Δευτέρα 02.11.2026 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ιστορική αναφορά στην Αγορά Ακινήτων κατά τα έτη 1940-45 στη Θεσσαλία

02.11.2026 /

Η ακριβής συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας στη Θεσσαλία κατά τον πόλεμο 1940-1945 δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακριβή νούμερα, καθώς η ελληνική οικονομία κατέρρευσε λόγω του υπερπληθωρισμού, της μαύρης αγοράς και της εισαγωγής κατοχικών νομισμάτων.

   Η αγορά των ακινήτων κατά την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από τρεις βασικούς παράγοντες: την καταστροφή που υπέστησαν πόλεις και χωριά (είτε από βομβαρδισμούς κατακτητών ή συμμαχικών δυνάμεων, είτε από πυρπόληση και μερική ή ολική καταστροφή που υπέστησαν δεκάδες χωριά),   από  την ολική απαξίωση της δραχμής (που οδήγησε σε εξευτελιστικές ανταλλαγές) και τη βίαιη υφαρπαγή των εβραϊκών περιουσιών από τις δυνάμεις κατοχής και τους συνεργάτες τους. 

 

   Στην περιφέρεια Θεσσαλίας τόσο η Λάρισα όσο και ο Βόλος υπέφεραν από βομβαρδισμούς. Η Λάρισα υπέστη ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή. Εκτός από τους συνεχείς ιταλικούς βομβαρδισμούς, η πόλη χτυπήθηκε από έναν ισχυρότατο σεισμό τον Μάρτιο του 1941, και αμέσως μετά ισοπεδώθηκε από τη γερμανική αεροπορία (Luftwaffe). Και ο Βόλος δέχθηκε σφοδρά πλήγματα τόσο στο λιμάνι όσο και στον αστικό του ιστό κατά τη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941. Επίσης, κατά την διάρκεια της κατοχής πολλά χωριά πυρπολήθηκαν από Γερμανούς ναζί και Ιταλούς φασίστες, μερικώς ή ολοκληρωτικά και οι κάτοικοί τους εκτελέστηκαν ως αντίποινα. Ειδικά στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και της Πίνδου αναπτύχθηκε έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα και η Θεσσαλία έχει τέτοια μαρτυρικά χωριά που αξίζει να αναφέρουμε.   Στην περιφέρεια της Λάρισας είναι το Δομένικο στις 16 Φεβρουαρίου 1943. Οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής πυρπόλησαν ολόκληρο το χωριό και εκτέλεσαν 140 αμάχους. Θεωρείται το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου των Ιταλών στην Ελλάδα. Η Τσαριτσάνη που υπέστη δύο μεγάλα κύματα καταστροφής. Τον Μάρτιο του 1943 από τους Ιταλούς και τον Αύγουστο του 1944 από τους Γερμανούς, οι οποίοι έκαψαν εκατοντάδες σπίτια και εκτέλεσαν δεκάδες κατοίκους. Οι οικισμοί  Αμπελάκια, Σαραντάπορο και Λιβάδι που κάηκαν σε διαφορετικές φάσεις της Κατοχής λόγω της βοήθειας που παρείχαν οι κάτοικοι στους αντάρτες. Στην περιοχή των Τρικάλων και της Ορεινής Καλαμπάκας, με 1ο το Καστράκι που κατά την προέλαση των γερμανικών δυνάμεων προς την Πίνδο, το χωριό πυρπολήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Χωριά του Ασπροποτάμου και της Πίνδου, όπως το Μαλακάσι, ο Κορυδαλλός, η Τριγώνα, η Πεύκη και η Αηδόνα λεηλατήθηκαν και στη συνέχεια κάηκαν από τις γερμανικές φάλαγγες προκειμένου να εκκαθαριστούν οι οδικοί άξονες. Η Πύλη (Πόρτα-Παναγιά) που κάηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Ιταλούς το 1943, καθώς αποτελούσε πέρασμα προς το αντάρτικο στα ελεύθερα βουνά μας. Στην περιοχή της Μαγνησίας οι οικισμοί Δράκεια του Πηλίου υπέστη ανυπολόγιστη καταστροφή στις 18 Δεκεμβρίου 1943, το γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα εκτέλεσε 118 άνδρες του χωριού και πυρπόλησε σπίτια ως αντίποινα για σαμποτάζ των ανταρτών. Και η Νέα Αγχίαλος καταστράφηκε σε τεράστιο βαθμό (πάνω από το 80% των σπιτιών της) από τους Ιταλούς το 1943.  Στην περιοχή της Καρδίτσας τα χωριά της Νευρόπολης / Λίμνης Πλαστήρα υπέφεραν και υπέστησαν καταστροφές.  Μεσενικόλας, Μορφοβούνι, Κερασιά, Κρυονέρι, Πεζούλα χωριά γύρω από το σημερινό οροπέδιο της Λίμνης Πλαστήρα κάηκαν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Η περιοχή αποτελούσε την «καρδιά» της Ελεύθερης Ελλάδας, ενώ εκεί λειτουργούσε και το κρυφό αντάρτικο αεροδρόμιο της Νευρόπολης. Κατά την διάρκεια των καταστροφών χάθηκαν ανθρώπινες ζωές, ζωικό κεφάλαιο, κατοικίες, επιχειρήσεις, απαξιώθηκαν και καταστράφηκαν υποδομές, η παραγωγική αξία της καλλιεργήσιμης γης, αποθήκες, παραγωγικές μονάδες, οδηγώντας σε πλήρη οικονομική καταστροφή της περιοχής. 

