Πέμπτη 23.09.2021 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Θα μου άρεσε ένα χασάπικο ανδρών από τις τέσσερις πόλεις της Θεσσαλίας»

06.08.2021

Κώστας Ακρίβος

«Θα μου άρεσε ένα χασάπικο ανδρών από τις τέσσερις πόλεις της Θεσσαλίας»

Συνέντευξη στη Λέλα Κατεχάκη

Συνάντησα τον συγγραφέα Κώστα Ακρίβο μια μέρα φοβερού καύσωνα για ολόκληρη την Θεσσαλία. Ανάσα δεν μπορούσες να πάρεις από την πολύ ζέστη και ότι έπιανες στα χέρια σου στην κυριολεξία έκαιγε. Ακόμη και ο κλιματισμός  του ξενοδοχείου που βρίσκεται μέσα στο πράσινο, σε ένα λόφο ψηλά πάνω από το Μουζάκι  όπου έγινε η συνέντευξη – αμέσως μετά την ομιλία του στο Συνέδριο για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση – δεν μπορούσε να υπερνικήσει  την τρομερή ζέστη του Θεσσαλικού κάμπου μια καλοκαιρινή μέρα που επικρατεί καύσωνας. Ξεκινήσαμε να μιλάμε για τον άγγελο και δαίμονα Καραϊσκάκη, τον «ζόφο της πανδημίας», την αμφίδρομη σχέση τοπικών αρχόντων και λαού  και φτάσαμε να συζητάμε την σχέση της λογοτεχνίας με τον τόπο και την γεωγραφία του. Καταλήγοντας, ζήτησα από τον Θεσσαλό συγγραφέα να «ζωγραφίσει» τις 4 θεσσαλικές πόλεις τόσο μέσα από χρώματα, όσο και από μυρωδιές και γεύσεις αγαπημένων του φαγητών, αλλά και του αγαπημένου του χορού. Απάντησε με έκπληξη και ενθουσιασμό. Ακούγοντας  τον, σκεφτόμουν  ότι έγραφε χωρίς να το ξέρει, απλά και αυθόρμητα, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανθρωπο-τοπιογραφία  των 4 πόλεων της Θεσσαλίας.

**** Ο Ντοστογιέφσκι, ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς, τα έργα του οποίου διδάσκονται σε σχολές ψυχολογίας, καταγράφει έξοχα το διττό της ανθρώπινης προσωπικότητας, του καλού και του κακού. Το ίδιο κάνετε κι εσείς με τον Καραϊσκάκη στο τελευταίο σας βιβλίο που τον παρουσιάζεται ως δαίμονα και ως άγγελο. Τι καθορίζει τελικά την έκβαση του καλού ή του κακού και εν τέλει, ο Καραϊσκάκης υπήρξε ένας ευαίσθητος άνθρωπος;

«Η λογοτεχνία θέλγονταν πάντα από τις προσωπικότητες που δεν ήταν μόνο φωτεινές ή μόνο σκοτεινές , αλλά από φως και σκοτάδι, γιατί ήθελε να παρακολουθήσει την γοητευτική πορεία  ποιο από τα δυο θα κερδίσει στο τέλος.

Ο Καραϊσκάκης, είναι το δεύτερο πρόσωπο που ασχολούμαι συγγραφικά  10 χρόνια μετά από έναν Αυστριακό που ζούσε στην περιοχή του Πηλίου, τον Αλφόνσο Χοχάουζερ, που κι αυτός ήταν ένας άνθρωπος  πλασμένος από λάσπη και χρυσόσκονη. Ήθελα να βρω  ποια είναι τα ψυχικά αποθέματα που θα επιστράτευαν αυτά τα πρόσωπα, είτε με συνειδητή είτε με ασυνείδητη διαδικασία για να μπορέσει  το καθένα να κατανικήσει το κακό εαυτό του και να επιπλεύσουν τα θετικά του στοιχεία.

