Παρά το γεγονός ότι στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κυκλοφορούν σήμερα περισσότερα από 80 διαφορετικά προϊόντα και τιμολόγια, η πλειονότητα των καταναλωτών εξακολουθεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε ακριβές επιλογές, πληρώνοντας σημαντικά υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύεται και μέσα από τη νέα ανάλυση των στοιχείων του «The Green Tank» για τις τάσεις στην αγορά ηλεκτρισμού, η οποία άνοιξε έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας γύρω από το πραγματικό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα, τη λειτουργία της αγοράς και τις στρεβλώσεις στα τιμολόγια λιανικής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι οικιακοί καταναλωτές θα πλήρωναν κατά μέσο όρο 58,3 ευρώ ανά μεγαβατώρα λιγότερα αν επέλεγαν κάθε μήνα το φθηνότερο κίτρινο τιμολόγιο αντί να παραμένουν στα ακριβότερα πράσινα προϊόντα. Σε συνολικό επίπεδο, η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε επιπλέον επιβάρυνση περίπου 1,23 δισ. ευρώ μέσα στη διετία 2024-2025.
Το ποσό αυτό αποτυπώνει όχι μόνο το οικονομικό κόστος της περιορισμένης κινητικότητας των καταναλωτών στην αγορά ηλεκτρισμού, αλλά και το σοβαρό έλλειμμα ενημέρωσης γύρω από τις πραγματικές διαφορές μεταξύ των διαθέσιμων προϊόντων.
Ο ανταγωνισμός στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει περιορισμένος, καθώς οι καταναλωτές αλλάζουν δύσκολα είτε πάροχο είτε τύπο τιμολογίου, ενώ η ΔΕΗ εξακολουθεί να διατηρεί δεσπόζουσα θέση με μερίδιο περίπου 70% στους οικιακούς μετρητές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα «πράσινα» τιμολόγια, τα οποία αποδείχθηκαν σημαντικά ακριβότερα από τα «κίτρινα» και τα «μπλε» κατά τη διετία 2024-2025. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα κίτρινα τιμολόγια ήταν σταθερά η φθηνότερη επιλογή για τα νοικοκυριά, με τα πράσινα να κοστίζουν κατά μέσο όρο 27,3% περισσότερο κατά το εξεταζόμενο διάστημα. Παρότι τα κίτρινα τιμολόγια ήταν συνήθως η οικονομικότερη επιλογή, η πλειονότητα των καταναλωτών παρέμεινε στα πράσινα ή μετακινήθηκε στα ακριβότερα μπλε τιμολόγια.
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι περισσότεροι καταναλωτές επιλέγουν τελικά μέσα από ένα περιορισμένο «καλάθι» τιμολογίων που προωθούν πιο επιθετικά οι πάροχοι, χωρίς να αξιοποιούν ουσιαστικά τα εργαλεία σύγκρισης τιμών και χωρίς να εξετάζουν αναλυτικά τα πάγια, τις ρήτρες και τις πραγματικές χρεώσεις κάθε προϊόντος. Παρά επομένως την πληθώρα επιλογών, οι περισσότεροι καταναλωτές εξακολουθούν να επιλέγουν με όρους «ασφάλειας» ή αναγνωρισιμότητας του παρόχου και όχι με καθαρά οικονομικά κριτήρια, μολονότι οι διαφορές μεταξύ των χρεώσεων είναι μεγάλες. Για παράδειγμα, πέρυσι η μέση πράσινη κιλοβατώρα ήταν αυξημένη κατά 23% από τη μέση μπλε και κατά 34,3% από τη μέση κίτρινη κιλοβατώρα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα διζωνικά τιμολόγια. Παρά τη θεσμοθέτηση από τον Φεβρουάριο του 2025 της μεταφοράς των ωρών των «νυχτερινών» τιμολογίων προς τις μεσημεριανές ώρες -όταν η παραγωγή από ΑΠΕ είναι αυξημένη και το κόστος ηλεκτρισμού χαμηλότερο- η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένο αριθμό διζωνικών τιμολογίων με ουσιαστική διαφοροποίηση τιμών μεταξύ των δύο ζωνών.
Αποτέλεσμα είναι οι καταναλωτές να μην μπορούν ακόμη να αποκομίσουν σημαντικό οικονομικό όφελος από τη μεταφορά της κατανάλωσης σε ώρες φθηνότερης ενέργειας, εμποδίζοντας αντίστοιχα τον περιορισμό της μείωσης των περικοπών παραγωγής από ΑΠΕ.
