Σάββατο 13.08.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Αυτόπτης μάρτυρας γράφει για τους βομβαρδισμούς

28.03.2022
Πριν από τον πόλεμο, η αρθρογράφος και μεταφράστρια Nelia Vakhovska ζούσε στο Κίεβο. Σε δύο κείμενα και σε μια ξένη γλώσσα προσπαθεί να περιγράψει τι έζησε από την εισβολή των ρωσικών στρατευμάτων και μετά στην Ουκρανία. Μέσω της επαφής της με τον Αυστριακό συγγραφέα Martin Pollack, φτάνουν σε μας ένα e-mail και ένα κείμενο της Nelia Vakhovska, θεωρητικού λογοτεχνίας και μεταφράστριας.

Στις 25 Φεβρουαρίου κατάφερα να φύγω από το Κίεβο. Είμαι στην ύπαιθρο. Εδώ είμαστε σχετικά ασφαλείς. Ακούω, βέβαια, συνέχεια το πυροβολικό στο δάσος, κάπου κάπου πλησιάζουν επιθετικά αεροσκάφη, τα πυρά τους ακούγονται φοβερά δυνατά αλλά σχετικά μακριά.

Τα καταστήματα τροφίμων είναι άδεια, τα φαρμακεία και άλλα μαγαζιά είναι κλειστά. Υπάρχει έλλειψη καυσίμων, γι’ αυτό κρατάω το αυτοκίνητό μου για την περίπτωση που έρθουν τα χειρότερα και χρειαστεί να πάω να κρυφτώ κάπου. Οπως πολλοί άλλοι, έμαθα να κάνω συσκότιση στα παράθυρα και να πέφτω νωρίς για ύπνο – τουλάχιστον, έχω την πολυτέλεια να μπορώ να κοιμάμαι.

Οπως εκατομμύρια συμπατριώτες μου, διαβάζω διαρκώς ειδήσεις, προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει στη γειτονική μικρή πόλη όπου ζει ο πατέρας μου, αν τα τανκς κατευθύνονται εκεί, τι κάνουν οι φίλοι στα διάφορα μέρη, ειδικά στο Κίεβο και το Χάρκοβο.

Ολα είναι δύσκολα, ανήκουστα θα ’λεγες. Οι Ρώσοι χρησιμοποιούν ακόμη και τις απαγορευμένες βόμβες διασποράς – ενάντια στον λαό που ήθελαν να «προστατέψουν» και ονόμαζαν «αδέλφια», χτυπούν ορφανοτροφεία και πολυκατοικίες. Πονάει απίστευτα πολύ.

Τι θα έρθει μετά

Για να μην παραλύσω από την αγωνία, προσπαθώ να φανταστώ τι θα κάνω μετά τον πόλεμο, αλλά η φαντασία μου με προδίδει. Μια φίλη που έχει μείνει πίσω στο Κίεβο ρώτησε πρόσφατα: «Θα επιβιώσουμε, κορίτσια;». Το ελπίζω ολόψυχα. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ για το μέλλον είναι ένα αξέχαστο πάρτι που θα κάνουμε, όταν θα έχουν βρει τον θάνατο οι δύο δικτάτορες – ως καταδικασμένοι εγκληματίες. Τότε, θα πάμε στη Μόσχα και θα χορέψουμε.

Αν αφήσεις τα συναισθήματα κατά μέρος, η λογική κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα: Πόσο πολύ μας χειραγώγησε η Δύση στην αντιπαλότητά της με τη Ρωσία; Τι μας ωφελούν οι κυρώσεις που μόνο μεσοπρόθεσμα θα αποδυναμώσουν τη θέση της Ρωσίας; Ποιος θα έχει κέρδος από αυτό, όταν εμείς θα το έχουμε πληρώσει με αίμα; Ολα αυτά είναι αδιανόητα και απάνθρωπα.

