Κυριακή 23.01.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ρεύμα – Πλέον ο «τρόμος» κάθε πολίτη

27.12.2021

Ποτέ άλλοτε από την πλήρη ηλεκτροδότηση της χώρας τη δεκαετία του ’60 ο λογαριασμός του ρεύματος δεν απασχόλησε τόσο πολύ τόσο πολλά ελληνικά νοικοκυριά.

Ο ένας και μοναδικός πάροχος, ο φθηνός λιγνίτης και η άσκηση προνοιακής πολιτικής μέσω των μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού διαφορετικών τιμολογίων ρεύματος της ΔΕΗ καθιστούσαν την ηλεκτρική ενέργεια ένα αγαθό δεδομένο και σχετικά φθηνό. Αυτή η εποχή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Σήμερα υπάρχουν 18 ενεργοί πάροχοι και περισσότερα από 75 διαφορετικά οικιακά τιμολόγια. Οι διαφορές τους είναι μικρές και καλά «κρυμμένες» σε άρθρα πολυσέλιδων συμβάσεων γραμμένα με κυριολεκτικά ψιλά γράμματα και σε αλγορίθμους, κατανοητούς μόνο από εκείνους που τους έφτιαξαν. Και αν η επιλογή παρόχου ή η άγνοια του τι πληρώνουμε κάθε μήνα ή κάθε δίμηνο σε εποχές κανονικές δεν είχε μεγάλη σημασία, σε περιόδους ενεργειακής κρίσης, όπως η τρέχουσα, έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημά μας. Μόνο μέσα στο τελευταίο τετράμηνο η κυβέρνηση χρειάστηκε να επιδοτήσει τον λογαριασμό ρεύματος με 700 εκατ. ευρώ για να περιορίσει την επιβάρυνση των νοικοκυριών από τις υπέρογκες αυξήσεις. Με τη χονδρεμπορική τιμή ρεύματος να έχει σκαρφαλώσει μέσα από μια συνεχιζόμενη κούρσα που ξεκίνησε από το Μάιο –όταν έφτασε τα 65 ευρώ η μεγαβατώρα από 45 ευρώ το 2020– στα 228,9 ευρώ τον Νοέμβριο και να έχει σπάσει το φράγμα των 400 ευρώ μέσα στον Δεκέμβριο για τους καταναλωτές τα δύσκολα είναι μπροστά.

Οι μεγάλες αυξήσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου θα φανούν στους λογαριασμούς Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου, γι’ αυτό και η κυβέρνηση αναζητάει από τώρα πόρους για να χρηματοδοτήσει τη συνέχιση των επιδοτήσεων. Από τις αρχές του έτους η χονδρεμπορική τιμή ρεύματος αυξήθηκε πάνω από τέσσερις φορές, αύξηση που λόγω των επιδοτήσεων δεν έγινε μέχρι στιγμής ιδιαίτερα αντιληπτή από τους οικιακούς καταναλωτές.

Η τιμή της κιλοβατώρας στο τιμολόγιο του βασικού προμηθευτή που συγκεντρώνει το 64,5% της λιανικής αγοράς, με την επιβάρυνση από τη ρήτρα αναπροσαρμογής, από 0,11058 ευρώ έφτασε το 0,19 ευρώ τον Οκτώβριο, το 0,2631 ευρώ τον Νοέμβριο και το 0,2982 ευρώ τον Δεκέμβριο, για να περιοριστεί τελικά μετά τις επιδοτήσεις και τους τρεις μήνες στο 0,13 ευρώ. Πολύ μεγαλύτερες είναι οι αυξήσεις σε άλλους παρόχους που είχαν ευθύς εξαρχής ρήτρα αναπροσαρμογής και άρχισαν να περνούν τις ανατιμήσεις στη χονδρική από τον Μάιο.

Υπάρχουν 18 ενεργοί πάροχοι και περισσότερα από 75 διαφορετικά οικιακά τιμολόγια – Οι διαφορές τους είναι μικρές και καλά «κρυμμένες» σε άρθρα πολυσέλιδων συμβάσεων.

Η πίεση των τιμών άρχισε να διαμορφώνει στη λιανική αγορά ρεύματος πρακτικές αντίστοιχες με αυτές που έχουν παγιωθεί σε άλλες αγορές, όπως για παράδειγμα στην κινητή τηλεφωνία.

Η κινητικότητα μεταξύ παρόχων έχει αυξηθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες καθώς οι καταναλωτές αναζητούν τον φθηνότερο πάροχο, ενώ για πρώτη φορά παρατηρείται και αντιστροφή του ρεύματος μετακίνησης, από τους ιδιώτες παρόχους προς τη ΔΕΗ.

