Τρίτη 17.09.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ακούσαμε «γερακιού φωνή»

05.01.2015

Η παράσταση του Ψαραντώνη το βράδυ της περασμένης Πέμπτης 3 Φεβρουαρίου στη μουσική σκηνή «Κεντρική Πλατεία», ήταν μια μύηση για όλους όσοι δεν ήξεραν τι εστί Ψαραντώνης. Ηταν, ακόμη, μια επιβεβαίωση των λατρευτών μουσικών δρόμων που ο Δάσκαλος, όπως τον ονομάζουν όλοι οι γνώστες μουσικής, ακολουθεί στις ζωντανές εμφανίσεις.

Ηταν, επίσης, μια εισαγωγή στη ζωντανή κρητική μουσική, μακριά από το φολκλόρ στοιχείο που έχουν πολλοί στο μυαλό τους για την Κρήτη. Για άλλους, βέβαια, ήταν μια βραδιά «βαριά», δηλαδή με «δύσκολη» μουσική. Φυσικό, αν δεν γνωρίζει κανείς τον τρόπο ερμηνείας του Ψαραντώνη. Ιδιόμορφος, θα έλεγαν ορισμένοι. Αλλά, σίγουρα, συγκεκριμένος: κουβαλά μια κρητική παράδοση αιώνων, μια ερμηνεία με πάθος και ανεβοκατεβάσματα ήχων, μια ανωγειανή παράδοση με πλούτο και ιδιαιτερότητες, και μια ματιά ποιητή αλλά και τραγουδοποιού. Είναι η σύγχρονη έκφραση ενός τρόπου αντίστασης στην αλλοιωμένη παράδοση, αλλά και η απόδοση βασάνων του κρητικού λαού, με παθιασμένη γερακίσια όψη. Για παράδειγμα, το απόσπασμα του «Ερωτόκριτου» ήταν μακράν διαφορετικό από την απόδοση του αδελφού του, Νίκου Ξυλούρη, στον ομώνυμο δίσκο με ενορχήστρωση του Χρ. Χάλαρη. Σαφώς πιο χαμηλόφωνα, σαφώς πιο βασανισμένα, σαφώς διαφορετικά. Αλλά «ωραία» διαφορετικά. Εκείνο το «ωραία», που σου αφήνει μια μαγεία και μια γεύση «τρικυμίας στα χείλη». Και σου γεννά – ξανά – την ανάγκη να ζήσεις ένα πανηγύρι ή έναν γάμο στην Κρήτη. Πάντως, η συγκεκριμένη παράσταση – αποφεύγω να την ονομάσω μόνο συναυλία –  διανθίστηκε από εκπληκτικό παίξιμο της λύρας, τόσο, που ορισμένες φορές έβλεπες τα δάχτυλα να γλιστρούν γυμνά χωρίς δοξάρι και ο ήχος να μένει ίδιος. Βοήθησε πολύ ο λαουτιέρης, ο οποίος δεν έχανε ρυθμό, ενώ η κόρη του Ψαραντώνη, Νίκη, προσέδωσε έναν ακόμη πιο παραδοσιακό ήχο, με όργανα σαν τη στάμνα και το μπεντίρ. Στην κατάμεστη «Κεντρική πλατεία», οι τρικαλινοί απόλαυσαν ήχο (άκουγες όλα τα όργανα και τις φωνές χωρίς πρόβλημα) και σαφώς μια παράσταση που θα μείνει βαθιά χαραγμένη στην καρδιά όσων την παρακολούθησαν, με πολύ μυσταγωγία και ακόμη περισσότερα χρώματα.

Θανάσης Μιχαλάκης