Υπάρχει κάτι που πρέπει να θυμόμαστε όλοι όσοι εργαζόμαστε στην υγεία: Το να είμαστε επαγγελματίες σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς δεν σημαίνει ότι γινόμαστε λιγότερο επιστήμονες. Μπορούμε να δουλεύουμε στον ιδιωτικό τομέα, να έχουμε εργοδότη, να πληρωνόμαστε. Δεν μπορούμε όμως να εμπορευματοποιούμε τη συνείδησή μας.
Η ασφάλεια του ασθενούς δεν αλλάζει επειδή η πόρτα γράφει «ιδιωτικό ιατρείο» αντί για «δημόσιο νοσοκομείο». Οι κανόνες της επιστήμης δεν γίνονται ελαστικοί επειδή υπάρχει εργοδότης. Ελεύθερη αγορά δεν σημαίνει ελεύθερη αυθαιρεσία.
Ο τραγικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη μάς υποχρεώνει να θέσουμε αυτά τα ερωτήματα με μεγαλύτερη ένταση. Δεν γνωρίζουμε όλες τις απαντήσεις και δεν είναι δίκαιο να αποδοθούν ευθύνες πριν ολοκληρωθεί η έρευνα. Όσα όμως έχουν δει το φως της δημοσιότητας δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τις συνθήκες, τον χώρο, την ομάδα και τα πρωτόκολλα ασφάλειας.
Αυτά δεν είναι κουτσομπολιό. Πρέπει να διερευνηθούν θεσμικά και επιστημονικά. Αν υπήρχαν πρακτικές που δεν έπρεπε να εφαρμόζονται, το ζήτημα αφορά όλους όσοι μπορεί αύριο να περάσουν ανάλογες πόρτες.
Υπάρχουν άραγε κι άλλες «ιατρικές γαλέρες» δίπλα μας που δεν τις έχουμε δει; Αν υπάρχουν, οφείλουμε να τις βρούμε πριν θρηνήσουμε τον επόμενο άνθρωπο.
Εδώ μπαίνει ο νοσηλευτής. Από δημοσιεύματα, στον συγκεκριμένο χώρο εργαζόταν και νοσηλεύτρια. Δεν γνωρίζουμε τα καθήκοντά της, τι γνώριζε ή αν συμμετείχε στην επίμαχη πράξη. Δεν είναι ορθό να αποδίδεται ευθύνη χωρίς στοιχεία.
Υπάρχει όμως ένα γενικότερο ζήτημα: Ο νοσηλευτής είναι μέρος της θεραπευτικής αλυσίδας. Δεν είναι εκτελεστικό όργανο του εργοδότη ούτε «το χέρι του γιατρού». Είναι επαγγελματίας υγείας και επιστήμονας, με εκπαίδευση, γνώση, αρμοδιότητες και δική του ευθύνη απέναντι στον ασθενή.
Η θεραπευτική αλυσίδα δεν σταματά στην ιατρική εντολή. Κάθε κρίκος έχει τη δική του ευθύνη. Ο εργοδότης μπορεί να οργανώνει την εργασία, όχι όμως να απαιτεί από έναν επιστήμονα να απενεργοποιήσει την κρίση του. Το «μου το είπε ο γιατρός» ή το «έτσι μου είπε ο εργοδότης» δεν είναι άλλοθι.
Όλοι χρειαζόμαστε τη δουλειά μας. Όταν όμως φοράμε τη στολή του επαγγελματία υγείας, δεν παίρνουμε μαζί μας μόνο την ανάγκη να πληρωθούμε. Παίρνουμε και την ευθύνη. Η εκπαίδευσή μας, μάς μαθαίνει να αναγνωρίζουμε πότε κάτι δεν πρέπει να γίνει έτσι ή αλλιώς.
Όταν οι συνθήκες δεν είναι ασφαλείς, όταν κάτι ξεπερνά την αρμοδιότητά μας ή όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τον ασθενή, υπάρχει ένα δικαίωμα και μια ευθύνη, μικρό σε λέξεις αλλά τεράστιο σε σημασία: Να πεις «ΟΧΙ».
Έχω πει «όχι». Σε άλλη υπόθεση, άσχετη με το παρόν γεγονός. Ξέρω τι σημαίνει να το πληρώσεις, να βρεθείς απέναντι σε ένα σύστημα. Ξέρω όμως και τι σημαίνει να σωπάσεις. Το κόστος της σιωπής είναι κάποιες φορές πολύ μεγαλύτερο. Εγώ το πλήρωσα. Και δικαιώθηκα στο Εφετείο.
Το «όχι» δεν είναι ανώδυνο. Δεν είναι αντίδραση ή εγωισμός. Μπορεί να είναι η μόνη απόφαση που προστατεύει έναν άνθρωπο. Η απόφαση παίρνεται νωρίτερα, τη στιγμή που θα χρειαστεί να πεις: «Αυτό δεν μπορώ να το κάνω».
Πόσο κοστίζει ένα «ΟΧΙ»; Μπορεί να συγκρουστείς με τον εργοδότη, να σε πουν δύσκολο άνθρωπο, να χάσεις τη δουλειά σου. Πόσο κοστίζει όμως ένα «ΝΑΙ» όταν μέσα σου ξέρεις ότι κάτι δεν είναι σωστό; Επαγγελματισμός δεν είναι η τυφλή υπακοή. Είναι η γνώση, η κρίση, η ευθύνη.
Ίσως αυτή η τραγωδία να μας καλεί να δούμε όλη την εικόνα. Τον ασθενή, τον επαγγελματία υγείας, τις συνθήκες, την ευθύνη, την εποπτεία και τον έλεγχο. Και να θέσουμε το πιο δύσκολο ερώτημα: Ποιος προστατεύει τον ασθενή όταν όλοι οι υπόλοιποι προστατεύουν τη θέση τους;
Ο μεγαλύτερος φόρος τιμής σε έναν άνθρωπο που χάθηκε δεν είναι να μιλάμε γι’ αυτόν για λίγες ημέρες. Είναι να φροντίσουμε ώστε κάτι από όσα συνέβησαν να μην ξανασυμβεί.
Και για εμάς τους νοσηλευτές, η ευθύνη είναι συγκεκριμένη: «Δεν θα το κάνω έτσι.» «Αυτό δεν είναι ασφαλές.» «Αυτό πρέπει να διερευνηθεί.» Και αν χρειαστεί: «Αποχωρώ.»
Γιατί απέναντί μας δεν βρίσκεται απλώς μια εντολή. Βρίσκεται ένας συνάνθρωπος. Και γι’ αυτόν αξίζει ακόμη και το πιο δύσκολο: «ΟΧΙ».
Ζωή Βαιοπούλου
Νοσηλεύτρια