Κυριακή 19.09.2021 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
02.08.2021 /

ΙΟΥΛΙΟΣ

Του Σταύρου Σταυρόπουλου*

ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ την Ακαδημίας προς την Κάνιγγος ένιωθα σαν να διέσχιζα κάποια παραλία της Μεσογείου. Η ακτή έφτανε ως τα παπούτσια μου, βούλιαζαν μέσα στην άμμο. Στο πολιτιστικό κέντρο του δήμου σταμάτησα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στα μαρμάρινα σκαλιά, έκαναν ένα θόρυβο σαν να γκρεμιζόταν η πόλη. Κρατήθηκα από ένα γλυπτό. Κοίταξα απέναντι. Η σχολή δημοσιογραφίας δεν υπήρχε.

Πιο κάτω η Μπενάκη, μια στενή λωρίδα γης που βρεχόταν από δυο παράλληλες φέτες θάλασσας, αγωνιζόταν να επιπλεύσει. Μου ήρθε στο μυαλό η Κολώνα στην Κύθνο. Η μουσική που έλουζε τότε το πρόσωπό σου. Ήταν η «Ποιμενική» του Beethoven, από τη συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης.

Την ανέβηκα κολυμπώντας. Κτίρια τραγικά παραμορφωμένα, από τσαλακωμένο υλικό. Η θέση του νερού. Η αγωνία της θάλασσας. Περπατούσα επί των υδάτων με μια αβέβαιη ελαφρότητα.

Ένας πίνακας του Νικόλαου Γύζη ήταν απλωμένος στον ουρανό. Νομίζω, η «Εαρινή Συμφωνία», λάδι σε καμβά. Οι άγγελοι μάζευαν τα λουλούδια και μου τα έδιναν. Ήταν απαγορευμένο να σου δίνουν λουλούδια, όμως εκείνοι το έκαναν. Τα έπαιρνα και τα πέταγα στο νερό. Τα έκανα νούφαρα.

Μερικά πράγματα ανεβαίνουν μόνο πάνω στο χαρτί. Οποιαδήποτε άλλη μεταφορά τους, τα θίγει. Σκοτώνει την απεραντοσύνη τους. Έγραψα τη λέξη φεγγάρι και την άφησα να πέσει πάνω στο λευκό τμήμα ενός τοίχου. Έμοιαζε με σελίδα. Σε λίγο μεσουράνησε.

Ήταν ένα φεγγάρι κόκκινο, του Ιουλίου, απ’ αυτά που μόλις πας να τα ακουμπήσεις για να δεις αν είναι αληθινά, λειώνουν στο χέρι σου. Σαν παλιές καραμέλες βουτύρου. Από κάτω ο δρόμος, χαντάκι.

Στη Ζωοδόχου Πηγής το άγαλμα ενός εκδότη με χαιρέτησε. Έκανα πως δεν είδα τη Σόλωνος, ήταν καταστροφή. Χιλιάδες τίτλοι βιβλίων είχαν γίνει χάρτινα καραβάκια. Η πόλη προσπαθούσε μάταια να αγκιστρωθεί στις σελίδες τους, να επιζήσει κι αυτού του καλοκαιριού.

Η Θεμιστοκλέους, πάντα έρημη. Και ο κόσμος. Ήλπιζα να συναντήσω σε κάποιο πλωτό καφέ τον Χάμφρευ Μπόγκαρντ να κρεμάει την καμπαρτίνα του ή τουλάχιστον την Νάταλι Γουντ να καπνίζει. Όμως η νύχτα τούς είχε καταπιεί.

Σε λίγο ξημέρωσε. Ξαφνικά. Σαν κάποιος να είχε πυροβολήσει τον ήλιο στα μάτια.

Είδα το σώμα σου μακριά να βουτά και να εξαφανίζεται.

Να χάνεται κάτω απ’ το νερό των δρόμων.

 

ΕΚΑΤΗ

 ΕΜΦΑΝΙΖΟΤΑΝ ξαφνικά μπροστά μου και απ’ τα μαλλιά της έβγαιναν φίδια ξαπλωμένα πάνω σε νύχτες, αλλά αντηχούσαν. Στη χάση του φεγγαριού. Σε κάθε της μπράτσο κρεμόταν από ένα σκοτωμένο ελάφι. Ζούσε πάντα με μια φουσκωμένη μήτρα για να γεννάει το θάνατο, γιατί χωρίς το θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Πίσω της έσερνε κάτι σκυλιά ταραγμένα. Ούρλιαζαν και διέσχιζαν με αλυσίδες τη γη.

