Κυριακή 01.08.2021 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
14.07.2021 /

΄Ησουν εκεί

*Του Μάνθου Γιουρτζόγλου

“….αυτό το περίεργο πάθος για δυστυχία”

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Πάλι κυνηγημένος. Από τα όνειρα. Από τους φόβους μου. Από τα θηρία που κρύβονται μέσα μου. Τόσα χρόνια να σε ψάχνω παντού και πάντα να φτάνω όταν έχεις  φύγει. Και πάλι να κυνηγιέμαι. Από τα όνειρα. Από τους φόβους μου. Από τα θηρία που κρύβονται μέσα μου. Να κλαίω στις χαρές. Να χαίρομαι στις λύπες. Να βγαίνω γυμνόστηθος στις βροχές και να κλείνομαι μέσα στις αλκυονίδες. Βορά στην μοναξιά μου. Ολόκληρος δοσμένος στο τίποτα. Βρέφος που μπουσουλάει άβουλο μπροστά στην αγάπη. Κι εσύ να μην είσαι εκεί ποτέ για να με πάρεις στην αγκαλιά σου και να με μεγαλώσεις μέσα στα στήθη σου. Να μου μάθεις πώς είναι να ζεις. Κι εγώ να σκιάζομαι την σκιά μου. Να αλυχτά ξωπίσω μου και να μην με πιάνει. Και τα θηρία εκεί, ακατάβλητα. Τρέχουν τα σάλια τους από την πείνα. Με θέλουν ολόκληρο. Να με κατασπαράξουν. Εγώ τα πυρπολώ με όλη μου την φωτιά κι αυτά ανασταίνονται. Γίνονται κοπάδια και με κυνηγούν. Κι εσύ να είσαι αλλού. Να με αφήνεις να παλεύω μόνος. Να κουρνιάζεις σε άλλα σώματα, να σε ζαλίζουν άλλες μυρωδιές. Κι εγώ να στροβιλίζομαι σε μπαρ και καφέ. Και να είναι όλοι εκεί, εκτός από σένα. Να σε γυρεύω και φεύγοντας να παρατάω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω. Δεν με είδα πουθενά. Εσύ όμως με κοίταζες, το κατάλαβα. Αλλά δεν μπορούσα να σε δω. Κι όλα να προχωρούν αργά, κενά σαν τίποτα. Κάθε ξημέρωμα να είναι το ίδιο και απαράλλαχτο με το προηγούμενο. Πάντοτε ξύπνιος. Άγρυπνος. Άπρακτος. Μόνος. Χωρίς ούτε εμένα. Την ώρα που γυρίζω εγώ να πηγαίνουν όλοι. Κάπου. Πως να ξέρω πού;

Γεμάτος κενό πάλι σε περιμένω. Δεν θα έλθεις. Το ξέρω τώρα πια. Πάντοτε ήσουν αλλού. Μακριά από τις αγκαλιές που έτρεχα να κουρνιάσω κατά καιρούς, νομίζοντας πως σε βρήκα. Ψεύτικες ήταν. Ανούσια σπαράγματα και κραυγές. Ονειρώξεις και απωθημένα. Και μετά, φτου κι απ’ την αρχή πάλι. Και φυσικά τα θηρία μου πάντα παρόντα. Τώρα γελάνε. Σαρδόνια. Ειρωνικά. Αυνανίζονται με την αποτυχία μου. Με λυπούνται. Ούτε να με φτύσουν. Και σε κρύβουν. Σε κρύβουν καλά να μην σε δω και χαλάσει η γιορτή τους. Γιατι ξέρουν τι θα πάθουν αν βρεθούμε. Ξέρουν ότι θα τρέξουν να κρυφτούν στην πρώτη τρύπα που θα βρουν στο χώμα, γνωρίζουν πως θα διαλυθούν σε χίλια κομμάτια. Μας φοβούνται, να το ξέρεις. Απλά δεν το δείχνουν. Τρέμουν την δύναμη που κρύβουμε. Κι έτσι προχωράω γεμάτος αίματα. Ηττημένος. Και βγαίνω πάλι έξω. Εκτεθειμένος στην πολιτεία. Να πίνω θάλασσες και να διψάω. Κι εσύ να μην μου δίνεις σταγόνα. Άδεια η διπλανή καρέκλα, η θέση στο παγκάκι του πάρκου, η μια πλευρά στο κρεβάτι, το ποτήρι πλάι στο δικό μου. Όλα άδεια. Κουράστηκα να γυρνάω μόνος μου πίσω, το ξέρεις; Κι απόψε δεν θα το κάνω. Θα σε βρω και ας πουλήσω φτηνά το τομάρι μου.

