Κυριακή 23.01.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Ο Αργαλειός και η Παραδοσιακή Υφαντική Λαϊκή Τέχνη»

30.12.2021


Της Μαριάννας Θ. Αποστόλου

 

Η υφαντική είναι μια πανάρχαια τέχνη, διότι καλύπτει μία από τις
βασικές ανάγκες του ανθρώπου, την ανάγκη να ζεστάνει το σώμα
του και να προστατευτεί από τα στοιχεία της φύσης. Ταυτόχρονα,
η υφαντική είναι συνδεδεμένη, στους περισσότερους
πολιτισμούς, με το θείο και υπάρχουν πολλοί μύθοι που
πηγάζουν από αυτήν την τέχνη.

Η υφαντική, ανήκει στη Λαϊκή Τέχνη, και αποτελεί μαζί με το κέντημα και το
πλέξιμο, τις τρεις μορφές χειροτεχνίας που καλύπτουν τις ανάγκες κάθε νοικοκυράς σε
ένδυση του σπιτιού και των ατόμων. Θεωρείται γυναικεία εργασία από την εποχή του
Ομήρου (Πηνελόπη, Κίρκη). Μας είναι άγνωστο πότε και πού ξεκίνησε για πρώτη φορά η
τεχνική του υφαντού. Ανασκαφές έδειξαν ότι η υφαντουργία κατάγεται από την Αίγυπτο.

Αργότερα από τη Μεσοποταμία και νεότερες ανασκαφές έδειξαν ως χώρα καταγωγής τη
Νότια Σιβηρία. Από τότε που ο άνθρωπος αντικατέστησε την προβιά του ζώου μ’ ένα
κομμάτι ύφασμα, έχουμε την έναρξη της υφαντουργίας.

Στην Ελλάδα αρχίζει με τη Νεολιθική εποχή. Ως υφαντικές ίνες χρησιμοποιούνταν
φυτικές και ζωικές ύλες (βαμβάκι, λινάρι, μαλλί, μετάξι). Αργότερα στη μινωική εποχή
παρατηρούνται τα αραχνοΰφαντα υφάσματα σε μινωικές τοιχογραφίες της Κρήτης. Στον
Όμηρο αναφέρεται ο αργαλειός της Πηνελόπης που περιμένει τον Οδυσσέα και ξεγελά
τους μνηστήρες υφαίνοντας τη μέρα και ξεϋφαίνοντας τη νύχτα. Στη μυθολογία,
αναφέρεται ως προστάτιδα της υφαντικής τέχνης η Αθηνά, που είχε εφεύρει τον
αργαλειό. Μεταμόρφωσε σε αράχνη την κόρη ενός βαφέα από την Ιωνία που τόλμησε να
τη συναγωνιστεί. Η Αθηνά «κομίζει τὴν ἐλαίαν τε καὶ τὴν ὑφαντικήν…πολυδαίδαλόν
ἱστὸν ὑφαίνειν…» η Αθηνά χάρισε την ελαία και την υφαντική και δίδαξε να υφαίνουν
στον περίτεχνο αργαλειό. Μεγάλη ακμή γνωρίζει η υφαντική κατά τα βυζαντινά και
μεταβυζαντινά χρόνια όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έστειλε δυο καλόγερους στην
κεντρική Ασία για να κηρύξουν τη χριστιανική θρησκεία και να μάθουν τα μυστικά της
σηροτροφίας.

Τον 17ο και 18ο αιώνα στα Αμπελάκια Θεσσαλίας, το 1778, ιδρύθηκε ο πρώτος
συνεταιρισμός στον κόσμο. Ο ξύλινος αργαλειός απαντάται σήμερα σε λίγα σπίτια και

 

κυρίως σε μουσεία λαϊκής τέχνης. Είναι μια απλή μηχανή ύφανσης, η οποία παλιότερα
υπήρχε σε κάθε αγροτική οικογένεια. Χρησιμοποιήθηκε κατά την προβιομηχανική εποχή
και αργότερα κυρίως στις αγροτικές περιοχές έπαιξε βασικό ρόλο στην οικιακή
οικονομία διότι αποτελούσε το κύριο μέσο ύφανσης και κλωστοϋφαντουργίας. Μετά τη
βιομηχανική επανάσταση ο ξύλινος αργαλειός αντικαταστάθηκε από το μηχανικό
αργαλειό. Σήμερα έχει σχεδόν καταργηθεί, καθώς η διαδικασία της ύφανσης γίνεται με
μηχανές και στη θέση του αργαλειού χρησιμοποιείται η υφαντική μηχανή.