Όταν κατάφερε ο Καραϊσκάκης να διώξει τις ομίχλες και τα σκοτάδια από τις προσωπικές του φιλοδοξίες – που προεπαναστατικά και στην αρχή του Αγώνα επιδίωξή του ήταν να κάνει δικό του το αρματολίκι των Αγράφων –  και κατάλαβε ότι έπρεπε να δώσει όλες του τις δυνάμεις για τον Αγώνα της Πατρίδας, από κει και πέρα μιλάμε για το κατεξοχήν ευαίσθητο άτομο. Και όπως το έθιξα στην ομιλία μου, ήταν εκείνος που κατάφερε όχι μόνο να νικήσει τους αντικειμενικούς εχθρούς, τους Τούρκους, όχι μόνο τους προσωπικούς του αντιπάλους μέσα από το στρατόπεδο των Ελλήνων όπως ο Μαυροκορδάτος, αλλά να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Να κατανικήσει το ασθενικό του σώμα και να καταπνίξει την προσωπική του φιλοδοξία – να γίνει αρματολός στα Άγραφα – θέλοντας ασυνείδητα να γίνει ο πανεθνικός ήρωας της Ελλάδας».

*** Σκέφτομαι, αν είναι τυχαία αυτά τα 10 χρόνια διαφορά που όπως  είπατε  έχουν τα βιβλία σας που καταπιάνονται με ήρωες αγγέλους και δαίμονες, πλασμένους  από λάσπη και χρυσόσκονη.

«Δεν είχα καμία συγγραφική πρόθεση να ασχοληθώ με τον Καραϊσκάκη ή το 1821, αν δεν διάβαζα το εξαιρετικό βιβλίο του Αντώνη Αντωνίου – ενός από τους  οργανωτές αυτού του Συνεδρίου  – το «Εγκυκλοπαιδικό Βιογραφικό Λεξικό Νεότερης  Θεσσαλικής  Ιστορίας», ένα βιβλίο που θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει στην βιβλιοθήκη κάθε Θεσσαλού γιατί στις σελίδες του περνάνε άνθρωποι που έχουν είτε άμεση, είτε έμμεση σχέση με την Θεσσαλία, από τον χώρο του Πολιτισμού και της Ιστορίας  και έχουν αφήσει το στίγμα τους. Έτσι έπεσα πάνω στον Μήτρο Αγραφιώτη, πρόγονό μου από την μεριά της μητέρας μου. Πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και ήταν δεξί χέρι του Καραϊσκάκη ο οποίος  του εμπιστεύθηκε το ταμείο. Τον Μήτρο Αγραφιώτη τον αναφέρει ο Καραϊσκάκης στην διαθήκη του ως έναν από τους εκτελεστές.

Αυτή ήταν η αφορμή που ασχολήθηκα με τον Καραϊσκάκη, γιατί ήθελα να δω τι ήταν αυτό που συνέδεε τον Καραϊσκάκη με τον Μήτρο Αγραφιώτη, πώς δημιουργήθηκε η εμπιστοσύνη που του έδειξε και γιατί του εμπιστεύθηκε το ταμείο».

*** Ήταν κι ο Μήτρος Αγραφιώτης, άγγελος και δαίμονας ;

«Δεν θα το έλεγα. Ήταν ένα 18χρονο παιδί όταν μπήκε στην Επανάσταση του 1821».

*** Κύριε Ακρίβο, πού πάμε εμείς τώρα ως λαός 200 χρόνια μετά το 1821;

«Αν καταφέρουμε μέσα από αυτόν το ζόφο της πανδημίας που ζούμε σήμερα και φωτίζει καλύτερα τις αρνητικές μας πλευρές, να μετριάσουμε τον εγωισμό μας, να γίνουμε πιο κοινωνικοί, να μην μας ενδιαφέρει το δημόσιο και να μας ενδιαφέρει μόνο το ιδιωτικό, δεν θα πάμε καθόλου καλά. Ένα απλό παράδειγμα είναι αν αγαπούμε τον τόπο μας στον τομέα της καθαριότητας. Υπάρχει σήμερα καθαρή ελληνική πόλη; Υπάρχει καθαρή ελληνική ύπαιθρος; Πετάμε καταγής σκουπίδια ακόμα κι αν δίπλα μας υπάρχει κάδος απορριμμάτων».

*** Μα εδώ οι τοπικοί άρχοντες  στην Θεσσαλία, άλλο διαφημίζουν, άλλο πλασάρουν και τελικά, άλλο είμαστε.

«Είναι αυτό που λέει ο λαός, «Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι». Αλλά μην ξεχνάμε ότι τους τοπικούς άρχοντες, ο λαός τους αναδεικνύει. Από την άλλη μεριά, επειδή υπάρχει μια αμοιβαία και αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στην εξουσία και τον λαό, αν δεν καλλιεργηθεί αυτό που λέμε Παιδεία, τα πράγματα θα μένουν στάσιμα με μια οπισθοδρόμηση και θα συνεχίσουμε να προτάσσουμε πάντα το υλικό μέρος  του πολιτισμού μας, θα κοιτάζουμε πάντα την καλοπέραση και τον καταναλωτικό εαυτό μας και θα υποβαθμίζουμε αυτό που λέγεται πνευματικός εαυτός».

