Σάββατο 19.09.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Αιγαίο: Το χρονικό αναζήτησης λύσης στα Ελληνοτουρικά

31.08.2020

Εφτασε ποτέ η Ελλάδα κοντά σε συμφωνία με την Τουρκία για το Αιγαίο τα τελευταία 20 χρόνια; Πότε επέδειξε κινητικότητα και πότε επένδυσε στην ακινησία; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέστησε σαφές την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή ότι δεν είναι υπέρμαχος της ακινησίας. «Είναι αλήθεια ότι, κατά περιόδους, η εξωτερική πολιτική της χώρας έμοιαζε να έχει μόνο αμυντικά χαρακτηριστικά», είπε με νόημα. «Η ακινησία, όμως, περιθωριοποιεί όταν οι συσχετισμοί γύρω μας αλλάζουν αδιάκοπα. Η αδράνεια συχνά περιορίζει τις εθνικές στοχεύσεις. Κι όμως, η αναβλητικότητα δεν απέχει από την παθητικότητα, συχνά οι σημερινοί ενδοιασμοί κινδυνεύουν να γίνουν αυριανοί οδυνηροί συμβιβασμοί». Με τις φράσεις αυτές ο κ. Μητσοτάκης εμφανίζεται έτοιμος να εφαρμόσει μια πολιτική στα ελληνοτουρκικά που επιδιώκει τη συμφωνία.

Οταν αγγίξαμε τη συμφωνία


Επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη και με τον Γιώργο Παπανδρέου στο υπουργείο Εξωτερικών έγιναν βήματα προσέγγισης με την Αγκυρα.

«Οταν ξεκίνησαν οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το 2002 –όταν άρχισαν δηλαδή οι γύροι άτυπων και μη δεσμευτικών προφορικών συζητήσεων με στόχο την έναρξη διαπραγμάτευσης για την αποσαφήνιση των διαφορών έτσι ώστε αυτές να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης– έγινε σοβαρή συζήτηση για την υφαλοκρηπίδα, αλλά και για τα χωρικά ύδατα, καθώς θεωρούνται ζητήματα αλληλένδετα», λέει βετεράνος πολιτικός προσπαθώντας να εξηγήσει τον «γόρδιο δεσμό» των ελληνοτουρκικών.

Εως το τέλος του 2003 είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα συνεννόησης με την τότε Τουρκία του Ερντογάν – μια Τουρκία που υποστήριζε το σχέδιο Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού προσέβλεπε στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. στο τέλος του 2005 και θεωρούσε ότι η διευθέτηση των θεμάτων του Αιγαίου, που επιβάλλονταν και από τη συμφωνία του Ελσίνκι του 1999, θα συμπλήρωνε μια συνολική υπέρβαση. Την ευθύνη των διερευνητικών επαφών είχε αναλάβει αρχικά ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης και στη συνέχεια ο πρέσβης Αναστάσιος Σκοπελίτης.

Η κινητικότητα επιβραδύνθηκε όταν την κυβέρνηση Σημίτη διαδέχθηκε η κυβέρνηση Καραμανλή, που είχε μια διαμετρικά αντίθετη ερμηνεία των ελληνοτουρκικών, κύριος εκφραστής της οποίας ήταν ο Πέτρος Μολυβιάτης που ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών. Τον Δεκέμβριο του 2005 η Ελλάδα δέχτηκε ώστε η Τουρκία να λάβει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. χωρίς να έχουν παραπεμφθεί στη Χάγη οι ελληνοτουρκικές διαφορές. Εκτοτε, ποτέ οι δύο χώρες δεν έφτασαν ξανά τόσο κοντά σε μια «συμφωνία για τις διαφορές τους».