Η υφαντική τέχνη μεταδιδόταν στην εγγονή από τη γιαγιά ή από τη μάνα στην
κόρη. Ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε νοικοκυρά, και βοηθούσε στην αυτάρκεια
και στην οικιακή οικονομία των οικογενειών της Κρηνίτσας τον προηγούμενο αιώνα.
Άκουγα τη μάνα μου να λέει όταν ήμουν μικρή «Το κέντημα είναι γλέντισμα κι η ρόκα
είναι σεργιάνι, η σαρμανίτσα κι ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη» Η μάνα μου είχε
τοποθετήσει τον αργαλειό στο πιο φωτεινό παράθυρο του σπιτιού, και κάθε χειμώνα
αυτό αποτελούσε ένα εργαστήρι, για να καλύψει τις ανάγκες σε είδη χαλιών και
κλινοσκεπασμάτων.

Η εργασία στον αργαλειό ήταν γυναικεία υπόθεση, δεν θυμάμαι κάποιον άνδρα να
ασχολείται με την υφαντική τέχνη παρά μόνο θυμάμαι τον πατέρα μου να πελεκάει ξύλα
για να φτιάξει τα εργαλεία που ήταν απαραίτητα όπως: τα σύνεργα της υφάντρας
απαραίτητα για να κάνει τη δουλειά της εύκολα και γρήγορα. Αυτά είναι: η ανέμη, το
αδράχτι, το σφοντύλι, τα μασούρια, οι σαΐτες, το τυλιγάδι, η ρόκα, το τσικρίκι, η διάστρα,
τα χτένια, το χτυπητήρι και ότι άλλο θα μπορούσε να βοηθήσει στην επεξεργασία του
μαλλιού, στο τύλιγμα και στην διαδικασία ύφανσης (Αγγελοπούλου, 1986). Πολλές
φορές ξενυχτούσαν στα παραθύρια της αγαπημένης τους οι ερωτοχτυπημένοι νεαροί
τραγουδώντας και περιμένοντας την καλή τους να σταματήσει τον αργαλειό
(https://youtu.be/9Qf2iERZYf8).

Ο αργαλειός στηρίζονταν σε τέσσερα βαριά ξύλα που συνδέονταν μεταξύ τους με
άλλα μικρότερα και τα κατασκεύαζαν οι ξυλουργοί. Ο πατέρας μου συχνά σκάλιζε το
ξύλο και έφτιαχνε μόνος του τα διαφορά εξαρτήματα του αργαλειού. Τα δυο αντιά – που
ήταν οι ξύλινοι κύλινδροι όπου πάνω τους τυλίγονταν το νήμα από τη μια μεριά του
αργαλειού και το ύφασμα στην άλλη μεριά. Τα μιτάρια, λέγονται μιτάρια από τη λέξη
μίτος = νήμα (βλ. Μίτος της Αριάδνης, Θησέας, Λαβύρινθος – από τη μυθολογία), η
σαΐτα, τα μασούρια, τα χτένια, η πατήθρα. Τα μιτάρια κρέμονταν πάνω από τον αργαλειό
με δυο καρούλια για να μπορούν να μετακινούνται πάνω-κάτω. Το πιο πολύπλοκο
εργαλείο ήταν το χτένι, που αποτελείται από δεκάδες μικρά δόντια (όπως της χτένας)
από καλάμι, μέσα από τα οποία περνάμε το στημόνι, το λεπτό νήμα μάλλινο η
βαμβακερό, μαύρο, κόκκινο, λευκό ή άλλου χρώματος νήμα, το βαμβακερό = μπακέτο,
το αγόραζαν όπως θυμάμαι από το εμπόριο.

Το αποτέλεσμα της υφαντικής τέχνης είναι εκπληκτικό. Τα στρωσίδια (κιλίμια,
μπαχτά, βελέντζες, ταπάκια, κεντητά χαλιά, τσιόλια, κουβέρτες) γέμιζαν τους γιούκους
των οικογενειών της Κρηνίτσας. Όποιο κορίτσι άλλοτε είχε το μεγαλύτερο γιούκο εκείνο
σήμαινε νοικοκυροκόριτσο και πλουσιοκόριτσο. Αλλά και τα υφάσματα για τα σκούτινα,
τα μάλλινα παντελόνια, τα μάλλινα σακάκια και τις κάπες ήταν φτιαγμένα στον
αργαλειό. Οι κάπες μάλιστα υφαίνονταν με μαλλί από τράγους διότι το τραγόμαλλο δεν
άφηνε τη βροχή να περάσει μέσα και έκανε την κάπα αδιάβροχη, έτσι η κάπα
προστάτευε τους βοσκούς όχι μόνο από το κρύο, αλλά και από τη βροχή.

