Δευτέρα 23.09.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Το δίλημμα του δημοψηφίσματος

04.07.2015

Της Βένη Μουζακιάρη

Τα δημοψηφίσματα ως εκλογικές διαδικασίες δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν εύκολες νίκες ή εύκολες ήττες. Η φύση του ερωτήματος, το οποίο πρέπει να απαντηθεί, με δυο μόνο απαντήσεις, διαμορφώνει στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου έναν έντονο διπολισμό, ο οποίος πολύ πιθανό εκφράζεται με επιθετική διάθεση, προκειμένου να διασφαλίσει και να μεταδώσει ο καθένας μας «το αυτονόητο» της προσωπικής τους θέσης.

Σήμερα έχουμε να κάνουμε με τη διαμόρφωση δυο πόλων, του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Τα δημοψηφίσματα, ιδιαίτερα σε χώρες και σε κομματικά συστήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από μια οξύτητα στην πολιτική αντιπαράθεση, δεν επιλέγονται, καθώς αδυνατούν να είναι αντιπροσωπευτικά της επιθυμίας της κοινής γνώμης.

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται, διαχρονικά, από αυτή την οξύτητα στην πολιτική αντιπαράθεση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, φαίνεται η αντιπαράθεση να είχε αμβλυνθεί, ως αποτέλεσμα της μέγιστης προγραμματικής σύγκλισης, των δυο μεγάλων, τότε, κομμάτων, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Ωστόσο η δημιουργία του Σύριζα, η οποία βασίστηκε στην υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής ατζέντας, ακόμη και σε μια περίοδο έντονης κομματικής αποευθυγράμμισης και ελλιπούς κομματικής συμμετοχής, μπόρεσε και δημιούργησε μια πολωτική διάθεση.

Η κυβέρνηση του Σύριζα, εάν δεν το είχε συνειδητοποιήσει προεκλογικά, πολύ γρήγορα κατανόησε, ότι η πολιτική της θέση θα οδηγούσε σε αδιέξοδο τη χώρα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος. Η πλήρης διαφωνία του Σύριζα με τη σύναψη συμφωνίας, οδηγήθηκε σε σταδιακές υποχωρήσεις από την ελληνική πλευρά και στη συνέχεια στην αναπόφευκτη ρήξη. Ο Σύριζα φαίνεται να υποχώρησε στην Ευρώπη. Ωστόσο, εξαιτίας του περιορισμού στην ελαστικότητα των κινήσεών του, δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμφωνία. Δεν μπροούσε να διαπραγματευτεί περισσότερο. Η θέση του ήταν ισχνή εξ αρχής. Και αυτό το γνώριζαν. Και να αντιμετωπίσουν αυτό το μειονέκτημα στις κινήσεις τους, ενίσχυσαν την κοινοβουλευτική τους θέση με μια ακόμη περισσότερο ριζοσπαστική ατζέντα, εκείνη των ΑΝΕΛ. Οδηγήθηκαν και οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο με πλήρη συναίσθηση.

Το ερώτημα, εάν θα μπορούσε να φέρει κάποια συμφωνία ο Σύριζα, δεν είναι βέβαιο, καθώς δεδομένο είναι ότι η κοινοβουλευτική του ομάδα, δε θα προέκρινε  μια συμφωνία. Επομένως, ας κρατήσουμε ως δεδομένο ότι μια υπόνοια πρόθεσης για σύναψη συμφωνίας, γρήγορα ανατράπηκε υπό το φόβο της κατάρρευσης της κυβέρνησης.

Οι επιλογές, στη συνέχεια, ήταν δυο, δημοψήφισμα ή εκλογές. Δεδομένης της δραματικής κατάστασης στο τραπεζικό σύστημα και ελλείψει χρόνου, αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος. Η πραγματική, δηλαδή, μετατόπιση της συμφωνίας στην κοινή γνώμη.