Σε αυτό το περιβάλλον η προστασία των καταναλωτών μέσα από ένα διαφανές πλαίσιο τιμολόγησης αποκτά και ηθική διάσταση. Οι συμβάσεις θα πρέπει να λένε τα πράγματα με το όνομά τους και με μεγάλα γράμματα, για να γνωρίζει ο καταναλωτής εκ των προτέρων ποιο θα είναι το τελικό κόστος που θα πληρώσει και να βελτιωθεί και ο ανταγωνισμός. Πρωτοβουλία σε αυτή την κατεύθυνση πήρε η ΡΑΕ από την περασμένη άνοιξη, το αποτέλεσμα ωστόσο είναι κατώτερο των αρχικών προσδοκιών λόγω των αντιδράσεων των παρόχων.

Μετά τρεις συνεχόμενες διαβουλεύσεις, η ΡΑΕ δεν κατέληξε σε κάποια απόφαση που θα είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα εφαρμογής για τους παρόχους αλλά στην έγκριση κατευθυντήριων γραμμών, ουσιαστικά δηλαδή σε απλές συστάσεις. Η ΡΑΕ ξεκίνησε από προτάσεις επιβολής πλαφόν στη ρήτρα αναπροσαρμογής στη λογική της απορρόφησης μέρους του αυξημένου κόστους από τους προμηθευτές, με τον πρόεδρο Αθανάσιο Δαγούμα να δηλώνει δημοσίως ότι «δεν νοείται δραστηριότητα μηδενικού ρίσκου», την κατάργηση της ρήτρας πρόωρης αποχώρησης αλλά και την κατηγοριοποίηση των τιμολογίων με κριτήριο το ρίσκο για τους καταναλωτές. Το πακέτο των προτάσεων ήταν αποτέλεσμα ενός ενδελεχούς ελέγχου του τρόπου που τιμολογούν οι προμηθευτές, ο οποίος κατέληξε και σε πρόστιμα για κάποιες εταιρείες. Οι αντιδράσεις ήταν τέτοιες που τελικά η ΡΑΕ υποχρεώθηκε να ανασκευάσει καταλήγοντας σε κατευθυντήριες γραμμές και πρότυπα σύμβασης και λογαριασμού ρεύματος, τα οποία οι προμηθευτές θα πρέπει να υιοθετήσουν από τον Μάρτιο του 2022. Αντί των τιμολογίων με κριτήριο το ρίσκο (υψηλού, χαμηλού και μηδενικού) η ΡΑΕ ενέκρινε εκτός από σταθερά, τιμολόγια με όριο αυξομείωσης στα οποία οι πάροχοι θα πρέπει να προσδιορίζουν εκ των προτέρων το όριο της αυξομείωσης της τιμής της κιλοβατώρας από την ενεργοποίηση της ρήτρας αναπροσαρμογής και τιμολόγια χωρίς όριο προσαύξησης, τα οποία θα περνούν το σύνολο των αυξομειώσεων από τη ρήτρα αναπροσαρμογής στην κατανάλωση, όπως συμβαίνει και σήμερα.

Ενα μεγάλο μέρος, πάντως, του λογαριασμού ρεύματος αντιστοιχεί σε τέλη υπέρ τρίτων (δήμοι, ΕΡΤ κ.λπ.) και χρεώσεις που δεν έχουν καμία σχέση με το ρεύμα. Ισως ήρθε η ώρα να πάψουν οι πάροχοι και οι λογαριασμοί να λειτουργούν ως εισπρακτικοί μηχανισμοί, όχι μόνο γιατί «φουσκώνουν» τους λογαριασμούς, αλλά και για λόγους αρχής, για να ενισχυθεί η λογοδοσία τους έναντι αυτών που τους πληρώνουν. Επί του παρόντος, ωστόσο, και στο άμεσο μέλλον θα συνεχίσουμε μέσω των λογαριασμών να πληρώνουμε από τους μπαταχτσήδες και το τέλος υπέρ τελωνειακών υπαλλήλων μέχρι τα τέλη των δήμων και το κοινωνικό τιμολόγιο για τους ευάλωτους καταναλωτές και τις επιδοτήσεις στα μη διασυνδεδεμένα νησιά που δεν πέφτουν παρότι πολλά από αυτά έχουν διασυνδεθεί με το ηπειρωτικό σύστημα της χώρας.

