Από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στην κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή διεξαγωγή παράνομων τυχερών παιγνίων σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα.
Παράλληλα εξαπατούσαν τους παίκτες μέσω ειδικού παράνομου λογισμικού, το οποίο τους επέτρεπε να παρεμβαίνουν στη λειτουργία των παιγνίων και να επιλέγουν ποιοι θα αποκομίσουν κέρδη.
Για τον τερματισμό της δράσης τους πραγματοποιήθηκε πρωινές ώρες χθες, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026, σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης, συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, με τη συνδρομή αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν συνολικά 20 άτομα, από τα οποία 18 φέρονται να είναι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ αυτών και τα αρχηγικά, ενώ 2 συνελήφθησαν ως πελάτες – παίκτες.
Σε βάρος τους, καθώς και σε βάρος -14- επιπλέον ατόμων, σχηματίστηκε δικογραφία για κατά –περίπτωση– εγκληματική οργάνωση, κακουργηματική απάτη, παραβάσεις της νομοθεσίας για τα παίγνια, τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Σύμφωνα με την Αστυνομία όπως προέκυψε από την πολύμηνη και εμπεριστατωμένη έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, τα δύο αρχηγικά μέλη, ηλικίας 55 και 51 ετών, τουλάχιστον από το 2013, είχαν συγκροτήσει δομημένη και ιεραρχικά οργανωμένη ομάδα με διαρκή δράση και διακριτούς ρόλους, στην οποία εντάσσονταν σταδιακά και άλλα άτομα. Η εγκληματική οργάνωση λειτουργούσε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, κυρίως ίντερνετ καφέ, όπου διεξάγονταν παράνομα τυχερά παίγνια μέσω ειδικού λογισμικού.
Για την αποφυγή εντοπισμού της παράνομης δραστηριότητας, στα καταστήματα είχε διαμορφωθεί ειδικός χώρος και εφαρμοζόταν ελεγχόμενη είσοδος, με την παρουσία ατόμων που εκτελούσαν χρέη «τσιλιαδόρου».

Επιπλέον, είχε εγκατασταθεί ηλεκτρονικό κομβίο έκτακτης ανάγκης (panic button), μέσω του οποίου τα μέλη μπορούσαν να αλλάζουν τις ενδείξεις στις οθόνες των υπολογιστών, όταν αντιλαμβάνονταν την παρουσία αστυνομικών, προκειμένου να αποκρύπτεται η διεξαγωγή των παράνομων παιγνίων.
Καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία της οργάνωσης επιτελούσε το ειδικό παράνομο λογισμικό, μέσω του οποίου τα αρχηγικά μέλη μπορούσαν να ρυθμίζουν τις αποδόσεις και να επιλέγουν τους παίκτες που θα κέρδιζαν, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τον μηχανισμό τυχαιότητας των παιγνίων. Με τον τρόπο αυτό, οι παίκτες εξαπατούνταν ως προς τις πραγματικές πιθανότητες κέρδους, ενώ η οργάνωση αποκόμιζε παράνομα οικονομικά οφέλη.
Από την έρευνα προέκυψε και ο ρόλος καθενός από τα μέλη της οργάνωσης, ως εξής:
Τα υπόλοιπα μέλη φέρονται να συμμετείχαν στη λειτουργία των καταστημάτων, αναλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, καθήκοντα επιτήρησης, είσπραξης χρημάτων από τους παίκτες, πίστωσης πόντων και διαχείρισης των ηλεκτρονικών συστημάτων και του μηχανισμού άμεσης ειδοποίησης.

Επιπλέον, ορισμένα μέλη εμφανίζονταν ως ιδιοκτήτες των εταιρειών στις οποίες ανήκαν τα καταστήματα, χωρίς να αποτελούν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες ή διαχειριστές τους. Η χρήση των προσώπων αυτών, γνωστών ως «αχυρανθρώπων», φέρεται να αποσκοπούσε στην απόκρυψη της πραγματικής ιδιοκτησίας, στην αποσύνδεση των αρχηγικών μελών από την παράνομη δραστηριότητα και στην αποφυγή οικονομικών υποχρεώσεων, όπως φορολογικές οφειλές και εργοδοτικές εισφορές.
Από την παράλληλη οικονομική έρευνα διαπιστώθηκε ότι δύο από τα αρχηγικά μέλη παρουσίαζαν δαπάνες δυσανάλογες σε σχέση με τα δηλωθέντα εισοδήματά τους. Παράλληλα, προέκυψε ότι τα έσοδα από την παράνομη δραστηριότητα διαχειρίζονταν και διοχετεύονταν μέσω συγκεκριμένων προσώπων και τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και λογαριασμών παικτικής δραστηριότητας, με σκοπό την απόκρυψη της πραγματικής προέλευσής τους και την εμφάνισή τους ως νομιμοφανών εσόδων. Η οργανωμένη διαχείριση των χρηματικών ροών, σε συνδυασμό με την απόκρυψη του πραγματικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος των καταστημάτων, φέρεται να δυσχέραινε τον εντοπισμό της προέλευσης των χρημάτων και να διευκόλυνε τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της δράσης της οργάνωσης, η οποία φέρεται να εκτείνεται από το 2013, το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος εκτιμάται ότι υπερβαίνει το -1.000.000- ευρώ.
Για την υπόθεση ενημερώθηκε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, η οποία προχώρησε, κατά περίπτωση, στη δέσμευση τραπεζικών και στοιχηματικών λογαριασμών των αρχηγικών μελών.

Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, καταστήματα και οχήματα, καθώς και κατά τις σωματικές έρευνες των κατηγορουμένων, συνολικά βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
Οι συλληφθέντες, με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ δύο από αυτούς, οι οποίοι συνελήφθησαν ως πελάτες – θαμώνες, αφέθηκαν ελεύθεροι κατόπιν προφορικής εντολής της Εισαγγελέως Ποινικής Δίωξης.
Προθεσμία για να απολογηθούν έλαβαν οι 18 κατηγορούμενοι που φέρονται να εμπλέκονται στο κύκλωμα παράνομου τζόγου στη Θεσσαλονίκη.
Οι απολογίες τους θα πραγματοποιηθούν τμηματικά τη Δευτέρα και την Τρίτη, ενώ οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κακουργηματικές διώξεις.