Ωστόσο, εδώ, φαίνεται να πραγματοποιείται το πρώτο μοιραίο λάθος. Η κυβέρνηση παίρνει θέση υπέρ του ΟΧΙ. Με μια εικόνα αυταρχισμού, με μια εικόνα αυταρέσκειας, η οποία ήταν τόσο έντονη, ώστε να μπορεί να επικαλύψει την αμηχανία τους μπροστά στη συνειδητοποίηση του κινδύνου, τον οποίο διατρέχει η χώρα, δε λειτουργούν στην κατεύθυνση της νηφάλιας διεξαγωγής του δημοψηφίσματος.

Από την Παρασκευή, της ανακοίνωσης της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, οι κοινωνικές ζυμώσεις ξεκίνησαν. Ο αγώνας του ΝΑΙ και του ΟΧΙ εξελίσσεται σε ένα φορτισμένο, επιθετικό περιβάλλον, το οποίο αδυνατεί να αφήσει περιθώριο ανάσας και περιθώριο περισυλλογής για όσους αδυνατούν να συνταχθούν άμεσα με μια από τις δυο ομάδες υποστήριξης. Οι σίγουροι του ΝΑΙ και οι σίγουροι του ΟΧΙ είναι ένας δεδομένος, συμπαγής αριθμός. Δεν είναι ο απόλυτος αριθμός ψηφοφόρων. Δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της πρόθεσης. Αυτό τι σημαίνει; Αυτό σημαίνει ότι, εξαιτίας του φορτισμένου κλίματος, αποκλείονται ή αποτρέπονται από τον αγώνα ομάδες ψηφοφόρων, οι οποίες δεν έχουν αποφασίσει και οι οποίες αδυνατούν να υιοθετήσουν μια οπαδική συμπεριφορά. Είναι μαζικές οι συγκεντρώσεις του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Καμία από τις δυο ωστόσο δεν είναι τόσο μαζική ώστε να προδιαγράψει αυτή την στιγμή το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Και κάπου εδώ, ξεκινά ο πραγματικός, δύσκολος αγώνας.

Θα επιχειρήσω να γράψω λίγες σκέψεις, ως ψηφοφόρος του ΝΑΙ. Χωρίς να διχάζω, χωρίς να απορρίπτω την άποψη του διπλανού μου, χωρίς να προσέρχομαι στην κάλπη με κομματική ιδιότητα.

Το δημοψήφισμα αυτό είναι ο αγώνας όλων. Η κοινή μοίρα, ο κοινός τόπος είναι η βάση εκκίνησης όλων. Ο οπαδισμός είναι μέρος του κομματικού συστήματος διάδοσης προπαγάνδας, ο οποίος πότε στην ιστορία αυτού του τόπου, δεν προδιέγραψε το ομαλό περιβάλλον, την ομαλή εξέλιξη. Αντίθετα σηματοδότησε τις πιο δραματικές κοινωνικές εξελίξεις.

Ερχόμαστε να αποφασίσουμε πάνω σε ένα σύνθετο ερώτημα. Το ζήτημα της Ευρώπης καθίσταται τόσο σύνθετο και τόσο άγνωστο για το μέσο πολίτη, ώστε να μην μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι ο πολίτης προσέρχεται με ελλιπή άποψη, χειραγωγούμενος σε ένα βαθμό από την κομματική θέση.

Εάν ξεφύγουμε από το κομματικό περιβάλλον, κατανοεί κανείς ότι κάθε ερώτημα, όσο συγκεκριμένα και εάν τίθεται, είναι η βάση για την απάντηση ενός γενικότερου ερωτήματος. Σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση αδυνατεί να περιγράψει το γενικότερο ερώτημα, γι’ αυτό και οδηγεί την κοινωνία να απαντήσει σε ένα ερώτημα συγκεκριμένο, με μια διαδικασία εκλογικά πανίσχυρη, ώστε να δοθεί ένα αποτέλεσμα, το οποίο δε θα χρησιμεύσει μόνο ως απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά ως απάντηση στο γενικό ερώτημα, ΝΑΙ ή ΌΧΙ στο ευρώ.