Το αλφαβητάρι των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας

1. Χρέωση Προμήθειας Ρεύματος. Αυτή είναι η βασική χρέωση που διαφοροποιείται από πάροχο σε πάροχο ανάλογα με το συμβόλαιο που υπογράφει ο καταναλωτής. Συνήθως είναι χαμηλή γιατί χρησιμοποιείται ως δέλεαρ από τους παρόχους για να πείσουν τους καταναλωτές να επιλέξουν αυτούς και όχι τους ανταγωνιστές τους. Η χρέωση είναι ανάλογη της κατανάλωσης ρεύματος και τυχόν παγίου που συνοδεύει το τιμολόγιο. Η κατανάλωση ενέργειας βασίζεται στις μετρήσεις του ρολογιού και μετριέται σε κιλοβατώρες. Το ποσό που χρεώνεται για ενέργεια κάθε μήνα υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τις κιλοβατώρες που έχουν καταναλωθεί με την τιμή μονάδας του κάθε τιμολογίου. Σε πολλές περιπτώσεις οι πάροχοι συνοδεύουν αυτές τις χρεώσεις με έκπτωση συνέπειας.

2. Ρήτρα Αναπροσαρμογής Χρεώσεων Προμήθειας. Είναι αυτή που έχει εκτινάξει από τον Αύγουστο και μετά στα ύψη το τελικό ποσό που πληρώνουν για ρεύμα οι καταναλωτές. Συχνά δεν αναφέρεται καν ως ρήτρα αναπροσαρμογής αλλά παραπέμπει σε κάποιο άρθρο της σύμβασης που υπέγραψε με τον πάροχο ο καταναλωτής, ο οποίος έκπληκτος ανακαλύπτει αναδρομικά πόσο σημαντικά είναι τα ψιλά γράμματα. Πέρυσι που η χονδρεμπορική τιμή ήταν στα 40 ευρώ η μεγαβατώρα κανείς δεν έδινε σημασία σε αυτή την κρίσιμη γραμμή του τιμολογίου. Φέτος, που η χονδρεμπορική τιμή έχει εκτοξευθεί στα 228,9 ευρώ τον Νοέμβριο και στα 416 ευρώ μέσα στην εβδομάδα που πέρασε συνεχίζοντας να τραβάει την ανηφόρα, έχει καταστεί το πιο μεγάλο ποσό του λογαριασμού. Την εφαρμόζουν όλοι οι ιδιώτες πάροχοι, όχι πάντα διαφανώς, και από τον περασμένο Αύγουστο και η ΔΕΗ (με εξαίρεση τα σταθερά τιμολόγια). Με την ενεργοποίησή της οι πάροχοι  μετακυλίουν στην κατανάλωση τις αυξήσεις του κόστους προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και αντιστοίχως τις μειώσεις. Η δεύτερη αυτή εκδοχή είναι κυρίως θεωρητική, αφού συμβαίνει οι πάροχοι να θέτουν κατώτατα όρια ενεργοποίησης που δεν ανταποκρίνονται στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, αλλά και όταν αυτό συμβαίνει, όπως για παράδειγμα την περίοδο του lockdown πέρυσι με την κατάρρευση των τιμών του φυσικού αερίου και των ρύπων, η ρήτρα αντί για μειώσεις στους καταναλωτές ενίσχυσε τα περιθώρια κέρδους των παρόχων. Αντιθέτως, σε περιόδους μεγάλης ανόδου του κόστους προμήθειας όπως η τρέχουσα, η ρήτρα ενεργοποιείται άμεσα μεταφέροντας το σύνολο των αυξήσεων στους καταναλωτές. Αυτός είναι ο λόγος που οι ρήτρες αναπροσαρμογής έγιναν τους τελευταίους μήνες ευρέως γνωστές, εκπλήσσοντας δυσάρεστα τους καταναλωτές.

3. Χρέωση Χρήσης Συστήματος Μεταφοράς. Καλύπτει τις δαπάνες λειτουργίας, συντήρησης και ανάπτυξης του συστήματος μεταφοράς από τα εργοστάσια παραγωγής στους υποσταθμούς των αστικών περιοχών. Μέσω αυτής της χρέωσης οι καταναλωτές πληρώνουμε στον ΑΔΜΗΕ τις σχετικές δαπάνες, οι οποίες εγκρίνονται από τη ΡΑΕ. Για το 2021 θα πληρώσουμε στον ΑΔΜΗΕ 211,6 εκατ., ποσό αυξημένο κατά 6% σε σχέση με το 2020.

