για την τέχνη του στον κινηματογράφο.

Μιλήστε μας για το αποτύπωμα που θεωρείτε ότι άφησε στον ελληνικό κινηματογράφο.

Περισσότερο κατάλληλοι να απαντήσουν, είναι εκείνοι  που  συνεργάστηκαν μαζί του. Κάποια φορά συνάντησα τον Σπύρο Καλογήρου. Τον ρώτησα για τον Μεμά Παπαδάτο. Μου είπε επί λέξει: «Σπουδαίος καλλιτέχνης στο μοντάζ, ανοιχτό μυαλό για θέματα του κινηματογράφου, καλός άνθρωπος». Η Ροζίτα Σώκου είχε γράψει: «…είναι ίσως το καλύτερο ψαλίδι του ελληνικού σινεμά…».

Αλλά και οι δυο ταινίες που δημιούργησε ως σκηνοθέτης αδικήθηκαν, νομίζω, από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το «Ένας Γερμανός στα Καλάβρυτα» με τη συγκλονιστική ερμηνεία του Άγγελου Αντωνόπουλου και το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με λιτούς διαλόγους, σημαίνουσες σιωπές, αργά γυρίσματα, συμμετοχή των ντόπιων με νωπές ακόμη τις μνήμες από τη ναζιστική θηριωδία, αποτελεί τον προάγγελο των λίγων καλών ελληνικών ταινιών που θα έρθουν αργότερα. Για την «Οργισμένη Γενιά», με πολύ καλό σενάριο Πάνου Κοντέλη και  μουσική Γιάννη Σπανού, πίστευε ότι προσφέρει κάτι θετικό. Γιατί τον ενδιέφερε κυρίως η τέχνη και η κοινωνική της διάσταση.

Γιατί τέτοιες προσωπικότητες που προσέφεραν πολλά είναι σήμερα άγνωστες στο ευρύ κοινό ενώ θα έπρεπε να μνημονεύεται πιο πολύ το έργο τους;

Ας ελπίσουμε ότι με την είσοδο του κινηματογράφου ως αντικειμένου στο ελληνικό πανεπιστήμιο θα γίνει η αρχή για την πραγματική ιστορία και ιδιαίτερα για το έργο  εκείνων των  «αφανών» και σπουδαίων κινηματογραφιστών όλων των ειδικοτήτων, που αποτέλεσαν τη βάση για το ελληνικό κινηματογραφικό οικοδόμημα. Κύριε Μαντέλλο, η προσπάθεια που κάνετε είναι πολύ σημαντική και μακάρι να αποτελέσει ένα δημιουργικό και συνάμα ιστορικό έναυσμα. Σας αξίζουν πολλά συγχαρητήρια».

 

ΤΖΑΝΗΣ ΑΛΙΦΕΡΗΣ (1918-2007)

Ο Τζανής Αλιφέρης ήταν Διευθυντής Φωτογραφίας σε ταινίες όπως «Μαύρη γη», «Οι απάχηδες των Αθηνών», «Ο Γολγοθάς μιας ορφανής», «Το στραβόξυλο» κ.ά. ενώ υπήρξε και σκηνοθέτης ταινιών όπως «Ο μαγκούφης», «Γκολ στον έρωτα», «4 νύφες, 1 γαμπρός», «Έγκλημα στο Κολωνάκι» κ.λπ. Για το έργο του μας μιλάει η κόρη του και Συγγραφέας κα Αλίκη Αλιφέρη.

«Ο Τζανής Αλιφέρης παράτησε το σχολείο στα 14 για να εργαστεί σε ένα κεντρικό φωτογραφείο στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Εκεί έμαθε την τέχνη της μαυρόασπρης φωτογραφίας. Οικονόμος από τη φύση του, αγόρασε μια αξιόλογη μεταχειρισμένη φωτογραφική μηχανή και άρχισε να εξερευνά τις δυνατότητές της. Μετά την απελευθέρωση νοίκιασε έναν χώρο απέναντι από την Ακαδημία Αθηνών, στη γωνία Πανεπιστημίου και Κοραή, όπου εγκατέστησε το Φώτο Τζαλ, το δικό του ατελιέ φωτογραφίας.

