Ιστορικές νίκες πέτυχαν στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, δύο γυναίκες: η Ντεμπ Χάαλαντ που έγινε η πρώτη ιθαγενής Αμερικανίδα που εκλέγεται κυβερνήτης σε πολιτεία των ΗΠΑ και συγκεκριμένα στο Νέο Μεξικό, και η Κέισα Λανς Μπότομς από την Τζόρτζια που είναι η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης σε οποιαδήποτε πολιτεία.
Η Ντεμπ Χάαλαντ, πρώην υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, εξελέγη κυβερνήτης του Νέου Μεξικού και θα γίνει η πρώτη γυναίκα ιθαγενής που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας των ΗΠΑ.
Η Χάαλαντ, υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος, επικράτησε του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της, Γκρεγκ Χαλ, 60 ετών, επιχειρηματία και επί σειρά ετών δημάρχου της πόλης Ρίο Ράντσο.
Η Χάαλαντ, 65 ετών, είχε ήδη ανοίξει νέους δρόμους, καθώς ήταν η πρώτη υπουργός στην ιστορία των ΗΠΑ που προερχόταν από τις κοινότητες αυτοχθόνων της χώρας. Η νίκη της στο Νέο Μεξικό, όπου οι ιθαγενείς Αμερικανοί αποτελούν το 12% του πληθυσμού, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυτόχθονες ψηφοφόροι διεκδικούν ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική επιρροή στις εκλογές σε ολόκληρη τη χώρα.
Η Χάαλαντ, μέλος της φυλής Λαγκούνα Πουέμπλο (Laguna Pueblo), αποτελεί ανερχόμενο πρόσωπο στην εθνική πολιτική σκηνή από το 2018, όταν εξελέγη στο Κογκρέσο, μαζί με ένα κύμα νέων προοδευτικών βουλευτών, μεταξύ των οποίων η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η Ιλχάν Ομάρ και η Ρασίντα Τλαΐμπ.
Μετά την εκλογή του Μπάιντεν στην προεδρία το 2020, εκείνος την επέλεξε για να αναλάβει την ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής της εκστρατείας, η Χάαλαντ αναφέρθηκε συχνά στην προσωπική της εμπειρία ως ανύπαντρη μητέρα, η οποία χρειάστηκε να αξιοποιήσει προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, όπως το Medicaid, το WIC και το πρόγραμμα επισιτιστικής βοήθειας SNAP, προτού καταφέρει να φοιτήσει στη Νομική Σχολή, όταν πλέον είχε περάσει τα 30 της χρόνια.
Η Χάαλαντ εργάστηκε ως διοικητικό στέλεχος της φυλής Σαν Φελίπε Πουέμπλο (San Felipe Pueblo) και έγινε η πρώτη γυναίκα που εξελέγη στο διοικητικό συμβούλιο της Laguna Development Corporation. Στη συνέχεια, ανέλαβε τη διεύθυνση της εκστρατείας για την προσέλκυση της ψήφου των ιθαγενών Αμερικανών στο Νέο Μεξικό, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα το 2012.
Αφού διεκδίκησε το αξίωμα του υποκυβερνήτη το 2014, σε μια εκλογική αναμέτρηση που τελικά κέρδισαν οι Ρεπουμπλικανοί, έγινε η πρώτη γυναίκα ιθαγενής που εξελέγη επικεφαλής πολιτειακής κομματικής οργάνωσης.
Η εκλογή της Χάαλαντ στο Κογκρέσο το 2018 σηματοδότησε επίσης μια ιστορική πρωτιά: η ίδια και η βουλευτής του Κάνσας, Σαρίς Ντέιβιντς, έγιναν οι πρώτες γυναίκες ιθαγενικής αμερικανικής καταγωγής που εξελέγησαν στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.
Στον φετινό εκλογικό κύκλο, αριθμός-ρεκόρ, 358 υποψήφιοι από αυτόχθονες κοινότητες έθεσαν υποψηφιότητα για δημόσια αξιώματα σε τοπικό, πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο σε ολόκληρη τη χώρα. Ανάμεσά τους ήταν η πρώην βουλευτής της Αλάσκας, Μέρι Πελοτά, και η υποκυβερνήτης της Μινεσότα, Πέγκι Φλάναγκαν, οι οποίες διεκδικούσαν να γίνουν οι πρώτες γυναίκες ιθαγενικής αμερικανικής καταγωγής στη Γερουσία των ΗΠΑ.
Παρότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την πολιτική τους εκπροσώπηση και επιρροή, η διαδρομή μέχρι εδώ υπήρξε μακρά. Οι ιθαγενείς Αμερικανοί απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου σε ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ μόλις τη δεκαετία του 1960.