Στη δεύτερη περίοδο της κυβέρνησης Καραμανλή (2006-2009), όταν τον κ. Μολυβιάτη διαδέχθηκε η Ντόρα Μπακογιάννη, η ελληνική στρατηγική ήταν αφενός η συνέχιση του διαλόγου με την Αγκυρα για την υφαλοκρηπίδα και αφετέρου η σύναψη συμφωνιών για την υφαλοκρηπίδα με τις υπόλοιπες γειτονικές χώρες (Αλβανία, Ιταλία, Αίγυπτος) με «φυσική κατάληξη» μια μελλοντική συμφωνία με την Τουρκία. Το 2010 ο Γιώργος Παπανδρέου, αλλά και ο Ερντογάν φέρονταν έτοιμοι να συμφωνήσουν σε παραπομπή των διαφορών στη Χάγη. Η ελληνική οικονομική κρίση εξανέμισε τη δυναμική που είχε αναπτυχθεί. Οι διερευνητικές επαφές συνεχίστηκαν ώς το 2016 και διακόπηκαν μετά το αποτυχημένο τουρκικό πραξικόπημα.

Ο «γόρδιος δεσμός»

Τι λένε οι δύο πλευρές: Η Ελλάδα θεωρεί επισήμως ότι το μοναδικό θέμα είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, δηλαδή η έκταση στη θάλασσα ώς τα 200 ν.μ. από την ακτή (ή ώς τη μέση γραμμή ανάμεσα σε δύο ακτές) μέσα στην οποία το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα (αλιεία, εκμετάλλευση βυθού κ.λπ.). Ωστόσο, τα χωρικά ύδατα είναι μια συγγενής εκκρεμότητα. Τα χωρικά ύδατα Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο –που είναι ζώνη άσκησης εθνικής κυριαρχίας ισότιμη του εδάφους– παραμένουν στα 6 μίλια από τις ακτές των δύο χωρών και δεν εκτείνονται ώς τα 12 μίλια όπως επιτρέπει το Δίκαιο της Θάλασσας. Πρέπει να αποσαφηνιστούν τα σημεία του Αιγαίου όπου μπορούν τα ελληνικά χωρικά ύδατα να επεκταθούν στα 9 ή στα 12 μίλια χωρίς να παρεμποδίζεται η διεθνής ναυσιπλοΐα. Το κυριότερο εμπόδιο στη διευθέτηση είναι ότι η Τουρκία υποστηρίζει ότι τα ελληνικά νησιά έχουν μόνο χωρικά ύδατα και όχι δική τους υφαλοκρηπίδα γιατί επικάθονται στην ελληνική ή στην τουρκική υφαλοκρηπίδα που εκτείνεται η καθεμιά ώς τη μέση του Αιγαίου.
Κατά συνέπεια η Τουρκία υποστηρίζει ότι: Πρώτον, τα ελληνικά νησιά πρέπει να αποστρατιωτικοποιηθούν. Δεύτερον, πρέπει να αποσαφηνιστεί η κυριότητα σε πολύ μικρά νησιά και βράχους, που δεν αναφέρονται ρητώς στη Συνθήκη της Λωζάννης (γκρίζες ζώνες). Και τρίτον, το FIR Κωνσταντινούπολης πρέπει να εκτείνεται ώς τη μέση του Αιγαίου – δηλαδή οι πτήσεις ώς τη μέση του Αιγαίου να αναφέρονται στο κέντρο ελέγχου της Κωνσταντινούπολης. Η Ελλάδα δεν αποδέχεται τίποτα από τα παραπάνω. Πολλοί πολιτικοί προβληματίζονται αν μπορούν ποτέ αυτά τα θέματα να γίνουν αποδεκτά από την Αθήνα ως «διαφορές» που θα παραπεμφθούν σε διεθνή διαιτησία (Χάγη). Σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα, το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα. Ομως, η εξελισσόμενη νομολογία δείχνει ότι το Δικαστήριο αρχίζει να αποδίδει σε μικρά κατοικημένα νησιά (όπως π.χ. το Καστελλόριζο) υφαλοκρηπίδα αισθητά μικρότερη από εκείνη που έχει ο κοντινός ηπειρωτικός όγκος.

