Σάββατο 10.12.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης … η «κουβέντα» και το «μείζον ζήτημα»

15.11.2022

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ, φιλολόγου

 

«Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Ρεσούλ αγάς,

σε κρασοπουλειό πηγαίναν για να φαν, να πιούν.

Κει που τρώγαν, κει που πίναν  και σουμπέταγαν,

κάπως  πέσαν σε κουβέντα για τις όμορφες…».

.

Αυτό το πολύ γνωστό ηπειρώτικο χορευτικό δημοτικό τραγούδι, σε 13σύλλαβους τροχαϊκούς στίχους,  έρχεται συχνά στον νου μου, όταν ακούω διάφορους τηλεοπτικούς αστέρες, στην υποτιθέμενη σοβαρή συζήτησή τους, να λαϊκίζουν χρησιμοποιώντας συχνά την λέξη «κουβέντα» αντί της λέξης «συζήτηση» και το ρήμα «κουβεντιάζω» αντί του «συζητώ». Το ίδιο συμβαίνει και σε αρκετά δημοσιεύματα. Αλλά ακόμα και δικαστικοί, πολιτικοί και δήμαρχοι «κουβεντιάζουν» αντί να «συζητούν». Αυτό το καινοφανές γλωσσικό φαινόμενο εμφανίστηκε εσχάτως και διαδίδεται όλο και περισσότερο.

Ακούμε να λένε «να βάλουμε στην κουβέντα μας και τον τάδε» αντί στη «συζήτηση», «πες το με δυο κουβέντες» αντί «με δυο λόγια», «να πω μια κουβέντα ακόμα» αντί «μια φράση», «το κουβεντιάσαμε» αντί «το συζητήσαμε» κ.ά. Στο σχολείο οι δάσκαλοι ζητούν από τους μαθητές να τους πουν το μάθημα με «δυο λόγια», δηλαδή περιληπτικά, και όχι «με δυο κουβέντες».

Στο προταθέν απόσπασμα από το τραγούδι του Μενούση φαίνεται καθαρά ότι η λέξη «κουβέντα» είναι λαϊκή και δεν έχει την βαρύτητα που έχει η «συζήτηση», η «φράση» ή τα «λόγια». Το ίδιο και το «κουβεντιάζω» με το «συζητώ», Η λέξη «κουβέντα», που σημαίνει  μεν «συνδιάλεξη, συζήτηση» αλλά  χωρίς βάθος, για να περνά η ώρα, προέρχεται από τη λατινική λέξη conventus και δεν είναι ελληνική. Αντίστοιχα και το λαϊκό ρήμα «κουβεντιάζω» σημαίνει μεν «συζητώ», «μιλώ με κάποιον» αλλά χωρίς βάθος. Παράγωγα της λ. «κουβέντα» είναι και τα «χαζοκουβέντες» =  λόγια του αέρα, παλιόλογα, αισχρόλογα, «κουβεντολόι» = μακρά συνομιλία χωρίς ουσιώδες περιεχόμενο. Αντίθετα η ελληνική λέξη «συζήτηση» (συν + ζήτηση) σημαίνει «εξέταση των διαφόρων απόψεων ενός θέματος από δύο ή περισσότερα άτομα», «από κοινού διερεύνηση και αναζήτηση της λύσης ενός ζητήματος», «συνομιλία σοβαρή». Αντίστοιχα και το ρήμα «συζητώ» (συν + ζητώ, αρχ. συζητέω-ώ) σημαίνει «ερευνώ μαζί με άλλον ή άλλους  τις απόψεις επί ενός ζητήματος», «ανταλλάσσω  σκέψεις», «συνομιλώ σοβαρά».

