Κυριακή 18.04.2021 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
08.03.2021

Στα χνάρια της ελπίδας

Παράδερνε ασθμαίνοντας ο παπα-Γιάννης ο Ρόμας ανάμεσα σε κορμούς αγέρωχους από έλατα και μηλιούς. Μες στο σκοτάδι του ορεινού δρυμού ψηλάφιζε σκιές, πάσχιζε να διακρίνει το μονοπάτι που οδηγούσε στη θάλασσα προτού ο ήλιος ανατείλει. Ήθελε να προλάβει ν’ αντικρίσει τις πρώτες αχτίδες καθώς θα λαμπύριζαν μπρος στο παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης, που το ’χε λες ξεβράσει το κύμα εκεί στο αντάμωμα του Μαλιακού με τον Ευβοϊκό. Το λαχταρούσε τόσο η ψυχή του το δροσερό καλωσόρισμα της νέας μέρας. Έπρεπε λοιπόν να βιαστεί. Κοντοστάθηκε κι έστρεψε για μια μόνη στιγμή πίσω τo ασθενικό βλέμμα, να φυλακίσει μνήμες αμείλικτες· τον τόπο το γενέθλιο, τον αιωνόβιο πλάτανο που ίσκιωνε τη βρύση με το κρυστάλλινο νερό, πλάι στο πατρικό του. Το χωριό φάνταζε από ’κεί σαν γκρίζο σύννεφο προτού ξεσπάσει η μπόρα. Δάκρυσε. Ογδόντα τέσσερα χρόνια περιπλάνηση του βάραιναν τους ώμους και τη βούληση. Νόστος και καρτερία.

Έπειτα έβαλε τα δυνατά του να συνεχίσει την πορεία. Ήθελε λίγο ακόμα για να φιλήσει το σταυρό στην πλώρη. Λίγο ακόμα για να καλωσορίσει το γλάρο και τον αχινό στην αμμουδιά που τόσο αγάπησε, για ν’ ατενίσει τον ορίζοντα που θα τον έφερνε πίσω στα παιδικά του χρόνια. Λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα. Σκούπισε τα υγρά του βλέφαρα και τον ιδρώτα στο μέτωπο, ένιωσε γλυκιά την αιμόρροια στα γυμνά πόδια, τα γερασμένα, κι ανάσανε βαθιά τη ζωογόνα βουνίσια πνοή. Μια δρασκελιά πριν απ’ το ξέφωτο, ασπάστηκε το τελευταίο δέντρο. Σφράγισε με δύναμη τα μάτια κι έστειλε μιαν ευχή προς τον Αυγερινό, μα σαν τα ξανάνοιξε η φρίκη απλώθηκε πάλι γύρω του. Συντρίμμια. Σοροί και χαλάσματα. Λες κι ο χρόνος ο δικός του είχε σταθεί για πάντα σε κείνη την αποτρόπαιη εντεκάτη του Σεπτέμβρη.

Τινάχτηκε κάθιδρος ο παπα-Γιάννης ο Ρόμας κι ανακάθισε στο κρεβάτι. Αφέθηκε να τον χαϊδέψουν οι ηλιαχτίδες που έπαιζαν κρυφτό με την κουρτίνα μπρος στο ανοιχτό παράθυρο, στο πατρικό το σπίτι όπου επέστρεφε κάθε Αύγουστο, χρόνια τώρα, αψηφώντας την ταλαιπώρια της υπερατλαντικής διαδρομής που έπρεπε κάθε φορά να διανύσει. Άδραξε με τις παλάμες του τη θέρμη της αυγής κι ένιωσε τον πόνο στην ψυχή να λιγοστεύει.

«Όνειρο ήταν, πάει πέρασε», συλλογίστηκε. Μα ο εφιάλτης του, λαθραίος συνταξιδιώτης, τον παγίδευε ακόμα ανάμεσα σε λείψανα αγίων και νεομαρτύρων. Άπλωσε παρακλητικά τα χέρια προς τον ουρανό κι ανακάλεσε όλες τις προσευχές που είχαν λησμονηθεί μετά την τελευταία λειτουργία του στον Άγιο Νικόλαο, εκεί όπου άλλοτε υψώνονταν αγέρωχοι οι Δίδυμοι Πύργοι. Αγωνιούσε να τις αποθέσει ευλαβικά στα θεμέλια του νέου ναού, για να μπολιάσει το βλαστό του πεπρωμένου. Είχε πίστη ακλόνητη στον καπετάνιο του τον Αϊ-Νικόλα, που ήξερε πώς να εμψυχώνει τους διωκόμενους και τους εξορισμένους. Σε λίγες μέρες θα σαλπάρανε πάλι μαζί για Νέα Υόρκη, παραδομένοι σ’ ένα βουβό ταξίδι επιστροφής στο Σημείο Μηδέν. Κι ο παπα-Γιάννης ο Ρόμας το ’νιωθε πως δε θα ξαναγύριζε ποτέ πια πίσω στην πατρίδα. Το ’νιωθε πως το λάδι κόντευε να σωθεί στο καντηλάκι του. Του έφτανε, ωστόσο, που είχε ψηλαφίσει για τελευταία φορά τα χνάρια της ελπίδας.

Ο «Ενεργός Πολίτης», στην προσπάθειά του να καλύψει ένα τοπικό «πολιτιστικό κενό», ανοίγει μια επιφυλλίδα με το όνομα «Λογοτεχνικές Ανάσες», στην οποία δίνει βήμα σε επίδοξους (κυρίως), αλλά και φτασμένους Τρικαλινούς – κατά προτίμηση – λογοτέχνες να παρουσιάσουν έργα τους. Στόχος η παροχή κινήτρων και η παρακίνηση για τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων. Η θεματολογία είναι ελεύθερη. Το κάθε μικροδιήγημα δεν πρέπει να ξεπερνάει τις 500 λέξεις και πρέπει να έχει τίτλο. Τα κείμενα αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση nikolakisman@gmail.com αναφέροντας την ιδιότητα-επάγγελμα του συγγραφέα και επισυνάπτοντας (προαιρετικά) μια φωτογραφία πορτρέτο.
Την επιμέλεια της λογοτεχνικής επιφυλλίδας έχει ο Νίκος Μάντζιος, μαθηματικός, ειδικός παιδαγωγός, συγγραφέας και δάσκαλος της δημιουργικής γραφής.