Την έβλεπα συχνά τα βράδια καθώς στριφογύριζε. Άνοιγα τα δάχτυλα του χεριού της και φιλούσα την παλάμη της. Μετά την έκλεινα σαν γροθιά για να διατηρηθεί το φιλί. Ό,τι είχε αγγίξει με τα μάτια της ήταν καμένο. Το σώμα της, σαν κοράκι, επαναλάμβανε πάντα το ίδιο μάθημα: Ποτέ άλλο πια.

Αυτή ήταν η δουλειά της. Να είναι πουθενά, γιατί πουθενά δεν υπήρχε τίποτα γι αυτήν και ξάπλωσε. Πάνω σε προβολείς, σαν γονιμότητα. Να είναι τίποτα.

Άνοιξα το κορμί της και αφαιρούσα. Κομμάτια ασύμμετρης λύπης. Με καλούσαν τα τραγούδια της να αφαιρέσω όλη τη λύπη, σαν κλωνάρι πεσμένο έστεκε. Έβαλα όλο το χέρι μου μέσα στη κοιλιά της και με το στόμα μου. Σκέπασα την μεγάλη πληγή να μην τρέχει.

Μετά γίναμε δέντρο καρφωμένο στη γη και η αναπνοή της σαν κεντητή αψηφούσε το Θεό. Την είδα να παίρνει τα φαντάσματα μου απ’ το χέρι και να στροβιλίζεται με φτερωτά βήματα. Έσερνε ένα χορό που βάραινε τη γη και την σήκωνε στον αέρα.

Η τρύπα στη κοιλιά της μεγάλωνε. Βούλιαξα μέσα στη λύπη. Με ένα πανικό που με καλούσε βούλιαξα και φύτρωσα μέσα της ξανά. Άλλοτε σαν ακάθαρτο όνειρο και άλλοτε σαν ανάσα που έκαιγε τη σπονδυλική της στήλη.

Μου είπε, τίποτα σε τούτα τα μέρη δεν μπορεί να βλάψει τον θάνατό μου. Αλλά φοβόταν τη ζωή. Γιατί η ζωή τής έπαιρνε όσο θάνατο είχε απομείνει και τον λιγόστευε.

Η άδεια νύφη που φορούσε μαύρα καθάρισε το χρώμα της, σαν ρουζ το έξυσε μέχρι να φανεί ουρανί και προχώρησε με ανοιγμένη κοιλιά και απομακρύνθηκε. Μια λάμπα που σβήνει. Η λύπη έσταζε από την ανοιχτή τρύπα και γυάλιζε σαν παρκέ. Κομμάτια τριμμένα ιδρώτα την έβαφαν. Μπορούσε να ακούσει το χρέος του πόνου που συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή. Ήταν χαμένη. Τρισυπόστατη δύναμη. Μερικές φορές είσαι αυτό που δεν είναι για σένα. Και το ήξερε.

Το δείπνο που κάθεται μόνη της πια, στο άδειο από θεούς βουνό, δεν υπάρχει κανείς να της το προσφέρει. Και έγινε σκιάχτρο για να φοβίζει τα πουλιά, να μην μπαίνουν άλλα πουλιά μέσα στα σπίτια των ανθρώπων και τα ανακατεύουν. Και διαιωνίζουν το κακό της που σαν αυγό μεγαλώνει, σκεπασμένο απ’ τη σκόνη, σε μια γωνία του κόσμου.

Γιατί έχασε τόσο άδικα τον θάνατο μέσα απ’ τα χέρια της.

(Τα διηγήματα ΙΟΥΛΙΟΣ και ΕΚΑΤΗ, περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Σ. Σταυρόπουλου «ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ», εκδόσεις Οξύ).

 

Ο «Ενεργός Πολίτης», στην προσπάθειά του να καλύψει ένα τοπικό «πολιτιστικό κενό», ανοίγει μια επιφυλλίδα με το όνομα «Λογοτεχνικές Ανάσες», στην οποία δίνει βήμα σε επίδοξους (κυρίως), αλλά και φτασμένους Τρικαλινούς – κατά προτίμηση – λογοτέχνες να παρουσιάσουν έργα τους. Στόχος η παροχή κινήτρων και η παρακίνηση για τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων. Η θεματολογία είναι ελεύθερη. Το κάθε μικροδιήγημα δεν πρέπει να ξεπερνάει τις 500 λέξεις και πρέπει να έχει τίτλο. Τα κείμενα αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση nikolakisman@gmail.com αναφέροντας την ιδιότητα-επάγγελμα του συγγραφέα και επισυνάπτοντας (προαιρετικά) μια φωτογραφία πορτρέτο.
Την επιμέλεια της λογοτεχνικής επιφυλλίδας έχει ο Νίκος Μάντζιος, μαθηματικός, ειδικός παιδαγωγός, συγγραφέας και δάσκαλος της δημιουργικής γραφής.