Στο Νέο Μεξικό, οι αυτόχθονες πληθυσμοί κατοχύρωσαν το δικαίωμα ψήφου το 1948, όταν ο Μιγκέλ Τρουχίγιο, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέλος της φυλής Ισλέτα Πουέμπλο (Isleta Pueblo), προσέφυγε δικαστικά κατά της πολιτείας.
Το 2023, το Νέο Μεξικό έγινε η πρώτη και μοναδική πολιτεία των ΗΠΑ που θέσπισε επικαιροποιημένο νόμο για τα εκλογικά δικαιώματα των ιθαγενών Αμερικανών (Native American Voting Rights Act). Ο νόμος αυτός έδωσε στις αυτόχθονες φυλές μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη χωροθέτηση των εκλογικών τμημάτων και τον επανακαθορισμό των εκλογικών περιφερειών.
Η Δημοκρατική Κέισα Λανς Μπότομς, πρώην δήμαρχος της Ατλάντα, θα γίνει η πρώτη μαύρη γυναίκα κυβερνήτης πολιτείας στις ΗΠΑ, μετά τη νίκη της στην εκλογική αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη στην Τζόρτζια.
Η Τζόρτζια αποτελεί διαχρονικά μια πολιτεία όπου η εκλογική αναμέτρηση είναι αμφίρροπη, ενώ μέχρι τις τελευταίες ημέρες θεωρούνταν φαβορί για τη νίκη ο Ρεπουμπλικανός δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Ρικ Τζάκσον.
Η Μπότομς πραγματοποίησε την προεκλογική της εκστρατεία μαζί με τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Τζον Όσοφ, ο οποίος επίσης επανεξελέγη την Τρίτη, καθώς και με τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές.
Η Μπότομς, 56 ετών, κατάγεται από την Ατλάντα και είναι κόρη του μουσικού Μέιτζορ Λανς. Εργάστηκε ως δικηγόρος και διετέλεσε δικαστής στο δικαστήριο των ειρηνοδικών της κομητείας Φούλτον, προτού εκλεγεί για πρώτη φορά σε δημόσιο αξίωμα, ως μέλος του δημοτικού συμβουλίου της Ατλάντα, το 2009.
Ο Τζάκσον διέθεσε περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια από την προσωπική του περιουσία για την προεκλογική του εκστρατεία, κατακλύζοντας τα μέσα ενημέρωσης με εικόνες χάους από τις διαδηλώσεις του 2020 μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, καθώς και από τον θάνατο της Σεκόρια Τέρνερ, ενός οκτάχρονου κοριτσιού που δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια κατάληψης δρόμου από ενόπλους που έφεραν τουφέκια.
Ωστόσο, σε μια ένδειξη ότι το πολιτικό κλίμα στρέφεται εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών συνολικά, οι ψηφοφόροι εξέλεξαν την Κέισα Λανς Μπότομς.
Τις τελευταίες ημέρες των διαδηλώσεων για τον Τζορτζ Φλόιντ, όταν το όνομά της περιλαμβανόταν στη σύντομη λίστα των πιθανών υποψηφίων για την αντιπροεδρία σε μια κυβέρνηση Μπάιντεν, η Μπότομς, που τότε ήταν δήμαρχος της Ατλάντα, ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικούσε την επανεκλογή της εκείνη τη χρονιά.
Αργότερα εντάχθηκε στην κυβέρνηση Μπάιντεν ως ανώτερη σύμβουλος και διευθύντρια του Γραφείου Δημόσιας Συμμετοχής του Λευκού Οίκου, θέση την οποία διατήρησε έως το 2023.
Η Μπότομς εισήλθε στην κούρσα για τη διεκδίκηση της θέσης του κυβερνήτη της Τζόρτζια λίγο μετά την απόφαση του προσώπου που θεωρούνταν το φαβορί των Δημοκρατικών, της βουλευτού των ΗΠΑ Λούσι ΜακΜπαθ, να μην είναι υποψήφια, επικαλούμενη προβλήματα υγείας του συζύγου της.
Στη συνέχεια, επικράτησε έξι άλλων υποψηφίων στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, χωρίς να χρειαστεί δεύτερος γύρος.
Η Μπότομς επικέντρωσε την προεκλογική της εκστρατεία στο ζήτημα του κόστους ζωής και της οικονομικής προσιτότητας, δεσμευόμενη ότι θα υπογράψει νομοθεσία για την επέκταση του προγράμματος Medicaid στο πλαίσιο του νόμου Affordable Care Act, καθώς και ότι θα ανατρέψει τους περιορισμούς στην πρόσβαση στις αμβλώσεις στην πολιτεία.
Με πληροφορίες από Guardian