Το «άλλο» Καστελλόριζο

Σύμφωνα με τους πρωταγωνιστές της εποχής, το 2003 η Τουρκία εμφανιζόταν ότι υποχωρεί στις παραπάνω «σκληρές» διεκδικήσεις. Η θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά του Καστελλόριζου (εκεί όπου πρόσφατα έπλευσε το «Ορουτς Ρέις») την ενδιέφερε πολύ λιγότερο, για τρεις λόγους: Πρώτον, δεν υπήρχε η τεχνολογία εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε μεγάλα βάθη, δεύτερον, η έως τότε νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου όριζε ότι ακόμα και μια μικρή κατοικημένη νήσος έχει πλήρη υφαλοκρηπίδα (κάτι που δεν ισχύει σήμερα) και τρίτον, γιατί το σχέδιο Ανάν προέβλεπε επίλυση του Κυπριακού και άρα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα την Αγκυρα να παρεμβληθούν «τουρκικά νερά» ανάμεσα στην ελληνική και την κυπριακή υφαλοκρηπίδα.

Ετσι, οι Τούρκοι φέρονται ότι είχαν προτείνει να αποκτήσουν μεγαλύτερη υφαλοκρηπίδα στο Βόρειο Αιγαίο δυτικά της Λέσβου και της Χίου και νοτίως της Λήμνου με αντάλλαγμα μια σχεδόν πλήρη ελληνική υφαλοκρηπίδα στο ΝΑ Αιγαίο κοντά στο Καστελλόριζο. Παράλληλα, είχαν συμφωνήσει σε μια τμηματική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων με αντάλλαγμα κάποιες προεξοχές μπροστά από τουρκικά λιμάνια (ο χάρτης του Αιγαίου θα έδινε την εικόνα «χτένας»). Η κατανομή του Αιγαίου με βάση τη διανομή της υφαλοκρηπίδας θα ήταν 80-20 υπέρ της Ελλάδας. Με βάση τα χωρικά ύδατα θα ήταν 60-9 (το υπόλοιπο 31% θα ήταν διεθνή ύδατα). Σε σχέση με ό,τι ισχύει σήμερα, η ελληνική επικράτεια (χώρος εθνικής κυριαρχίας) θα αυξανόταν και παράλληλα θα κατοχυρώνονταν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο 80% του Αιγαίου. Αυτή η ευκαιρία χάθηκε. Σήμερα το κλίμα είναι διαφορετικό.

«Ποιος θα παραδώσει Ελλάδα μικρότερη από αυτήν που παρέλαβε;»


Ο Κώστας Καραμανλής και ο Πέτρος Μολυβιάτης ανήκουν στους πολιτικούς που εργάστηκαν για τη διατήρηση του status quo στο Αιγαίο. Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΑΪΤΑΣ

Οι θέσεις των σκεπτικιστών αξίζουν προσοχής. Πρόκειται για θέσεις που με διαφορετικές αποχρώσεις έχουν εκφράσει εμμέσως πλην σαφώς ο πρέσβης και πρώην υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Κοτζιάς, αλλά και ο ίδιος ο Κώστας Καραμανλής. Η βασική θέση των σκεπτικιστών είναι ότι η ελληνική αποδοχή χωρικών υδάτων κάτω των 12 μιλίων αποτελεί υποχώρηση. Επιπλέον, και μόνο η παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας πολλών νήσων και νησίδων ισοδυναμεί με ελληνική παραδοχή ότι η Τουρκία έχει κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο.

Τουρκικά κυριαρχικά δικαιώματα σε κρίσιμες περιοχές του Αιγαίου που μπορεί να επικυρωθούν από τη Χάγη ανατρέπουν την εικόνα του χάρτη της Ελλάδας που παρέδωσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να αποτελέσει προοίμιο για νέες τουρκικές αμφισβητήσεις και φυσικά να προσδώσει ισχυρότερη υπόσταση στο αίτημα για επέκταση του FIR Κωνσταντινουπόλεως έως τη μέση του Αιγαίου και για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών. Παράλληλα, οι σκεπτικιστές εκτιμούν ότι η ένταση στο Αιγαίο δεν θα εκλείψει έπειτα από μια συμφωνία. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται ανά τους αιώνες από μια διακύμανση ανάμεσα σε εποχές ύφεσης και έντασης. Η διακύμανση αυτή οφείλεται σε ιστορικά βιώματα και θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές.