*** Πνευματικά πώς πάμε ως χώρα;

«Περνάμε κι εδώ μια κρίση, με την έννοια ότι είμαστε ένας λαός που άγεται και φέρεται από την τηλεοπτική δημοκρατία. Η τηλεόραση χειραγωγεί τις μάζες στις μεγαλύτερες ηλικίες . Τα τάμπλετ, ο υπολογιστής, το κινητό τηλέφωνο, η οθόνη γενικότερα χειραγωγεί τις νεαρότερες ηλικίες. Είμαστε ένας λαός που δεν αγαπά το βιβλίο. Νομίζω ότι χρειαζόμαστε μια γερή Επανάσταση, με μπόλικο αίσθημα ευθύνης, αλλά και ευαισθησίας όπως είπατε στην πρώτη σας ερώτηση».

*** Από ποιους; Γιατί φωνές  πνευματικών ανθρώπων δεν ακούγονται  ούτε στην πανδημία.

«Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Αν ένας πνευματικός άνθρωπος μιλήσει και η θέση του δεν συμφωνεί με την δική μας θέση, είμαστε πρόθυμοι να υποχωρήσουμε;»

*** Το θέμα είναι, ο πνευματικός άνθρωπος τολμάει να πει και να υπερασπίσει την θέση του ή σκέφτεται ότι θα περιθωριοποιηθεί  κι έτσι μένει στις δόξες του;

«Υπάρχουν τολμηρές αυτή την στιγμή φωνές  πνευματικών ανθρώπων  – όχι μόνο λογοτεχνών –  διανοητών όπως ο Ράμφος , ο Παντελής Μπουκάλας, ο Γιανναράς που όμως τις προσπερνάμε. Άρα εκείνο που πρέπει να καθαρίσουμε είναι να διώξουμε τις σκιές και ομίχλες από τα μάτια μας και ιδίως από τα μάτια του μυαλού μας».

*** Ποιοι θα ξεκινήσουν αυτή την Επανάσταση για να μπορέσει να συνταχθεί ο κόσμος;

«Μήπως πρέπει πρώτα να φτιάξουμε μια Φιλική Εταιρεία; Μια μαγιά δηλαδή ανθρώπων για να μπορέσουνε να δώσουνε το στίγμα του αιώνα που έχει ξεκινήσει».

*** Ζούμε στην Θεσσαλία και σκέφτομαι πώς η καταγραφή της γεωγραφίας ενός τόπου στην Λογοτεχνία μπορεί να ρυθμίσει τα πράγματα, να προβάλλει και  να προωθήσει  έναν τόπο.

«Όχι μόνο εγώ, αλλά πολλοί  συγγραφείς είτε σύγχρονοι είτε παλαιότερο, εντάσσουν την γεωγραφία μέσα στην Λογοτεχνία. Προσωπικά  με ενδιαφέρει να αναδείξω και τους δυο πυλώνες πάνω στους οποίους χτίζεται μια πεζογραφική αφήγηση. Το δίπτυχο γεωγραφίας και αφηγηματικής δράσης. Θέλω δηλαδή ο τόπος να μην είναι ένας απλός καμβάς  της αφήγησης αλλά να παίζει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα  στην αφηγηματική σύνθεση.

Αρκετοί σύγχρονοι  Θεσσαλοί συγγραφείς, εντάσσουνε το θεσσαλικό τοπίο μέσα στην δράση τους. Όπως ο Θωμάς Ψείρας από την Λάρισα με το  πώς εντάσσει  τον Σαλαμπριά, τον Πηνειό, σαν συνέχεια αυτών που είχε γράψει ο Καραγάτσης ή στον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα  βλέπουμε  πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το χωριό του κάμπου.

Ο Ηλίας Κεφάλας στα Τρίκαλα που η ποίησή του αρδεύεται από το τοπίο που ξεκλειδώνει και βλέπει μέσα του εικόνες. Στην περιοχή της Καρδίτσας έχουμε δυο παραδείγματα, την  Βασιλική Πέτσα ιδίως με το τελευταίο της βιβλίο που συντήρησε και διατήρησε την Καρδιτσιώτικη ντοπιολαλιά και τον Χρυσόστομο Τσαπραΐλη με τις παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας.