Θυμάμαι τη μάνα μου σκυμμένη για μέρες επάνω στον αργαλειό, με τη λάμπα να κεντάει τα χαλιά
και να καμαρώνει τον κόπο της. Χτυπούσε το χτένι ρυθμικά και δυνατά για να σφίξει το
νήμα ανάμεσα στο στημόνι και να γίνει το χαλί μπαχτό/συμπαγές. Είχαμε συνηθίσει το
χτύπημα του αργαλειού και ενώ διαβάζαμε στο ίδιο δωμάτιο ακούγαμε ρυθμικά τον
αργαλειό ντούκου-ντούκου χωρίς να μας ενοχλεί.

Τα κορίτσια ύφαιναν τα προικιά τους και όσα νοικοκυριά δεν είχαν αργαλειό
πλήρωναν υφάντρες. Η ρόκα, τις περισσότερες φορές ήταν φτιαγμένη για προσωπική
χρήση, ένα πολύτιμο εργαλείο κάθε γυναίκας, καθώς γνέθαμε από την ηλικία των δέκα
ετών, όπως μου περιγράφει η μάνα μου, ως τα βαθιά γεράματα. Χειμώνα, καλοκαίρι,
παιχνίδι δεν ξέραμε, με τη ρόκα στο χέρι, στο σπίτι ήμασταν, στο δρόμο, στο χωράφι,
στα πρόβατα, στη γειτόνισσα η θα πλέκαμε ή θα γνέθαμε, λέει η μάνα μου. Αινίγματα
και τραγούδια του λαού γύρω από την υφαντική τέχνη υπάρχουν πολλά.

Στην Κρηνίτσα λέγαμε το παρακάτω αίνιγμα που αφορά το αδράχτι και το γνέσιμο:

«Ανεβαίνει κατεβαίνει και χωρίς να τρώει παχαίνει,
μόνο που στριφογυρίζει την κοιλίτσα του γιομίζει».
Για την ανέμη, ο λαός αναφέρει:
«Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη,
Δος της κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει».

 

Για την κατασκευή των υφαντών στην Κρηνίτσα χρησιμοποιούσαν νήμα, από το
μαλλί των προβάτων. Μετά το κούρεμα, που γινόταν συνήθως μέσα Απρίλη έως τέλος
Ιούνη οι γυναίκες έπαιρναν το μαλλί, το έπλυναν με ζεστό νερό που έβραζαν μέσα σε
χαλκωματένια καζάνια για να καθαρίσει και με τον κόπανο χτυπούσαν το μαλλί μέχρι να
καθαρίσει και να ασπρίσει και μετά το ξέπλεναν με κρύο νερό από την τουλούμπα και
στη συνέχεια το στέγνωναν. Με το νερό αυτό, τη «σαριά» που περιείχε φυσικό λίπος
από το σώμα του προβάτου, θυμάμαι τη μάνα μου που μας έλουζε και τα μαλλιά μας
γινόταν μεταξένια.

Μετά το πλύσιμο το στέγνωναν και το έγραιναν με τα λανάρια (ξύλινα εργαλεία
που είχαν συρμάτινα δόντια ή χοντρά σιδερένια καρφιά σαν μεγάλα χτένια). Το
γράνσιμο πολλές φορές το έκαναν παρέες – παρέες φιλενάδες, γειτόνισσες, συγγένισσες
μέχρι αργά τη νύχτα με το φως της λάμπας. Κι όπως έγραιναν το μαλλί συζητούσαν και
τις πιο κρυφές σκέψεις τους και τα προβλήματά τους. Και πάντα η μεγαλύτερη έδινε και
τη συμβουλή της. Εκεί βοηθούσαν και τα παιδιά και άκουγαν παραμύθια, ιστορίες,
κουτσομπολιά, αινίγματα, γλωσσοδέτες και περνούσε ευχάριστα η ώρα. Στη συνέχεια
έπαιρναν μια ποσότητα μαλλιού και την τύλιγαν σε σχήμα κυλίνδρου και σχημάτιζαν μια
τουλούπα. Οι τουλούπες έμπαιναν στη συνέχεια στη ρόκα για να ακολουθήσει το
γνέσιμο ή κλώσιμο στο οποίο συμμετείχε το αδράχτι και το σφοντύλι.