Το στοιχείο που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα έχει αυξήσει θεαματικά τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, διαθέτοντας πλέον περίπου 18 GW εγκατεστημένης πράσινης ισχύος.
Θεωρητικά, η μεγάλη παραγωγή φθηνής ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα θα έπρεπε να συμπιέζει σημαντικά το κόστος ηλεκτρισμού. Ωστόσο, η λιανική αγορά συνεχίζει να παραμένει από τις ακριβότερες στην Ευρώπη.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 η Ελλάδα ήταν η ακριβότερη χώρα στην Ε.Ε.-27 σε όρους αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές όσον αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το πρόβλημα βρίσκεται στη στενή σύνδεση της λιανικής αγοράς με τη χονδρεμπορική και κατ’ επέκταση με το φυσικό αέριο. Παρά την αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ, οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την τιμή του ηλεκτρισμού, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μηδενίζεται.
Παράλληλα, καταγράφεται ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στις τιμές των «πράσινων» τιμολογίων και στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, σημειώνοντας ωστόσο ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025 η απόσταση μεταξύ χονδρικής και λιανικής διευρύνθηκε σημαντικά εις βάρος των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, η μέση διαφορά ανάμεσα στη λιανική τιμή των πράσινων τιμολογίων και τη χονδρεμπορική έφτασε τα 94 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αυξημένη κατά 24,3% σε σχέση με το 2024.
Αυτό υποδηλώνει ότι η αποκλιμάκωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά δεν μεταφέρθηκε με την ίδια ένταση στα τιμολόγια λιανικής, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να συνεχίσουν να επιβαρύνονται με υψηλότερες χρεώσεις. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται είτε σε αυξημένα περιθώρια ασφάλειας και εμπορικής πολιτικής των προμηθευτών είτε στην ενσωμάτωση μεγαλύτερου κόστους κινδύνου λόγω της μεταβλητότητας της αγοράς.
Κυβερνητικά στελέχη όπως ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος αμφισβητούν ότι τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν πλήρως την πραγματική εικόνα του ενεργειακού κόστους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που έχει αναπτύξει, το πρόβλημα στις συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι σε μεγάλο βαθμό λογιστικό και σχετίζεται με τον τρόπο που κατανέμονται οι χρεώσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση υψηλών τιμών παίζει πλέον και η μεγάλη καθυστέρηση της χώρας στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας. Παρά τη θεαματική ανάπτυξη των ΑΠΕ, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ελάχιστες υποδομές μπαταριών και αποθήκευσης σε σύγκριση με άλλες χώρες της περιοχής.
Οπως έχει επισημάνει ο διευθύνων σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ Μάνος Μανουσάκης, αυτή τη στιγμή λειτουργούν ελάχιστα μεγαβάτ αποθήκευσης, ενώ η Βουλγαρία διαθέτει ήδη 2,5 GW και η Βόρεια Μακεδονία περίπου 2 GW.
Η έλλειψη αυτή σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της φθηνής πράσινης ενέργειας είτε περικόπτεται είτε εξάγεται, ενώ το βράδυ το ηλεκτρικό σύστημα συνεχίζει να εξαρτάται από ακριβές μονάδες φυσικού αερίου.
Το ποιος ευθύνεται για το μεγάλο έλλειμμα αποθήκευσης αποτελεί πλέον αντικείμενο έντονης συζήτησης στην αγορά. Δεν είναι λίγοι οι παράγοντες του κλάδου που υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή επενδυτικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Οι ίδιες πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι αν είχε επιταχυνθεί νωρίτερα η ανάπτυξη μπαταριών και έργων αποθήκευσης, κάποιες άλλες τεχνολογίες θα έχαναν έδαφος. Η μεγάλη διείσδυση της αποθήκευσης θα περιόριζε σημαντικά τον ρόλο των μονάδων φυσικού αερίου, οι οποίες σήμερα κυριαρχούν τις βραδινές ώρες όταν σταματά η παραγωγή από φωτοβολταϊκά.
Με απλά λόγια, οι μπαταρίες θα μπορούσαν να «εκτοπίσουν» ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής φυσικού αερίου από το βραδινό φορτίο, μειώνοντας τόσο τη συμμετοχή τους στο σύστημα όσο και το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.