Δυστυχώς, είναι δύσκολο να εκτιμήσω τι μπορεί να κάνει τώρα η Δύση. Χρειαζόμαστε αποκλιμάκωση. Επειγόντως. Κι αν ο Πούτιν δεν παίρνει στα σοβαρά την ουκρανική κυβέρνηση (πράγμα που φαίνεται να συμβαίνει), τότε πρέπει να πάει κάποιος άλλος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων: η Ε.Ε. ή το ΝΑΤΟ. Ο εξοπλισμός δεν θα μειώσει τον αριθμό των θυμάτων. Αυτή η φωτιά πρέπει να σβήσει με πολιτικά μέσα, και μάλιστα αμέσως. 28 Φεβρουαρίου 2022

Άλλες συνθήκες

Μετά την παράκληση να συνεχίσει το κείμενό της, είχαμε πάλι νέα της Nelia Vakhovska στις 6 Μαρτίου. Γράφει, λοιπόν:

Οι συνθήκες άλλαξαν, δυστυχώς. Δεν περιμένω να συναντήσω δυσκολίες σε μια έξοδο από τη χώρα, είναι όμως αδύνατο να την αποχωριστώ έτσι βίαια. Για την ώρα, θα μείνω στη Ρίβνε, ελπίζοντας ότι έπειτα από εφτά με δέκα μέρες θα ηρεμήσουν τα πράγματα, όπως μας έχουν υποσχεθεί, γιατί και στις δύο πλευρές θα έχουν τελειώσει οι πόροι…

«Στέναζε η γη, οι γάτες χώθηκαν κάτω από το κρεβάτι κι εγώ άρχισα να βλαστημάω»

Η Vakhovska μάς έστειλε άλλο ένα κείμενο που έγραψε στις 9 Μαρτίου:

Πριν από τρεις μέρες βομβαρδίστηκε για πρώτη φορά η γενέτειρά μου, η Μαλίν. Η αεροπορική επίθεση στη μικρή πόλη διήρκεσε μισή ώρα. Στο χωριό στο οποίο κρύβομαι, που απέχει δέκα χιλιόμετρα από εκεί, έτρεμαν τα τζάμια και στέναζε η γη. Οι γάτες πήγαν και χώθηκαν κάτω από το κρεβάτι, εγώ άρχισα να βλαστημάω. Νωρίς το πρωί, λίγο πριν από τις πέντε, άρχισε πάλι ο σαματάς των πολεμικών αεροσκαφών.

Τράβηξα την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου και έμεινα ακίνητη με μια παιδιάστικη δοξασία: Αν δεν κουνηθώ, τότε ένα μέρος του κόσμου θα μείνει ανέπαφο και δεν θα με βρουν. Επί δύο ώρες άκουγα το σφυροκόπημα και προσπαθούσα να μαντέψω αν ερχόταν από τη Μαλίν ή από κάποια γειτονική πόλη.

Μετά έπεσε σιγή. Διάβασα στις ειδήσεις ότι έγινε επίθεση στο Επιτελείο Στρατού. Ενας άνθρωπος έχασε τη ζωή του, διάβασα, εκτεταμένες ζημιές στη γέφυρα, την εκκλησία, μερικά σπίτια και δύο σουπερμάρκετ. Και ότι τις πυρκαγιές τις έσβησαν εγκαίρως.

Πέρασα τη μισή μέρα νιώθοντας απονεκρωμένη. Κάτι έσφιγγε όλο μου το σώμα και δεν ήξερα πώς να απαλλαγώ από αυτό. Το φαγητό δεν είχε γεύση. Το ρεύμα ήταν κομμένο. Αποφάσισα να εκμεταλλευτώ τον ηλιόλουστο καιρό και να δουλέψω στον κήπο.

Σιγά σιγά, άρχισαν να επιστρέφουν τα συναισθήματα. Το απόγευμα ήρθαν διασχίζοντας το ανάχωμα οι συγγενείς μου από τη γειτονική πόλη που είχε εκκενωθεί. Το βράδυ ήταν ευχάριστο και οικογενειακό, μπόρεσα να διαβάσω λιγάκι. Μάλιστα, αποκοιμήθηκα κιόλας. Επειδή φορούσα ωτοασπίδες, μπέρδευα το ροχαλητό της θείας μου με τον μακρινό θόρυβο των αεροπλάνων κι έτσι κάθε τόσο πεταγόμουν από τον ύπνο.

Κρυφτήκαμε

Το άλλο βράδυ, οι Ρώσοι ξανάρθαν. Μετά την πρώτη, μεγάλη επίθεση, που έγινε μάλλον τρία χιλιόμετρα μακριά μας, το χωριό βουβάθηκε μες στο σκοτάδι. Παλεύαμε με τη λογική μας: Και λένε πως χτύπησαν τον ουκρανικό στρατό; Ενα φιλήσυχο χωριό με δέκα εξοχικά σπίτια δεν μπορεί να τους ενδιαφέρει. Μετά ακολούθησε ένα δυνατό χτύπημα κάπου προς την πόλη. Και ύστερα άλλο ένα. Μείναμε σιωπηλοί και χωθήκαμε στα κρεβάτια μας.