Με βάση την παραπάνω λογική, εκείνος που θα υπογράψει μια συμφωνία θα είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που θα παραδώσει μια Ελλάδα με εύρος μικρότερο από το δυνητικό εύρος της Ελλάδας που παρέλαβε (έστω και αν η σημερινή Ελλάδα διαθέτει μειωμένα χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα με κυριαρχικά δικαιώματα που δεν ασκούνται σε κρίσιμο τμήμα της). Δεν υπάρχει, λένε, πλειοψηφία στη Βουλή και στην κοινή γνώμη για τέτοιους χειρισμούς. Πιστεύουν ακόμα ότι η Τουρκία επιτίθεται μόνο όταν είναι απολύτως σίγουρη για το αποτέλεσμα. Το 1974 η Κύπρος ήταν άοπλη μετά την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από τη χούντα το 1967. Τα ελληνικά νησιά είναι πάνοπλα. Εκτιμούν ακόμα ότι αν η Τουρκία αποκοπεί εντελώς από τη Δύση, τότε η Δύση θα στηρίξει πλήρως την Ελλάδα, ενώ αν αντιθέτως η Αγκυρα ενισχύσει τη δυτική προοπτική της, τότε θα υποχωρήσει η επιθετικότητα με την οποία συνοδεύει τις διεκδικήσεις της. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα πρέπει να διαφυλάττει το status quo. Να διαλέγεται, αλλά να μην εμπλέκεται σε «αναζήτηση λύσης».

Η θέση αυτή βεβαίως υποτιμά την πληθυσμιακή αύξηση και το αναπτυξιακό άλμα της Τουρκίας επί Ερντογάν, στοιχεία που ενισχύουν τη διεκδίκηση ζωτικού χώρου και δικαιωμάτων ανεξάρτητα από τον δυτικό ή μη προσανατολισμό της. Η πτυχή αυτή συνδέεται και με τις πρόσφατες στρατιωτικές επεμβάσεις σε γειτονικές χώρες. Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται η ηγετική ψυχολογία. Ο πρόεδρος Ερντογάν δείχνει να συνομιλεί περισσότερο με την Ιστορία και λιγότερο με την πεζή πραγματικότητα, κάτι που αυξάνει την πιθανότητα για απρόβλεπτες αποφάσεις, που μπορεί να παρασύρουν την Ελλάδα σε μια διαπραγμάτευση που δεν θα έχει διαμορφώσει η ίδια. Από την άλλη πλευρά, τα παραπάνω επιχειρήματα υπέρ του δόγματος της περιφρούρησης του status quo εξηγούν γιατί καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να διανύσει το «κρίσιμο μίλι» για να οδηγήσει σε λύση τις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Τα τέσσερα οφέλη

Σύμφωνα με όσους υποστηρίζουν την επίλυση των διαφορών, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται ο Κώστας Σημίτης, τα οφέλη από μια συμφωνία είναι τέσσερα: Πρώτον, τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα σε κρίσιμες ζώνες του Αιγαίου θα οριοθετηθούν, θα κατοχυρωθούν και κυρίως θα ασκηθούν. Εξυπακούεται ότι, αν είχε επέλθει συμφωνία το 2005, τότε το 2009-10, όταν εξελίχθηκε η τεχνολογία και άρχισε να επιτρέπει γεωτρήσεις σε βάθη 3.000 μέτρων, οι ζώνες αυτές θα είχαν χρηματοοικονομική ισχύ που ίσως είχε αποτρέψει την
κρίση χρέους και τη δεκαετία της κρίσης.

Δεύτερον, η αποφόρτιση που θα επιφέρει μια συμφωνία θα συμβάλει στη μείωση των δαπανών για εξοπλισμούς.

Τρίτον, η σφραγίδα της Χάγης θα ισοδυναμεί με την ανακήρυξη ευρωπαϊκών συνόρων στο Αιγαίο.

Τέταρτον, οι πιο τολμηροί διαβλέπουν ότι μια ελληνοτουρκική συμφωνία ειρήνης και φιλίας ανοίγει τον δρόμο για τη σταδιακή αποκατάσταση της παρουσίας του ελληνισμού στις εστίες της Μικράς Ασίας. Η επαναλειτουργία της Χάλκης μπορεί να είναι μόνον η αρχή.

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Από την έντυπη “Καθημερινή”