      Στις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και περιουσίες να συνυπολογίσουμε τους Εβραίους, καθώς σημαντικές ήταν οι κοινότητες τους στην Θεσσαλία με μακρά και ιστορική παρουσία και στις 4 πόλεις. Περίπου 2.250 έως 2.650 Εβραίοι από τις πόλεις της Θεσσαλίας και των Ιωαννίνων συγκεντρώθηκαν βίαια και εκτοπιστήκαν, με την πλειονότητά τους να καταλήγει στα στρατόπεδα θανάτου του Άουσβιτς-Μπίρκεναου.  Η αρπαγή και η διαχείριση των εβραϊκών περιουσιών (κινητών και ακινήτων) ακολούθησε ένα συστηματικό σχέδιο λεηλασίας, το οποίο άφησε βαθιές πληγές και μεταπολεμικά. Κατά τη διάρκεια των συλλήψεων, οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους (δοσίλογοι) προχώρησαν σε άμεση κατάσχεση μετρητών, κοσμημάτων και πολύτιμων αντικειμένων. Τα σπίτια και τα καταστήματα σφραγίζονταν ή λεηλατούνταν αμέσως. Οι Συναγωγές (όπως οι περισσότερες από τις επτά που διέθετε η Λάρισα) λεηλατήθηκαν, κάηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες και σταύλοι από τις δυνάμεις κατοχής. Τα εβραϊκά νεκροταφεία βεβηλώθηκαν και οι ταφόπλακες χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά.  Όταν οι ελάχιστοι επιζώντες επέστρεψαν από τα στρατόπεδα θανάτου ή κατέβηκαν από τα βουνά, βρέθηκαν σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας. Τα σπίτια τους ήταν κατειλημμένα. Η δικαστική και διοικητική διαδικασία για την ανάκτηση των περιουσιών τους ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, ψυχοφθόρα και συχνά συνάντησε την εχθρότητα των νέων ενοίκων ή διαχειριστών. Για τη διαχείριση των περιουσιών όσων δεν επέστρεψαν ποτέ (καθώς ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες), ιδρύθηκε αργότερα ο ΟΠΑΙΕ (Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος), προκειμένου τα «αδέσποτα» αυτά περιουσιακά στοιχεία να χρησιμοποιηθούν για την ανασυγκρότηση των διαλυμένων εβραϊκών κοινοτήτων.

   Η «αξία» των ακινήτων στη Μαύρη Αγορά λόγω του λιμού (ιδίως τον χειμώνα του 1941-1942) και του πληθωρισμού που έκανε το χρήμα απλό χαρτί, η πραγματική αξία των ακινήτων μετατράπηκε σε αξία επιβίωσης. Στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας (Λάρισα, Βόλο, Τρίκαλα), εκατοντάδες πολίτες αναγκάστηκαν να πουλήσουν ή να ανταλλάξουν οικόπεδα, σπίτια και καταστήματα για ελάχιστα εφόδια (π.χ. μερικούς τενεκέδες λάδι, μερικά τσουβάλια σιτάρι ή πατάτες) για να μην πεθάνουν από την πείνα. Οποιαδήποτε σοβαρή αγοραπωλησία ακινήτου γινόταν αποκλειστικά σε χρυσές λίρες Αγγλίας. Οι μαυραγορίτες και όσοι πλούτισαν στην Κατοχή αγόραζαν ακίνητα στο 1/50 ή ακόμη και στο 1/75 της πραγματικής προπολεμικής τους αξίας, εκμεταλλευόμενοι την εξαθλίωση του πληθυσμού. Όταν οι Εβραίοι της Θεσσαλίας εκτοπιστήκαν τον Μάρτιο του 1944, οι περιουσίες τους πέρασαν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ισραηλιτικών Περιουσιών (ΥΔΙΠ).  Αν και δεν υπάρχουν τόσο αναλυτικά δημοσιευμένα στοιχεία για τη Θεσσαλία όσα για τη Θεσσαλονίκη (όπου η εβραϊκή ακίνητη περιουσία άγγιζε το 25% της πόλης), οι εβραϊκές κοινότητες στη Λάρισα, τα Τρίκαλα και τον Βόλο είχαν στην κατοχή τους κεντρικά εμπορικά καταστήματα, βιοτεχνίες, αποθήκες και αστικές μονοκατοικίες μεγάλης αξίας.  Η αξία αυτών των ακινήτων ουσιαστικά «μηδενίστηκε» για τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, καθώς κατασχέθηκαν αυθαίρετα. Τα ακίνητα δόθηκαν σε μεσεγγυούχους (χριστιανούς διαχειριστές), οι οποίοι στην πλειονότητά τους ιδιοποιήθηκαν τα έσοδα.

   Πως λειτούργησε ο μηχανισμός της αρπαγής των ακινήτων από απλούς πολίτες. Καταρχήν λόγω του κατοχικού υπερπληθωρισμού, η δραχμή είχε χάσει κάθε αξία. Οι συναλλαγές για την αγορά ακινήτων γίνονταν με δύο τρόπους: σε χρυσές λίρες Αγγλίας ή με την άμεση ανταλλαγή τροφίμων.  Για ένα «κομμάτι ψωμί» (Η ανταλλακτική αγορά), έκανε εκατοντάδες αστικές οικογένειες στη Λάρισα, τον Βόλο και τα Τρίκαλα, προκειμένου να μην πεθάνουν από την πείνα, να αναγκαστούν να υπογράψουν συμβόλαια παραχώρησης των σπιτιών ή των οικοπέδων τους. Ένα οικόπεδο ή μια μονοκατοικία μπορούσε να πουληθεί για έναν τενεκέ λάδι, μερικά τσουβάλια σιτάρι ή λίγες οκάδες σταφίδα. Υπολογίζεται ότι πάνω από 150.000 ακίνητα στην Ελλάδα αγοράστηκαν για λιγότερες από 3 χρυσές λίρες το καθένα. Άνθρωποι που βρέθηκαν με λίρες στα χέρια (μαυραγορίτες, δοσίλογοι, αλλά και έμποροι που θησαύριζαν) αγόραζαν κεντρικά καταστήματα και σπίτια στο 7% με 10% της προπολεμικής τους αξίας. Η περίοδος της Κατοχής στη Θεσσαλία, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οδήγησε σε μια από τις μεγαλύτερες και πιο βίαιες αναδιανομές πλούτου και ακίνητης περιουσίας στην ελληνική ιστορία. Υπολογίζεται ότι πανελλαδικά περίπου 326.000 έως 350.000 ακίνητα άλλαξαν χέρια κάτω από συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης, πείνας και εκβιασμών.

   Οι αγοραστές μπορεί να ήταν ευκαιριακοί, μικρομεσαίοι που βρέθηκαν με λίγες οικονομίες και αγόρασαν 1-2 ακίνητα «για το μέλλον των παιδιών τους». Τα «τσακάλια» (Μεγαλομαυραγορίτες) διάφοροι έμποροι, εργολάβοι που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς και δοσίλογοι, οι οποίοι αγόρασαν από 11 έως και πάνω από 50 ακίνητα ο καθένας, δημιουργώντας τεράστιες περιουσίες μέσα στο αίμα του πολέμου. Και η ειδική περίπτωση των Εβραϊκών Ακινήτων, στη Θεσσαλία, η αλλαγή χεριών στα ακίνητα πήρε και τον χαρακτήρα της φυλετικής και θρησκευτικής εκδίωξης. Όταν τον Μάρτιο του 1944 εκτοπιστήκαν οι Εβραίοι της Λάρισας, των Τρικάλων και του Βόλου, τα κεντρικά καταστήματά τους και τα σπίτια τους δεν πουλήθηκαν, αλλά παραχωρήθηκαν αυθαίρετα από τις αρχές κατοχής σε χριστιανούς «μεσεγγυούχους». Πολλοί από αυτούς τους διαχειριστές ήταν μαυραγορίτες και συνεργάτες των Γερμανών, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τα ακίνητα αυτά για όλο το υπόλοιπο διάστημα του πολέμου, ιδιοποιούμενοι τα εμπορεύματα και τα ενοίκια.

   Μετά την απελευθέρωση, η κατάσταση με τα ακίνητα που είχαν αλλάξει χέρια προκάλεσε τεράστια κοινωνική έκρηξη. Το ελληνικό κράτος (με νόμους όπως ο Α.Ν. 1323/1944) ακύρωσε τις περισσότερες αναγκαστικές πωλήσεις ακινήτων που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της Κατοχής έναντι εξευτελιστικού τιμήματος, θεωρώντας τες προϊόντα εκβιασμού και πείνας, προκειμένου να προστατευθούν οι αρχικοί ιδιοκτήτες. Ωστόσο, οι μαυραγορίτες είχαν αποκτήσει τεράστια οικονομική και πολιτική ισχύ. Μέσω πιέσεων και νομικών παραθύρων (όπως η επιβολή τόκων ή φόρων στους εξαθλιωμένους πωλητές για να πάρουν πίσω τα σπίτια τους), πολλοί μαυραγορίτες κατάφεραν να κρατήσουν τις περιουσίες τους ή δεν τιμωρήθηκαν ποτέ ουσιαστικά, αφήνοντας μια μόνιμη αίσθηση αδικίας στην κοινωνία της μεταπολεμικής Ελλάδα.

Βίκυ Μπούγλα, Οικονομολόγος, Μεσίτης και Πιστοποιημένη REV εκτιμητής ακινήτων.

[fbcomments]