Ξημέρωμα. Σε γύρεψα πάλι παντού. Μια ακόμη νύχτα και ξανά τίποτα. Κανένα σημάδι σου. Και να με εδώ. Ακόμη ένα μπαρ. Όλα θολά όπως συνήθως. Ποτό. Δεύτερο. Τρίτο. Δέκατο. Χάνω τον λογαριασμό και ακόμα να φανείς. Σέρνομαι. Μετράω και βγαίνει μηδέν. Και λέω τέλος. Τέλος τώρα. Να θέλω να το φωνάξω. Ένα ξυράφι, ελεγεία στην μοναξιά μου. Καιρό τώρα στην κωλότσεπη, τυλιγμένο σε ένα μικρό νάιλον περίβλημα περίμενε τη στιγμή του. Κι απόψε ήλθε η ώρα του. Να το γλεντήσει κι αυτό. Τόσο καιρό ξεροσταλιάζει. Να πιεί το αίμα μου και να γίνει στουπί. «Γρήγορα πριν το μετανιώσεις πάλι», σκέφτομαι. Το κλειδί γυρίζει στην πόρτα. Η φρικτή μυρωδιά της στενής τουαλέτας δίνει το στίγμα. Το μικρό ξυράφι. Το κοιτάζω. Σαν να χαμογελάει. Και αμέσως, οι γνωστές «διαφωνίες» μες στο κεφάλι μου. Τις ξέρω καλά. Εγώ τις «έθρεψα». Όμως απόψε  ξεμπερδεύω. Δεν έχει άλλη επιστροφή. Κοιτάζω ξανά το ξυραφάκι. Μικρό  γαμημένο παλιόπραμα. Το φέρνω αργά μπροστά στο χέρι μου.  Το χέρι μου δήμιος, το σπρώχνει βαθιά στην φλέβα. Πόνος. Ουρλιαχτό. «Τι έκανες ρε μαλάκα;» ουρλιάζει η γνωστή φωνή από μέσα.  Τελευταίες στιγμές. Πόνος και οδύνη. Νοιώθω να το μετανιώνω αλλά τώρα είναι αργά. Ο θάνατος και η αγάπη είναι τελικά πολύ μοναχικά πλάσματα.  Κάποιος φαίνεται πως με άκουσε και προσπαθεί να σπάσει την κλειδωμένη πόρτα. Τρέμουλο. Το αίμα σιντριβάνι από τα χέρια μου χρωματίζει κόκκινο τον χώρο. Πάγος. Πτώση. Πάτωμα. Η μπόχα από τα κάτουρα. Το άσπρο ταβάνι. Τελευταία ανάσα.  Ξάφνου σκοτάδι και εκκωφαντική σιωπή.

Όλα τέλειωσαν. Μόνο που δεν σε πρόσεξα. Ήσουν εκεί. Πίσω από την κλειδωμένη πόρτα εσύ μου φώναζες να σου ανοίξω. Πάντοτε ήσουν εκεί. Με τα ίδια γυναικεία ονόματα, τις ίδιες αχόρταγες αλήθειες. Ανάμεσα στις φάτσες που δεν πρόσεχα. Μέσα στα βλέμματα που δεν εστίασα. Δίπλα μου, μπροστά μου και πίσω μου. Με έψαχνες όπως εγώ. Όμως δεν σε έβλεπα. Τυφλός εκ γενετής ή από επιλογή; Μικρή η σημασία τώρα. Γιατί ήσουν εκεί. Με περίμενες να σου ανοίξω την πόρτα. Να βγω στο φως να με δεις. Αλλά εγώ δεν θα γυρίσω πίσω μωρό μου. Δεν μπορώ πια. Βλέπεις, δεν σε είχα δει. Και δεν θα σε δω τελικά. Ποτέ.

*Ο Μάνθος Γιουρτζόγλου είναι ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας.

Ο «Ενεργός Πολίτης», στην προσπάθειά του να καλύψει ένα τοπικό «πολιτιστικό κενό», ανοίγει μια επιφυλλίδα με το όνομα «Λογοτεχνικές Ανάσες», στην οποία δίνει βήμα σε επίδοξους (κυρίως), αλλά και φτασμένους Τρικαλινούς – κατά προτίμηση – λογοτέχνες να παρουσιάσουν έργα τους. Στόχος η παροχή κινήτρων και η παρακίνηση για τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων. Η θεματολογία είναι ελεύθερη. Το κάθε μικροδιήγημα δεν πρέπει να ξεπερνάει τις 500 λέξεις και πρέπει να έχει τίτλο. Τα κείμενα αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση nikolakisman@gmail.com αναφέροντας την ιδιότητα-επάγγελμα του συγγραφέα και επισυνάπτοντας (προαιρετικά) μια φωτογραφία πορτρέτο.
Την επιμέλεια της λογοτεχνικής επιφυλλίδας έχει ο Νίκος Μάντζιος, μαθηματικός, ειδικός παιδαγωγός, συγγραφέας και δάσκαλος της δημιουργικής γραφής.