 

Το ταλέντο του στις προσωπογραφίες και η ικανότητα να εκμεταλλεύεται τις φωτοσκιάσεις τον έκανε να κερδίσει πολλούς καλλιτέχνες για πελάτες ενώ εξειδικεύτηκε στις φωτογραφήσεις νεονύμφων. Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας οι ενσταντανέ (στιγμιαίες φωτογραφίες) του δρόμου. Πλανόδιοι φωτογράφοι απαθανάτιζαν σε κεντρικά σημεία της πόλης τους διερχόμενους. Έπειτα έδιναν την κάρτα του φωτογραφείου για την παραλαβή των φωτογραφιών που αποτελούσαν ένα δημοφιλές μέσον επικοινωνίας. Εάν άρεσαν, οι πελάτες παράγγελναν το πορτραίτο τους και συχνά πλήρωναν έξτρα για ρετούς, ένα είδος ωραιοποίησης, όπως το φωτοσόπ, που γινόταν χειροποίητα με καλοξυσμένα χρωματιστά μολύβια. Χρωμάτιζαν τα χείλη της μαυρόασπρης φωτογραφίας, τόνιζαν τα φρύδια και διόρθωναν ό,τι μπορούσε να γίνει με πρότυπο το Χόλυγουντ. Αυτή η μόδα του απέφερε ένα καλό κεφάλαιο.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’40 πήρε το βάπτισμα του κάμεραμαν αποδεχόμενος την πρόταση ενός παραγωγού να εργαστεί σε ένα ερωτικό δράμα. Προβλέποντας την άνοδο του μεταπολεμικού κινηματογράφου σκηνοθέτησε την πρώτη δικής του παραγωγής ταινία που σημείωσε εμπορική επιτυχία. Αυτή ήταν η αρχή μιας σειράς επικερδών ταινιών με πρωταγωνιστές αγαπημένους ηθοποιούς όπως Γεωργία Βασιλειάδου,  Φωτόπουλος, Αυλωνίτης, Ηλιόπουλος κ.ά. Ήταν έργα χαμηλού κόστους βασισμένα σε σενάρια που ικανοποιούσαν τη ζήτηση της εποχής. Τις χρηματοδοτούσαν ιδιώτες, τους οποίους ο Τζανής αποπλήρωνε με συνέπεια, ώστε να έχει εξασφαλισμένη τη συνεχή χρηματοδότηση. Προτιμούσε κωμωδίες με λαογραφικό χαρακτήρα ή δακρύβρεχτα δράματα που έκαναν θραύση. Τη δεκαετία του ’60 διέθετε δικό του στούντιο, όπου γύρισε και το «Έγκλημα στο Κολωνάκι», την πρώτη αστυνομική ταινία από μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή.

 

Αντιμετώπισε όμως ένα σοβαρό φορολογικό πρόβλημα που πήρε χρόνια να διευθετηθεί και έφυγε για ΗΠΑ και Καναδά. Όταν επέστρεψε, το τοπίο του ελληνικού κινηματογράφου είχε αλλάξει δραματικά. Χάνοντας πολλούς έμπιστους συνεργάτες, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη δεύτερη αγάπη του, τη ζωγραφική, την οποία εξάσκησε επαγγελματικά μέχρι τα βαθιά γηρατειά του.

Οι ταινίες του αποτελούν ιστορική μαρτυρία της λαβωμένης μεταπολεμικής γενιάς που ξαναβρίσκει το κέφι για δημιουργία. Το πνεύμα που επικρατούσε στις γειτονιές της δεκαετίας του ‘50 ζωντανεύει με μπόλικο χιούμορ και μουσική από τους δημοφιλείς σταρ της εποχής. Σήμερα, το ταπεινό έργο του κάνει παρέα στους ξεχασμένους δημιουργούς που με ελάχιστα εφόδια άνοιξαν τον δρόμο για τους σύγχρονους κινηματογραφιστές».