Το μεγαλύτερο μέρος του γνεσίματος, ιδίως τα λεπτά νήματα για το στημόνι τα
έκανε η προγιαγιά μου, η Παρασκευή, η οποία έγνεθε με τέχνη και μεράκι. Όλη μέρα στα
χέρια, όπως λέει η μάνα μου, είχε τη ρόκα στην οποία στερέωνε την τλούπα (το μαλλί)
και το αδράχτι που περίστρεφε και έκλωθε εκατοντάδες μέτρα νήματος. Στο δημοτικό
τραγούδι ο λαός μιλάει για τη ρόκα.

«Πάρε Μαριώ μ` τη ρόκα σου,
Ωχ, κι έλα τη φράχτη-φράχτη
Βάσανα πω` χει η αγάπη!
Πάρε, Μαριώ μ` τη ρόκα σου
Ωχ, κι εγώ τον ταμπουρά μου
Βάσανα πω `χει η καρδιά μου».

Η προγιαγιά μου, ήταν τέτοιας νοικοκυροσύνης και η τέχνη της φαινόταν από
μακριά, καθώς η κλωστή του νήματος ήταν πολύ λεπτή και με την κλωστή αυτή διηγείται
η μητέρα μου 100 – 130 ζευγάρια μάλλινες κάλτσες, τα τσιρέπια έπλεξε η ίδια για να
δωρίσει στο γάμο της. Το γνέσιμο για το χοντρό υφάδι ήταν πιο εύκολο. Η εξάσκηση στο
γνέσιμο πολλές φορές και η εμπειρία βοηθούσε τις γυναίκες να γνέθουν με τέτοια
επιτηδειότητα και να πετυχαίνουν λεπτό νήμα ή πιο αφράτο ανάλογα με τη χρήση, όπως
αναφέρει ο Πάντος (1996) οι κινήσεις των δακτύλων των γυναικών που έγνεθαν ήταν
ανάλογες με των παιχτών μουσικών οργάνων, που με το αρμονικό πέρασμά τους πάνω
από τις χορδές, ή τα πλήκτρα, δίνουν τις μελωδίες. Όταν γέμιζε το αδράχτι έπρεπε να
βγάλουν την κλωστή για να μπορέσουν να γνέσουν κι άλλο. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν το
τυλιγάδι, ένα ξύλο μακρύ, με διχάλες και στις δυο του άκρες το δικό μας τυλιγάδι είχε
διχάλα στη μια άκρη και στην άλλη στερεώναμε ένα καρφί για να τυλίγουμε το νήμα. Αν
μια νοικοκυρά δεν είχε τυλιγάδι μπορούσε με τα χέρια της να κάνει τη διχάλα του
αντίχειρα και του δείκτη από τη μια άκρη και τον αγκώνα από την άλλη για να φτιάξει
την κουλούρα ή τα αλυσίδια.

Το νήμα μετά το γνέσιμο γινόταν κουλούρες ή αλυσίδες και στη συνέχεια το
έβαφαν Η γιαγιά μου, η Κωνσταντινιά μητέρα της μητέρας μου, ήταν τεχνίτης λέει η
μάνα μου, χρησιμοποιούσε φυτικές βαφές (κόκκινο-κρεμεζί από το κρεμέζι, κοκκινωπό
από το ριζάρι, καφέ από καρυδότσουφλα και φύλλα καρυδιάς, φύλλα βελανιδιάς, το
κίτρινο χρώμα από τα ξερά φύλλα μουριάς, ή από φλούδια ροδιών, το γαλάζιο από το
λουλάκι κ.ά.). Έτσι με φυτικές βαφές πετύχαινε πολλές αποχρώσεις.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο καταξιωμένος συνεταιρισμός των Αμπελακίων
Θεσσαλίας προεπαναστατικά είχε οικονομική ευρωστία και με τη βαφή του πορφυρού
χρώματος έκανε εξαγωγές υφασμάτων στην Ευρώπη. Τα μαύρα νήματα, από τα «λάια»
πρόβατα και τα καστανόχρωμα δεν τα βάφανε. Αργότερα χρησιμοποιούσαν μπογιές του
εμπορίου, καλής ποιότητας συνήθως για σταθερό αποτέλεσμα. Μετά το βάψιμο,
μάζευαν τα μασούρια για να υφάνουν. Το επόμενο βήμα ήταν το ίδιασμα και το
πέρασμά στον αργαλειό. Ήταν μια εργασία απαιτητική, η υφάντρια έπρεπε να έχει
εμπειρία και γινόταν στη ρούγα. Όταν τελείωνε το ίδιασμα και το πέρασμα στον
αργαλειό, ξεκινούσε το ύφαμα και η δημιουργία του υφαντού.

