Του Κωνσταντίνου Αντ. Κρεμμύδα
Έχει φτάσει η ώρα που πρέπει ο πρωθυπουργός να λύσει την πλέον πολύπλοκη πολιτική εξίσωση που θα τη παρομοιάζαμε με τον τετραγωνισμό του κύκλου.
Η εξίσωση περιλαμβάνει την παραμονή στο ευρώ, την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της χώρας, την εφαρμογή των προεκλογικών υποσχέσεων- ρητορειών, τη μη σύναψη νέου μνημονίου με τις νέες δανειακές συμβάσεις και το σπουδαιότερο, την αντιστροφή της πολιτικής της δημοσιονομικής προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε ένα πλαίσιο που να ικανοποιεί το ριζοσπαστικό χαρακτήρα της κυβέρνησης αλλά κυρίως να ικανοποιεί όλες εκείνες τις εσωτερικές κομματικές φωνές του ΣΥΡΙΖΑ και εσχάτως των ΑΝΕΛ που απαιτούν ρήξη με την Ε.Ε.
Ότι περιγράψαμε παραπάνω δεν λύνεται και αυτό γιατί δεν υπάρχει ο άγνωστος X. Όλα τα δεδομένα είναι γνωστά και πάνω στο τραπέζι. Κάτι τελικά θα μείνει απ’ έξω.
Πέρα από τη τυπική λήξη της τετράμηνης παράτασης της δανειακής σύμβασης, το πλέον ανησυχητικό, είναι η ουσιαστική λήξη της ρευστότητας η οποία έχει ακινητοποιήσει την πραγματική οικονομία. Τα περιθώρια έχουν στενέψει επικίνδυνα και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό εφόσον η χώρα έχει να δανειστεί από τον περασμένο Αύγουστο.
Αυτό έχει γίνει πλήρως κατανοητό από την κυβέρνηση η οποία επιδιώκει μία έντιμη συμφωνία, αυτό χωράει πολύ κουβέντα και πλέον θα είναι συγκρίσιμο με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, χωρίς να «σπάσει αυγά». Σ’ αυτή την προσπάθειά της εντάσσει ως απειλή προς την Ε.Ε. την διεξαγωγή δημοψηφίσματος ή εκλογών όταν η ίδια έχει νωπή εντολή και όταν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν την μεγάλη πλειοψηφία να επιθυμεί την παραμονή στο ευρώ με κάθε τίμημα. Συνεπώς δεν υπάρχει λόγος η χώρα να μπει στη δοκιμασία εκλογικών αναμετρήσεων και στην περαιτέρω παράταση της οικονομικής οκνηρίας καθώς είναι δεδομένο ότι η ύφεση της πραγματικής οικονομίας δεν αντιστρέφεται άμεσα και μόνο με την εισροή των κεφαλαίων που λείπουν .
Η κυβέρνηση θεωρητικά έχει απόλυτη επίγνωση της κατάστασης. Παρόλο που διατείνεται ότι θα εξορθολογήσει τα φορολογικά και θα αντλήσει έσοδα από την φοροδιαφυγή και το μαύρο κεφάλαιο δεν έχει απαντήσεις για την άμεση τακτοποίηση του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους χωρίς να συμπεριλάβει την εφαρμογή των προηγούμενων μνημονιακών μέτρων όπως γράφαμε και πριν εκλογές.
Έτσι ήδη συζητιέται η διατήρηση του ΕΝΦΙΑ, η μη καταβολή της 13ης σύνταξης και η μη επαναφορά του αφορολόγητου στα 12.000 ευρώ όπως ενημερωθήκαμε από πρωθυπουργικά και υπουργικά χείλη παρόλο που αυτά αποτελέσαν την προεκλογική φαρέτρα του ΣΥΡΙΖΑ. Αν συνυπολογίσουμε και την ελαστικότητα που έχει δείξει η κυβέρνηση για τις ιδιωτικοποιήσεις λιμανιών και αεροδρομίων μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η κυβέρνηση έχει κάνει σημαντικά βήματα προσέγγισης με τους δανειστές και στροφής στην πραγματικότητα των ελληνικών οικονομικών δυνατοτήτων αλλά όχι ικανά για να ξεκλειδώσουν την χρηματοδότηση.
Οι κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης παραμένουν το ασφαλιστικό, μειώσεις επικουρικών συντάξεων, και τα εργασιακά, κυρίως ομαδικές απολύσεις. Αντίστοιχα για τους δανειστές το ασφαλιστικό και τα εργασιακά παραμένουν στο προσκήνιο και όλες οι συζητήσεις τελικά καταλήγουν εκεί και ενδεχομένως οποιαδήποτε διαφωνία για την μερική χρηματοδότηση της χώρας μέχρι τον Ιούνιο να αποδοθεί εκεί.
Όλοι όμως γνωρίζουν ότι ακόμη και αν δεν ανοίξει το θέμα του ασφαλιστικού τώρα είναι δεδομένο πως δεν θα υπάρξει άλλο χρηματοδοτικό πρόγραμμα στήριξης από την Ε.Ε χωρίς να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού και όχι κατ’ ανάγκη με περικοπή συντάξεων.
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα, τις υπερβολικές δημόσιες δαπάνες, την αναποτελεσματικότητα του κράτους, τα κόκκινα δάνεια, την υψηλή ανεργία και άλλα επιμέρους μεταρρυθμιστικά ζητήματα αντιλαμβανόμαστε ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση δεν θα μπορούσε, χωρίς αναταράξεις, να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών για ένα καλύτερο μέλλον.
Δυστυχώς η χώρα ενδέχεται να μείνει σε σφιχτή δημοσιονομική εποπτεία αν όχι σε μνημονιακή επιτήρηση για πολλά χρόνια ακόμη όσο δεν ανοίγουμε σοβαρά την κουβέντα για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας.