Νέα στοιχεία και μαρτυρίες έρχονται να προσθέσουν κρίσιμα κομμάτια στο παζλ της υπόθεσης του 67χρονου οικογενειάρχη Γιώργου Χατζίδη, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στον καναπέ του σπιτιού του στις Σέρρες, κάτω από περίεργες συνθήκες.
Ο γιος του, Αβραάμ Χατζίδης, περιγράφει στο «Φως στο Τούνελ» όσα αντίκρυσε την 1η Αυγούστου όταν μπήκε στο σπίτι: «Ήρθα εδώ για να δω τι κάνει ο πατέρας μου. Τότε είδα ότι το σιδερένιο κάγκελο στο παράθυρο είχε βγει από τη θέση του. Η πόρτα ήταν κανονικά κλειστή, αλλά το παράθυρο ήταν παραβιασμένο. Μπήκαν από το παράθυρο και βγήκαν από την πόρτα, γιατί βρήκαν ένα κλειδί μέσα στο σπίτι. Το άφησαν πάνω στο τραπέζι και έφυγαν».
Όταν είχε επισκεφθεί ξανά το σπίτι, λίγες ημέρες νωρίτερα, τα κάγκελα βρίσκονταν κανονικά στη θέση τους. «Άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα ένα σπίτι άνω κάτω. Χαρτιά και αντικείμενα ήταν πεταμένα στο πάτωμα, ενώ καρέκλες, τραπέζια και πράγματα από όλο το σπίτι ήταν ανακατεμένα σε κάθε δωμάτιο. Ήταν φανερό πως κάποιος είχε ψάξει τα πάντα» λέει.
Το κακό που είχε συμβεί θα το καταλάβαινε αμέσως μετά. Στην αρχή δεν μπορούσε να τον εντοπίσει πουθενά. Φώναξε δύο-τρεις φορές, αλλά εκείνος δεν απαντούσε. Προχώρησε στο εσωτερικό του σπιτιού και τον είδε να κάθεται στον καναπέ του. Του μίλησε ξανά, αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Τότε κατάλαβε, όπως λέει, ότι δεν ήταν στη ζωή και κάλεσε την Αστυνομία και το ασθενοφόρο.
«Ταράχτηκα πάρα πολύ, γιατί τον φρόντιζα εγώ. Τον έβλεπα καθημερινά, άλλοτε το πρωί και άλλοτε το βράδυ. Την Παρασκευή, όμως, δεν είχα πάει. Είχαμε δύο ημέρες να επικοινωνήσουμε και συνέβη αυτό», περιγράφει, διευκρνίζοντας παράλληλα ότι είχε κλειδιά του σπιτιού και μπορούσε να μπαίνει όποτε ήθελε, ενώ κάποιες φορές όταν δεν τα είχε μαζί του, του άνοιγε ο ίδιος ο πατέρας του.
«Το τελευταίο διάστημα ο πατέρας μου δεν είχε τηλέφωνο και γι’ αυτό προσπαθούσα να πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορούσα. Η μητέρα μου, τον τελευταίο μήνα, εργαζόταν ως αποκλειστική νοσοκόμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας και ο πατέρας μου έμενε μόνος του στο σπίτι. Έτσι, του πήγαινα εγώ φαγητό. Ο πατέρας μου αντιμετώπιζε προβλήματα και το τελευταίο διάστημα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτος, μετά τον θάνατο του αδερφού μου, στις 31 Μαρτίου του 2025», προσθέτει.
Αν και αρχικώς ο θάνατος του 67χρονου δεν παρέπεμπε σε εγκληματική ενέργεια, η ιατροδικαστική εξέταση έφερε στο φως μια διαφορετική, σκοτεινή πραγματικότητα. «Ο πατέρας μου δεν πέθανε από παθολογικά αίτια. Κάποιος του το έκανε αυτό. Γι’ αυτό ζήτησα να γίνει ιατροδικαστική εξέταση, ώστε να μάθω από τι έφυγε. Τότε καταλάβαμε ότι πρόκειται για ανθρωποκτονία, καθώς πέθανε από εσωτερική αιμορραγία στην κοιλιακή χώρα», εξηγεί ο γιος του.
Σύμφωνα με όσα τους είπαν, ήταν νεκρός περίπου δώδεκα ώρες προτού εντοπιστεί. Σύμφωνα με τον γιο του, όταν πήγε ήταν 12:00 μεσημέρι Σαββάτου, επομένως ο θάνατός του πατέρα του φαίνεται να επήλθε το βράδυ της Παρασκευής, 31 Ιουλίου.
Το σπίτι του 67χρονου βρίσκεται στο κέντρο των Σερρών σε πυκνοκατοικημένη περιοχή και οι αστυνομικοί αναζήτησαν υλικό από κάμερες ασφαλείας και μίλησαν με γείτονες, στην προσπάθειά τους να συλλέξουν στοιχεία για την υπόθεση.
Ο γιος του απευθύνει έκκληση σε όποιν έχει ακούσει ή γνωρίζει κάτι, να απευθυνθεί στις Αρχές. «Το σπίτι μπορεί να ήταν αναστατωμένο, αλλά δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περίπου δύο εβδομάδες νωρίτερα, ο πατέρας μου είχε κάνει ανάληψη χρημάτων, γύρω στα χίλια ευρώ, τα οποία δεν βρέθηκαν. Επομένως, πιθανότατα τα πήραν. Βέβαια, κανείς δεν γνώριζε για αυτή την ανάληψη», εξηγεί.
Ο Αβραάμ Χατζίδης κάνει λόγο και για μια διάρρηξη στην κατοικία μετά το φονικό, με τους δράστες να εισβάλλουν από την πίσω πόρτα και να αφαιρούν μια τηλεόραση, ένα χορτοκοπτικό μηχάνημα και σωλήνες από τα καλοριφέρ. Όπως λέει, δεν πήραν τίποτα από το δωμάτιο όπου φυλάσσονταν τα συμβόλαια των δύο σπιτιών που είναι ιδιοκτησίας τους καθώς φαίνεται πως στόχευαν σε χρήματα.
Μια γειτόνισσα του 67χρονου περιγράφει στο «Τούνελ» όσα άκουσε την ημέρα που βρέθηκε νεκρός, αποκαλύπτοντας ότι πατέρας και γιος είχαν έναν έντονο καυγά μέσα στο σπίτι.
«Εκείνη την ημέρα ήρθε ο γιος του. Ήταν Πέμπτη. Έφερε φαγητό και νερό στον πατέρα του και άρχισαν οι φωνές. Ήταν γύρω στις επτά με οκτώμισι το βράδυ. Τσίριζαν μέσα στο σπίτι, ούρλιαζαν. Τώρα, τι έγινε μετά, αν έφυγε ή δεν έφυγε, ένας Θεός ξέρει», αναφέρει η μάρτυρας.
Η ίδια προσθέτει: «Όπως μας είπε η Αστυνομία, η κάμερα έδειξε τον γιο να φεύγει στις 11 το βράδυ και να επιστρέφει στις 12 στο σπίτι του πατέρα του. Όλα αυτά συνέβησαν την Πέμπτη. Για τη διάρρηξη που είχε προηγηθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, δεν γνωρίζω κάτι».
Στην ερώτηση αν είχε αντιληφθεί κάτι την ημέρα που ξηλώθηκε το κάγκελο από το παράθυρο του σπιτιού, απαντά ότι δεν είχε δει το περιστατικό, ωστόσο το θύμα τής είχε μιλήσει για όσα είχαν συμβεί: «Ο ίδιος ο πατέρας μού είχε πει πριν από λίγες ημέρες ότι κάποια πολύ νεαρά άτομα είχαν ξηλώσει το κάγκελο από το παράθυρό του. Με είχε ρωτήσει αν τους είχα δει, αλλά του απάντησα πως λείπω πολλές ώρες από το σπίτι και δεν είχα αντιληφθεί τίποτα. Όταν μάθαμε ότι βρέθηκε νεκρός, στενοχωρηθήκαμε πολύ, γιατί ήταν άνθρωπος που μας φερόταν καλά. Με κάλεσαν οι Αρχές και έδωσα κατάθεση», καταλήγει η ίδια.
Για την σχέση που είχε με τον πατέρα του, τις καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία και τις υποψίες που διατυπώθηκαν εις βάρος του μετά την δολοφονία, ο Αβραάμ Χατζίδης παραδέχεται ότι η σχέση τους δεν ήταν καλή, περιγράφοντας μια δύσκολη οικογενειακή κατάσταση, καθώς και ότι στο παρελθόν είχαν γίνει καταγγελίες στην Αστυνομία για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, με τον πατέρα του να στρέφεται εναντίον του.
«Δεν είχαμε καλή σχέση, η αλήθεια είναι. Ο αδερφός μου ο μικρός έχει πεθάνει, ο μεγάλος μου αδερφός είναι στη Γερμανία και ο πατέρας μας ‘τα έβαζε’ μόνο με εμένα όταν τον έπιαναν τα ψυχολογικά του. Έχουν γίνει καταγγελίες. Η Αστυνομία τα γνώριζε όλα αυτά, όπως και το αν είχα εγώ το πρόβλημα ή ο πατέρας μου. Υπήρχαν επεισόδια αλλά εγώ πάντα κρατούσα άμυνα, ο πατέρας μου συνέχιζε», υποστηρίζει.
Αναφερόμενος στις μηνύσεις που είχε υποβάλει εις βάρος του ο πατέρας του, εξηγεί ότι τα περιστατικά αυτά είχαν συμβεί πριν από τρία με τέσσερα χρόνια.
«Πήγαινε στην Αστυνομία να ζητήσει βοήθεια και καλά ότι με χτύπησε ο γιος μου. Μου έκανε μηνύσεις, ενώ δεν υπήρχαν στοιχεία για ενδοοικογενειακή βία. Εγώ έχω χτυπήματα και στο πρόσωπο και στο κεφάλι από τον πατέρα μου και δεν του έκανα ποτέ μήνυση. Τα είπα και στο δικαστήριο αυτά όταν είχε γίνει», αναφέρει διευκρινίζοντας ότι η υπόθεση είχε οδηγηθεί στο δικαστήριο, όπου ο ίδιος αθωώθηκε, καθώς ο πατέρας του τελικά δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την ποινική του δίωξη.
Μετά τον θάνατο του 67χρονου, οι φήμες και τα ερωτήματα σε μια μικρή κοινωνία όπως αυτή των Σερρών, δεν άργησαν να στραφούν και προς τον ίδιο. «Ακούστηκαν πάρα πολλά ότι μπορεί να το έκανα εγώ… Η πόλη μας είναι πολύ μικρή και ό,τι κάνεις μαθαίνεται. Ειδικά για εμένα που δουλεύω 20 χρόνια στην εστίαση, με ξέρουν όλοι στις Σέρρες. Έχουν ειπωθεί διάφορα, όπως ότι μπορεί να έγινε κάποιο επεισόδιο και να τον χτύπησα. Αυτό το είπε και η Αστυνομία αλλά εγώ έχω καταθέσει τα πάντα και θα συνεχίσω να λέω το ίδιο, αν με ξανακαλέσουν», δηλώνει.
Όσο για τις μαρτυρίες ότι το βράδυ της Πέμπτης ακούστηκε έντονος καυγάς ανάμεσα στον ίδιο και τον πατέρα του, ο ίδιος εμφανίζεται αιφνιδιασμένος: «Την Πέμπτη το βράδυ ήρθα για πέντε λεπτά, άφησα φαγητό γύρω στις δύο και έφυγα. Ούτε που μιλήσαμε, λόγω της ώρας. Πιο νωρίς δεν ήρθα, αλλά αν ήταν με κάποιον άλλον, δεν ξέρω. Δεν ασχολούμαι με όσους γράφουν στα social media, χωρίς να με γνωρίζουν, ότι εγώ τον σκότωσα και ότι ετοιμάζω βαλίτσες για τη φυλακή. Όσοι με ξέρουν εδώ, ούτε που το σκέφτονται…», καταλήγει.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η τελευταία του επίσκεψη είχε γίνει αργά το βράδυ της Πέμπτης, 30 Ιουλίου, περίπου στη μία με δύο μετά τα μεσάνυχτα: «Ήμουν στη δουλειά και μετά πήγα κατευθείαν σπίτι μου που είναι γύρω στα 200 μέτρα από εδώ. Στη δουλειά ήμουν μέχρι τις 12, μετά έκανα τη βόλτα μου και πήγα σπίτι, γιατί ήμουν πάρα πολύ κουρασμένος. Το Σάββατο το πρωί κάτι με έτρωγε όταν ξύπνησα και σκέφτηκα ότι πρέπει να πάω στο σπίτι του πατέρα μου, γιατί ένιωθα ότι είχε γίνει κάτι κακό».
Σε συνέχεια μιας μαρτυρίας στο πλαίσιο της έρευνας του «Τούνελ» στις Σέρρες, ζητήθηκε από τον γιο του θύματος να περιγράψει εκ νέου τα όσα είδε. Ωστόσο, η δεύτερη περιγραφή όσων αντίκρυσε την 1η Αυγούστου παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από όσα είχε αναφέρει αρχικώς.
Ο Αβραάμ Χατζίδης είπε αυτή τη φορά ότι το παράθυρο του σπιτιού ήταν παραβιασμένο από προηγούμενη διάρρηξη, η οποία είχε σημειωθεί λίγες ημέρες πριν από τον θάνατο του πατέρα του. Ωστόσο, στην αρχική του περιγραφή είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η παραβίαση έγινε τη νύχτα της δολοφονίας. «Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, όπως το βλέπετε, η πόρτα ξεκλείδωτη και με το κλειδί στην κλειδαριά», λέει χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια περιγράφει ότι εκείνες τις ημέρες δεν είχε κλειδί του σπιτιού, μια αναφορά που φαίνεται να διαφοροποιείται από όσα είχε υποστηρίξει προηγουμένως. «Πάντα χτυπούσα και μου άνοιγε ο πατέρας μου. Την ημέρα εκείνη χτύπησα μία, δύο φορές, δεν μου απάντησε και μπήκα μέσα. Προηγουμένως τον είχα καλέσει δύο-τρεις φορές στο τηλέφωνο και δεν απαντούσε. Αυτός ήταν κι ο λόγος που ήρθα για να δω τι είχε συμβεί».
Το σημείο που προκαλεί νέα ερωτήματα αφορά στο κινητό τηλέφωνο του πατέρα του. Σε προηγούμενη δήλωσή του, είχε αναφέρει πως δεν διέθετε κινητό τηλέφωνο το τελευταίο διάστημα. Επίσης περιγράφει διαφορετικά τις πρώτες του κινήσεις όταν αντίκρισε τον πατέρα του νεκρό στον καναπέ, καθώς και την εικόνα που παρουσίαζε η σορός του. «Όταν τον βρήκα νεκρό στον καναπέ, κάλεσα ασθενοφόρο, γραφείο τελετών και αστυνομία. Τον είδα μελανιασμένο στα χέρια, σαν να είχε παλέψει με κάποιον και χτυπημένο στη δεξιά κοιλιακή χώρα».
Ωστόσο και σε αυτό το σημείο εντοπίζεται μια διαφοροποίηση σε σχέση με την προηγούμενη περιγραφή του. Αρχικά είχε αναφέρει πως την πληροφορία για την εσωτερική αιμορραγία την έλαβε από τον ιατροδικαστή από τον οποίο ο ίδιος είχε ζητήσει να εξετάσει τη σορό του πατέρα του. Ακόμα, υποστηρίζει ότι η ακαταστασία στο σπίτι οφειλόταν στη διάρρηξη που είχε σημειωθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, και όχι τη νύχτα της δολοφονίας, και δεν είχε προλάβει να συμμαζέψει τον χώρο.