Ο αργαλειός σήμερα έχει εκλείψει. Αποτελούσε για πολλά χρόνια το καλύτερο
μέσο για υφαντά λαϊκής τέχνης, μιας δύσκολης και επίπονης τέχνης που έδωσε
πραγματικά αριστουργήματα υφαντικής. Τώρα εδώ και δυο χρόνια, όπως με
πληροφόρησε η μαθήτριά μου, Ντίνα Νέου, η εριουργία είναι ανύπαρκτη και τα μαλλιά
των προβάτων τα πετάνε. Το μαλλί αν και αποτελεί εξαιρετικό υλικό για την παραγωγή
νήματος μένει αδιάθετο. Η τάση να γαντζώνεται η μία τρίχα με την άλλη, καθιστούν το
μαλλί πρώτη θερμομονωτική ύλη καθώς παγιδεύεται ανάμεσα ο αέρας και αποκτά
πλούσιο όγκο, με θερμομονωτικές ιδιότητες. Ο αέρας μονώνει και ως προς το ψύχος και
ως προς την ζέστη, γι’ αυτό τα μάλλινα ρούχα μπορούν να φορεθούν όλες τις εποχές του
χρόνου.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι πρόγονοί μας οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δώσει ονόματα
στις τρεις μοίρες Κλωθώ που κλώθει το νήμα της ζωής κάθε ανθρώπου, για να δείξουν
πόσο λεπτή κι αδύναμη μπορεί να είναι αυτή η ζωή, Λάχεσις που καθορίζει τι θα λάχει
στον καθένα και Άτροπος, η πιο σκληρή, που κόβει χωρίς δισταγμό τη κλωστή της ζωής.

Η υφαντική τέχνη έδινε πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα καθώς με την οικονομική
ανεξαρτησία στο σπιτικό της (στρωσίδια, βελέντζες, χαλιά, ρούχα κ.ά.) εξασφάλιζε
χρώμα και ζεστασιά στο φτωχικό της, συνέχιζε την παράδοση και έβρισκε τρόπο να
περνάει δημιουργικά και ευχάριστα το χρόνο της και να αποτυπώνει στο υφαντό της τα
όνειρα, τις κρυφές σκέψεις, τους καημούς, τις χαρές και τις λύπες της. Εμείς σήμερα δεν
γνωρίζουμε πολλά από την υφαντική τέχνη, αλλά θα προσπαθήσουμε μέσα από τις
δράσεις του Επιμορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Κρηνίτσας να οργανώσουμε ένα
εργαστήρι υφαντικής τέχνης και να προσφέρουμε μαθήματα στη νέα γενιά. Είναι ώρα
να αφήσουμε στην άκρη τα κινητά μας και να ασχοληθούμε με δημιουργικές ασχολίες
για να αποκτήσουμε πραγματικά εφόδια επιβίωσης παντός καιρού συνεχίζοντας
παράλληλα την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας.

Βιβλιογραφία

Αγγελοπούλου – Βολφ, Ερ. (1986). Ο αργαλειός, 1η έκδοση, ΔΟΜΟΣ, Αθήνα, 1986.
Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας – Ε.Ο.Ε.Χ.(1961) Υφαντά Θεσσαλίας,
ΑΘΗΝΑΙ 1961.

Πάντος Κ. Χρ. (1996). Γκρίμποβο Ιωαννίνων-Ιστορία, Λαογραφία Κουρεντοχωρίων,
Εκδ. Αδελφότητα Γκριμπόβου και Σελτσάνων, Ιωάννινα 1996.

Σπανού, Μ.(2008). Τάση αναζωπύρωσης της αρχαιοτέρας των τεχνών, της
υφαντικής τέχνης: Η αναβίωσή της στο Βόλο από το Λύκειο Ελληνίδων. Ανακτήθηκε στις
29-01-2021 από https://www.lev.com.gr/?p=400

Χρόνια Πολλά, Υγεία και Αγάπη για το 2022!!!

 

*Η Μαριάννα Αποστόλου είναι Καθηγήτρια Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ,
Πολιτισμολόγος, Ερευνήτρια Τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας και Προέδρος του
Επιμορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Κρηνίτσας

Ετικέτες: ,