Τα μεσάνυχτα επανήλθε το διαδίκτυο κι εγώ διάβασα στο telegram: «Καταστράφηκαν εφτά σπίτια, σκοτώθηκαν τρεις ενήλικοι και δύο παιδιά ενός έτους». Η επίθεση πρέπει να έγινε κοντά στο σπίτι του πατέρα μου.

Διάβασα και τις ειδήσεις για την κατειλημμένη Χερσώνα, ότι πολλές γυναίκες βιάστηκαν από τους «ελευθερωτές». Στον καταιγισμό των φρικτών εικόνων από τις κατεστραμμένες πόλεις Μαριούπολη και Χάρκοβο, αναζητούσα σημάδια πώς κάποιος θα μπορούσε να επιβιώσει εκεί.

Εστηνα αυτί μήπως ακούσω αεροπλάνα. Οι ασκήσεις αναπνοής δεν βοηθούσαν πια. Κάρφωνα το βλέμμα στο σκοτάδι και αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό να επιβιώσουμε εδώ, σε περίπτωση που οι Ρώσοι καταφέρουν να περάσουν (αλλιώς, για ποιο λόγο να χτυπήσουν τη μικρή μας πόλη που, έτσι κι αλλιώς, αργόσβηνε) και τα τανκς τους μας αποκόψουν από όλες τις διεξόδους. Αν ο κόσμος εδώ τους αντιμετωπίσει χωρίς φόβο, με εκτοξευτές πυραύλων και κανόνια. Τι θα κάνω, αν έρθουν να κάνουν πλιάτσικο;

Ασφαλείς διάδρομοι

Οταν ξημέρωσε, καθόμουν στο κρεβάτι και έψαχνα να βρω τις ασφαλείς διαδρομές που είχαν απομείνει. Οσον αφορά τους δύο μεγάλους δρόμους, μέσω των οποίων μπορούσε κανείς να φτάσει στις πιο κοντινές μεγαλύτερες πόλεις, είτε ήταν αμφότεροι πεδία μάχης είτε δεν υπήρχαν πληροφορίες για την κατάστασή τους.

Στο δίκτυο των επαρχιακών δρόμων μέσα από κοιμισμένα χωριά υπήρχε μια αχτίδα ελπίδας. Ενας εθελοντής που είχε έρθει να βοηθήσει τις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας μού έγραψε ότι τώρα δεν είναι ώρα να χάνει κανείς τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται.

Ο πατέρας μου ούρλιαξε ότι δεν θέλει να πάει πουθενά. Οι προγνώσεις για τη διάρκεια του πολέμου κυμαίνονται από έξι έως δώδεκα μήνες. Αφησα στον πατέρα μου τις δύο αγαπημένες μου γάτες, ένα smartphone με το οποίο μπορείς να τηλεφωνήσεις από την ερημιά και λίγα μετρητά και πήρα το επόμενο αμάξι που πήγαινε δυτικά και σκόπευε να ακολουθήσει ακριβώς την ίδια διαδρομή που είχα διαλέξει κι εγώ. Τρεις ώρες και διακόσια πενήντα χιλιόμετρα αργότερα, κατέβηκα σε έναν ειρηνικό ακόμα κόσμο, όπου οι δρόμοι καθαρίζονται και ο καπουτσίνο εξακολουθεί να έχει ευχάριστη γεύση, όπου δεν υπάρχει έλλειψη σε φάρμακα και τρόφιμα.

Εδώ, τα φώτα μένουν αναμμένα μέχρι αργά τη νύχτα και ένα ουρλιαχτό στον δρόμο σημαίνει απλώς ένα σαραβαλιασμένο αμάξι και όχι μια άμεση απειλή βομβαρδισμού. Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, δεν έχω ύπνο, προσπαθώ να περιγράψω σε μια ξένη γλώσσα αυτό που δεν καταφέρνω να αρθρώσω στη μητρική μου: Τους εγκατέλειψα. Η θηλιά σφίγγει στον λαιμό μου και δεν αφήνει την κραυγή να βγει. Αμάξια που να πηγαίνουν πίσω δεν υπάρχουν.

(Nelia Vakhovska, Album, 13/3/2022)

Αναδημοσίευση από το Site EFSYN.GR

Ετικέτες: ,