Ένα άλλο καινοφανές είναι η συχνή χρήση από σπουδαιοφανείς και του επιθέτου «μείζον» (ουδέτερο, συγκριτικός βαθμός του επιθέτου «μέγα», το). Όλες οι γραμματικές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και της καθαρεύουσας (Σχολικές: Αχ. Τζαρτζάνου, Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, έκδ. 1963, σ. 70, Μιχ. Οικονόμου, Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, έκδ. 1983/1971, σ. 124. Εξωσχολικές: Ι. Σταματάκου, Ιστορική Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής, έκδ. 1990/1949, σ. 183, Γ. Αγγελή, Μεγάλη Διδακτική Γραμματική της Αττικής Διαλέκτου, έκδ. 1973, σ. 92, Γ. Αργυριάδη, Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, έκδ. 2008, σ. 230) γράφουν το επίθετο «μέγας» (θετικός βαθμός) με συγκριτικό «μείζων» και υπερθετικό «μέγιστος» και αντίστοιχα το ουδέτερο (μέγα, μείζον, μέγιστον). Στη δημοτική γλώσσα το ίδιο επίθετο είναι: μεγάλος, μεγαλύτερος ή πιο μεγάλος, μέγιστος ή πολύ μεγάλος, και το ουδέτερο είναι μεγάλο (θετικός βαθμός), μεγαλύτερο ή πιο μεγάλο (συγκριτικός), μέγιστο ή πολύ μεγάλο (υπερθετικός). Αυτό γράφουν όλες οι Γραμματικές της Νεοελληνικής: Μ. Τριανταφυλλίδη, Μεγάλη Γραμματική, έκδ. 1978 (1941), σσ. 270, 272,  Μ. Τριανταφυλλίδη, Μικρή Νεοελληνική Γραμματική, Δημοτικού, έκδ. 1965, σσ. 94-95, και Νεοελληνική Γραμματική (Σχολική), έκδ. 1976, σσ. 119-120, Αχ. Τζαρτζάνου, Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Απλής Καθαρευούσης), έκδ. 1945, σ. 78,   Λ. Βαμπούλη – Γ. Ζούκη, Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης (Δημοτικού), έκδ. 1967, σ. 69, Αγ. Τσοπανάκη, Νεοελληνική Γραμματική, έκδ. 1994, σ. 279, Γ. Μπαμπινιώτη, Γραμματική της Νέας Ελληνικής, έκδ. 2005, σ. 253, Σωφρ. Χατζησαββίδη – Αθ. Χατζησαββίδη, Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας Α΄, Β΄, Γ΄ Γυμνασίου, έκδ. 2011 (και διδασκόμενη έως σήμερα), σ. 59, Ειρ. Φιλιππάκη κ.ά., Γραμματική Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού, έκδ. 2011, σ. 110). Επομένως, όλοι όσοι έχουν αποφοιτήσει έστω και από το Δημοτικό, έχουν διδαχτεί ότι ο συγκριτικός βαθμός χρησιμοποιείται επί συγκρίσεως, και επομένως πρέπει να αναφέρουν και τον «δεύτερο όρο της συγκρίσεως». Στις ημέρες μας ακούμε και διαβάζουμε σε εφημερίδες «μείζον ζήτημα», «μείζον θέμα» κ.ά., χωρίς να υπάρχει σύγκριση με κάτι άλλο. Αυτό δεν είναι μόνο σοβαρό γραμματικό λάθος αλλά είναι και λαϊκίστικη «ελληνικούρα», όπως χαρακτηρίζει ο απλός λαός κάτι τέτοια. Εκτός αυτού, το «μείζον» είναι και τύπος της καθαρεύουσας, την οποία έχουμε εξοβελίσει… Εύλογη απορία: γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί, όταν θέλουν να δηλώσουν κάτι σημαντικό δεν χρησιμοποιούν τους κατανοητούς από όλους τύπους «μεγάλο», «πολύ μεγάλο» ή έστω «μέγιστο»; Πώς μπορούν και συνδυάζουν το λαϊκό «κουβέντα» με το αρχαιοπρεπές «μείζον»; Σημεία των καιρών.

Κλείνοντας, σημειώνω ότι σε όλα τα λεξικά της Αρχαίας Ελληνικής, της Καθαρεύουσας και της Δημοτικής που είχα υπόψιν (Π. Λορεντζάτου, Ομηρικόν Λεξικόν, έκδ. 1925, H. Lidell-R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Δ. Δημητράκου, Νέον Λεξικόν, έκδ. 1959, Δ. Κυριακοπούλου, Ορθογραφικόν και Ερμηνευτικόν Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, έκδ. 1969, Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, Καθαρευούσης και Δημοτικής, έκδ. 1971 και Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, έκδ. 1990,  Τεγόπουλου-Φυτράκη, Ελληνικό Λεξικό, έκδ. 1991, Εμ. Κριαρά, Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής Γλώσσας, έκδ. 1995, Γ. Πλακιά, Κιβωτός της Νεοελληνικής Γλώσσας, έκδ. 2009, Ακαδημίας Αθηνών (Χρ. Χαραλαμπάκη), Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, έκδ. 2014 ), καταγράφεται το επίθετο «μέγας» με συγκριτικό βαθμό «μείζων» και υπερθετικό «μέγιστος», καθώς και το νεοελληνικό «μεγάλος, μεγαλύτερος, μέγιστος». Χαρακτηριστικά το «Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης» του Ιωάννη Σταματάκου γράφει: «μείζων, -ον (συγκριτ. του μέγας) = μεγαλύτερος, μεγαλυτέρων διαστάσεων, πιο μεγάλος, περισσότερος (του δέοντος ή του συνήθους), πιο πολύς.

Όλως παραδόξως στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, έκδ. 1998, ενώ καταγράφεται το επίθετο «μεγάλος, μεγαλύτερος, μέγιστος», στο λήμμα «μέγας» δεν δίνεται ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός του και επιπλέον καταχωρίζεται χωριστά το λήμμα «μείζων» και υιοθετείται η καινοφανής και καταχρηστική χρήση του.

Εννοείται ότι τα γλωσσικά παράδοξα (και λάθη), που παρατηρούνται σήμερα, είναι πάρα πολλά και για την επισήμανση και τον σχολιασμό τους χρειάζεται ολόκληρο βιβλίο.