Αυτό το ερώτημα φοβίζει και φέρνει σε αμηχανία την ελληνική κοινωνία. Η Ελλάδα, ως σύγχρονο κράτος, μετά τον εμφύλιο, δεν αναγνώρισε άλλη οικονομική προοπτική, άλλη προοπτική ασφάλειας πέρα από την προοπτική της Ευρώπης. Αυτό περιγράφει τη φυσιολογική εξέλιξη της Ελλάδας στην Ευρώπη. Ποτέ δεν αποτελέσαμε χώρα εκτός του ευρωπαϊκού ζητήματος. Ο αγώνας της απελευθέρωσης, του 1821, για να δρομολογηθεί και να επιτευχθεί, πέρασε από την Ευρώπη. Οι επαναστάτες, οι Έλληνες απελευθερωτές, διεμήνυσαν στην Ευρώπη, ότι η Ελλάδα είναι Ευρώπη και ότι αυτό το μέρος της Ευρώπης, η Ελλάδα, είναι σε υποδούλωση. Έκτοτε ανήκουμε στην Ευρώπη. Καμία μικροκομματική σκοπιμότητα στην Ελλάδα, κανένα τεχνοκρατικό σύστημα της Ευρώπης δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει το φυσιολογικό δικαίωμα της Ελλάδας να είναι στην Ευρώπη.

Και όμως, την Κυριακή, καλούμαστε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα. Καλούμαστε να απαντήσουμε στο αυτονόητο, στην ιστορία, στο μέλλον.

Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας, είναι τόσο αδιάρρηκτος, ώστε η απόφαση να οδηγηθεί ο πολίτης στην κάλπη στη βάση της αμφισβήτησης αυτής της ταυτότητας, καθίσταται τουλάχιστον «περίεργη» πολιτική απόφαση. Η μικροκομματική σκοπιμότητα, η προσπάθεια να διασφαλιστεί η κυβέρνηση είναι εμφανής.

Ο οπαδισμός αποτελεί στοιχείο μόνο ως αποτέλεσμα της όποιας κομματικής προπαγάνδας ή του συναισθήματος του φόβου.

Ο Έλληνας πολίτης, ωστόσο, οφείλει να προσέλθει στην κάλπη ελεύθερος. Ο φόβος δεν είναι κίνητρο πράξης και μάλιστα ορθολογικής. Η ορθή κρίση πρέπει να επικρατήσει. Δεν τιμωρώ μια κυβέρνηση, δεν κατακρίνω κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις, αλλά εκμεταλλεύομαι το δικαίωμα, το οποίο με βάση μικροπολιτικές σκοπιμότητες, μου δόθηκε, να αναπροσδιορίσω τη θέση μου. Έχω τη θέση ότι θέλω να ανήκω σε μια ισχυρή Ευρώπη; Έχω τη θέση ότι δεν θέλω να ανήκω στην Ευρώπη.

Πολλοί θα διαφωνήσουν με το πόσο απόλυτα τίθενται αυτά τα ερωτήματα. Ωστόσο, αυτή είναι η φύση του δημοψηφίσματος. Γι’ αυτό το λάθος του Σύριζα να λάβει θέση είναι μοιραίο, για την ώρα για τους ίδιους μόνο. Και αυτός είναι ο λόγος, για το οποίο η πληροφόρηση είναι ο μοναδικός σύμμαχος του πολίτη καθώς εισέρχεται στην κάλπη.

Μπορεί η απόφαση του δημοψηφίσματος να αποτέλεσε την αποδέσμευση της κυβέρνησης από το πλαίσιο της λαϊκής εντολής της 25ης Ιανουαρίου, ωστόσο η απόφασή αυτή εξελίχθηκε στον αγώνα της γενιάς μας. Ήρθε η ώρα το ερώτημα να απαντηθεί.

ΝΑΙ ή ΌΧΙ στην Ευρώπη.

Σε ποια Ευρώπη; Για να έχεις το δικαίωμα να κάνεις αυτή την ερώτηση, για να έχεις το δικαίωμα να αλλάξεις, να πιέσεις, πρέπει να είσαι μέρος στην Ευρώπη.

Επιλέγουμε την Ευρώπη, για να λύσουμε τα προβλήματα, τα οποία μας έφεραν έως εδώ, με ασφάλεια και με επίγνωση.  Δίνουμε μια απάντηση για να απαντήσουμε σε όποιο ερώτημα μας τίθεται και θα μας τεθεί στο εγγύς μέλλον.