Η Θεσσαλία είναι ένας τόπος που μπορεί να αναδείξει και να φωτίσει ιδιαίτερα ένα μυθιστόρημα ή επί μέρους διηγήματα, γιατί όλα αυτά που λέμε ως φυσικά κάλλη της Θεσσαλίας,  μπορούν να  γίνουν ενεργά στοιχεία μέσα στην αφήγηση, στο μυθιστόρημα ή στο αφήγημα».

*** Έξαλλου ο τόπος δεν είναι και αυτός που διαμορφώνει κατά μεγάλο μέρος και τις

προσωπικότητες των ανθρώπων;

«Έτσι ακριβώς. Συμφωνώ απολύτως με την θέση σας, η επί μέρους γεωγραφία της περιοχής διαμορφώνει και την ψυχοσύνθεση ενός ήρωα».

*** Αν σας ζητούσα να χαρακτηρίσετε με  ένα χρώμα  κάθε μια από τις Θεσσαλικές πόλεις, με τι χρώματα θα τις βάφατε;

«Αυτό είναι πολύ προκλητικό που μου λέτε και ωραίο. Ξεκινάω με τα Τρίκαλα. Θα έλεγα ότι είναι το ζωογόνο πράσινο. Για την Καρδίτσα θα έλεγα το γήινο κίτρινο. Για την Λάρισα το απαστράπτων λευκό. Σας τα  λέω όπως γράφονται στην συνείδησή μου και για τον Βόλο θα έλεγα ότι είναι το μπλε του Κοβαλτίου».

*** Γιατί;

«Το πράσινο στα Τρίκαλα λόγω των ανθρώπων και του περιβάλλοντος, του πολύ πράσινου που είναι πηγή ζωής. Το κίτρινο στην Καρδίτσα επειδή είναι το χρώμα που έχει σχέση με τον κάμπο, το απαστράπτων λευκό στην Λάρισα από την ακτινοβολία που βγάζουν τα κτίρια και οι άνθρωποι και το μπλε του κοβαλτίου στο Βόλο επειδή είναι χρώμα ξεχωριστό και ο Βόλος είναι η γενέτειρά μου».

*** Σας αρέσουν τα γλυκά;

«Ποιο πολύ είμαι υπέρ των καυτερών».

*** Από τα φαγητά, ποιο αγαπάτε;

«Λόγω της καταγωγής μου είμαι λάτρης και οπαδός των ψαριών»

*** Αν, λοιπόν, οι Θεσσαλικές πόλεις ήταν ψάρια, τι ψάρια θα ήταν;

«Τα Τρίκαλα θα ήταν ένα ψάρι παχύ για σούπα. Κέφαλος. Η Καρδίτσα, τηγανιτά

μπακαλιαράκια. Η Λάρισα… ωχ δύσκολο είναι (μετά από αρκετή σκέψη), η Λάρισα θα ήταν γαύρος και ο Βόλος, λιθρίνι».

*** Γιατί;

«Από το παχύ ψάρι βγαίνει η νοστιμιά. Μπακαλιαράκια τηγανητά  γιατί οι Καρδιτσιώτες έχουν πολύ ενδιαφέρον χαρακτήρα, θερμό χαρακτήρα όπως το θερμό του εδάφους τους,  η Λάρισα γαύρος,  γιατί ο τηγανιτός γαύρος μου θυμίζει πάντοτε πολύ ωραία παρέα, ωραίους ανθρώπους, καλοκαιράκι  και  καύσωνα. Ο Βόλος,  λιθρίνι, γιατί είναι το αγαπημένο μου ψάρι».

Χορεύετε;

«Να το κάνουμε σε παρελθοντικό χρόνο. Χόρευα».

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας χορός;

«Δεν έχω καταφέρει ποτέ να μάθω αλλά μου άρεσε πάρα πολύ να βλέπω χασάπικο,

νομίζω όμως πως χόρευα καλά ζεϊμπέκικο».

*** Χασάπικο ποια πόλη της Θεσσαλίας θα μπορούσε να είναι;

«Όλες. Θα μου άρεσε πάρα πολύ να έβλεπα ένα χασάπικο από τέσσερις άντρες Θεσσαλούς. Έναν Λαρισαίο, έναν Βολιώτη, έναν Καρδιτσιώτη και έναν Τρικαλινό».

*** Κύριε, Ακρίβο, σας ευχαριστώ πολύ.

«Τι τρομερές ερωτήσεις! Και εγώ σας ευχαριστώ πολύ, ήταν συναρπαστικές οι ερωτήσεις σας».