4. Χρέωση Χρήσης Συστήματος Διανομής. Καλύπτει τις δαπάνες λειτουργίας, συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου διανομής μέσης και χαμηλής τάσης και ο υπολογισμός είναι παρόμοιος με την αντίστοιχη χρέωση χρήσης του συστήματος μεταφοράς. Η χρέωση συναρτάται από το ρολόι (μονοφασικό ή τριφασικό) της παροχής και την κατανάλωση ρεύματος. Για το 2021 οι καταναλωτές θα πληρώσουμε στον ΔΕΔΔΗΕ μέσω αυτής της χρέωσης 771 εκατ. που ενέκρινε η ΡΑΕ, αφού έκοψε δαπάνες για μπόνους στελεχών και «τροφείο» εργαζομένων ύψους 1,5 εκατ. ευρώ που είχε συμπεριλάβει ο ΔΕΔΔΗΕ, κρίνοντας ότι δεν έχουν ανταποδοτικότητα για τους καταναλωτές και άρα δεν πρέπει να τις πληρώσουν. Η ΡΑΕ έχει αμφισβητήσει ευθέως συνολικότερα την ανταποδοτικότητα των δαπανών των δύο διαχειριστών και έχει θέσει ένα νέο πλαίσιο υπολογισμού του ετήσιου επιτρεπόμενου εσόδου στη βάση κινήτρων για τη βελτίωση των προσφερόμενων υπηρεσιών. «Η παρωχημένη λογική της εγγυημένης κερδοφορίας (cost-plus) σταδιακά θα εγκαταλειφθεί, ωθώντας τους διαχειριστές να βελτιώσουν την απόδοση των υπηρεσιών τους προς όφελος των καταναλωτών» είναι η άποψη που έχει διατυπώσει δημοσίως ο πρόεδρος της ΡΑΕ Αθανάσιος Δαγούμας, ο οποίος κινείται σε αυτή την κατεύθυνση. Συμβαίνει πράγματι οι καταναλωτές να χρηματοδοτούμε επενδύσεις υψηλών αποδόσεων σε ένα σύστημα διανομής που εμφανίζει τη μεγαλύτερη συχνότητα βλαβών στην Ευρώπη σε κανονικές συνθήκες και είναι εξαιρετικά ευάλωτο σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι ότι ενώ πληρώνουμε πανάκριβα τις υποδομές για να φτάσει το ρεύμα στο σπίτι, στο γραφείο και στην επιχείρηση, επιβαρυνόμαστε με ένα ετήσιο κόστος  που ξεπερνάει τα 300 εκατ. και προσαυξάνεται όσο ανεβαίνει η τιμή της κιλοβατώρας, για απώλειες ενέργειας, που στο μεγαλύτερο μέρος τους αναλογούν σε ρευματοκλοπές.

5. Υπηρεσίες Κοινής Ωφελείας. Οι χρεώσεις ΥΚΩ καλύπτουν το αυξημένο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των μη διασυνδεδεμένων νησιών ώστε να παρέχεται ένα ενιαίο τιμολόγιο σε όλη την επικράτεια. Καλύπτουν επίσης το κόστος του επιδοτούμενου τιμολογίου για τους πολύτεκνους και του κόστους του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου στο οποίο εντάσσονται ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, μακροχρόνια άνεργοι, χαμηλά εισοδήματα κ.λπ. Μέσω του ΚΟΤ διασφαλίζεται η προστασία των ευάλωτων καταναλωτών. Το κόστος ανέρχεται σε 500 εκατ. ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερο, της τάξης των 800 με 1 δισ. ευρώ είναι το κόστος που πληρώνεται μέσω των λογαριασμών ρεύματος ως χρέωση ΥΚΩ για την ηλεκτροδότηση των μη διασυνδεδεμένων νησιών. Αν και ο ΑΔΜΗΕ έχει ολοκληρώσει ένα σημαντικό μέρος των διασυνδέσεων των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα της χώρας, η εξοικονόμηση των περίπου 500 εκατ. ευρώ που προκύπτει μέχρι στιγμής (Κυκλάδες και Κρήτη- Πελοπόννησο) δεν έχει μεταφερθεί στους καταναλωτές επί του παρόντος. Το πιθανότερο μάλιστα είναι για τους οικιακούς να μην υπάρξει καμία ελάφρυνση το 2022, αφού το αρμόδιο υπουργείο προσανατολίζεται να κατευθύνει το πλεόνασμα του σχετικού λογαριασμού στη βιομηχανία για να μετριάσει τις υπέρογκες επιβαρύνσεις από την κούρσα των αυξήσεων. Σε τετραμηνιαία βάση η χρέωση ΥΚΩ ξεκινάει από 6,90 ευρώ η μεγαβατώρα για καταναλώσεις έως 1.600 κιλοβατώρες, 50 ευρώ για καταναλώσεις έως 2.000 κιλοβατώρες και φτάνει τα 85 ευρώ για καταναλώσεις πάνω από 2.000 κιλοβατώρες.

6. Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων. Η χρέωση καλύπτει τις εγγυημένες τιμές για τους παραγωγούς ΑΠΕ και έχει μειωθεί το 2019 για τους οικιακούς καταναλωτές στα 17 ευρώ η μεγαβατώρα από 23 ευρώ η μεγαβατώρα. Σε μηνιαία βάση, για ΕΤΜΕΑΡ πληρώνουμε περί τα 46 εκατ.

7. Δημοτικά Τέλη – Δημοτικό Φόρος — Τέλος Ακίνητης Περιουσίας. Εισπράττονται με υποχρέωση νόμου υπέρ τρίτων μέσω των λογαριασμών ρεύματος από τους προμηθευτές και υπό την απειλή της διακοπής ρεύματος. Η χρέωση υπολογίζεται βάσει των τετραγωνικών της οικίας.

8. Τέλος υπέρ ΕΡΤ. Το ανταποδοτικό τέλος υπέρ ΕΡΤ επιβλήθηκε με  νόμο και το ύψος του ανέρχεται σε 3 ευρώ τον μήνα (δηλαδή 36 ευρώ ετησίως) ανά παροχή.

9. Ειδικό Τέλος ΔΕΤΕ. Επιβλήθηκε επίσης με νόμο (2093/92) υπό τον τίτλο «Δικαιώματα Εκτελέσεως Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ)» και αποδίδεται στο κράτος υπέρ… των τελωνειακών υπαλλήλων. Υπολογίζεται επί της αξίας του ρεύματος που έχει καταναλωθεί, προσαυξημένης με τη χρέωση ΕΦΚ.

10. Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης. Επιβλήθηκε με νόμο το 2010. Υπολογίζεται επί της κατανάλωσης με συντελεστή 13 τοις χιλίοις και χρεώνεται μόνο στους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς, ενώ υπόκειται και σε ΦΠΑ.

11. ΦΠΑ. Είναι ο φόρος προστιθέμενης αξίας που μπαίνει στην κατανάλωση ρεύματος και έχει προσδιοριστεί στο 6%. Για τον υπολογισμό του δεν λαμβάνονται υπόψη τα τέλη και φόροι υπέρ τρίτων. Και οι δύο αυτοί φορολογικοί συντελεστές είναι πολύ χαμηλοί γι’ αυτό εξάλλου δεν έχει νόημα η περαιτέρω μείωσή τους ως μέτρο στήριξης των καταναλωτών.

Ο κωδικός των μπαταχτσήδων

Απώλειες ενέργειας. Πρόκειται για μια αφανή χρέωση, που συμπεριλαμβάνεται στο κόστος χρέωσης ενέργειας με τον κωδικό ΛΠ 1 και θα μπορούσε εύστοχα να χαρακτηριστεί και ως κωδικός των μπαταχτσήδων, αφού στο μεγαλύτερο μέρος της η χρέωση αυτή καλύπτει το ρεύμα που καταναλώνουν χωρίς να πληρώνουν όσοι εξασκούνται στο σπορ της… ρευματοκλοπής. Η ενέργεια που μπαίνει στο σύστημα αλλά δεν φθάνει στον πελάτη λόγω τεχνικών απωλειών ή δεν καταγράφεται στους μετρητές λόγω ρευματοκλοπών κοστολογείται στην εκάστοτε τιμή αγοράς και το κόστος αυτό συμπεριλαμβάνεται ως προσαύξηση στην τιμή προμήθειας από τους προμηθευτές. Με τις σημερινές τιμές χονδρεμπορικής ο οικιακός καταναλωτής πληρώνει 35 ευρώ τη μεγαβατώρα για απώλειες ενέργειας, κάτι λιγότερο δηλαδή από την επιδότηση που δίνει η κυβέρνηση για να τον ελαφρύνει από τις αυξήσεις. Επαναπαυμένος στην εγγυημένη κερδοφορία και στην ασφάλεια της μονοπωλιακής δραστηριότητας, ο ΔΕΔΔΗΕ υποχρεώνει τους συνεπείς καταναλωτές να πληρώνουν το ρεύμα που καταναλώνουν αυτοί που κλέβουν από το δίκτυο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τη δεκαετία της κρίσης 2010-2018 οι απώλειες ρεύματος «έτρεχαν» με ετήσιο ρυθμό 8%, αύξηση που αποδίδεται από τον ίδιο τον ΔΕΔΔΗΕ κυρίως στις ρευματοκλοπές, οι οποίες συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό, αντικατοπτρίζοντας το 14% της οικιακής κατανάλωσης.
Kathimerini.gr

Ετικέτες: , ,