Κυριακή 18.08.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Η μείωση μη μισθολογικού κόστους μπορεί να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 7 δισ.

22.12.2018

Πάνω από 10 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε. ήταν το 2017 το μη μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα, επισημαίνει σε ειδικό κεφάλαιο η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, επιβεβαιώνοντας την υπέρμετρη επιβάρυνση από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές για εργαζόμενους και εργοδότες. Η τράπεζα μάλιστα επεξεργάσθηκε υπόδειγμα, σύμφωνα με το οποίο αν μειωθούν οι συντελεστές ασφαλιστικών εισφορών τόσο για τους εργαζόμενους, όσο και για τους εργοδότες, καθώς και ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος μισθωτής εργασίας κατά μία μονάδα ο καθένας, το ΑΕΠ θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 1,32 ποσοστιαίες μονάδες το 2019 σε σχέση με το 2018, με την αύξηση να διαμορφώνεται σε 1,97 ποσοστιαίες μονάδες το 2020 και στις 2,31 ποσοστιαίες μονάδες το 2021 και σωρευτικά, μακροχρόνια, στις 3,51 ποσοστιαίες μονάδες ή 7 δισ. ευρώ.

«Κύριο εύρημα της ανάλυσης είναι ότι μια μόνιμη ελάφρυνση του φορολογικού βάρους στην εργασία επιφέρει ceteris paribus μόνιμο θετικό αποτέλεσμα στην οικονομική δραστηριότητα», αναφέρεται στην έκθεση, την οποία υπέβαλε χθες στον πρόεδρο της Βουλής ο διοικητής της Τράπεζας Γιάννης Στουρνάρας.

Η έκθεση βασίζεται στα στοιχεία για τη λεγόμενη «φορολογική σφήνα» (το μη μισθολογικό κόστος της μισθωτής εργασίας ως ποσοστό των ακαθάριστων αποδοχών του εργαζομένου ή ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας) και για τον λεγόμενο τελικό (implicit) φορολογικό συντελεστή, που μετρά το μέσο φορολογικό βάρος στη μισθωτή εργασία ως ποσοστό των ακαθάριστων αποδοχών. Kαι στα δύο η επιβάρυνση στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλή. Συγκεκριμένα, ο φόρος προσωπικού εισοδήματος από εργασία και οι ασφαλιστικές εισφορές για ένα τυπικό νοικοκυριό αναλογούσαν το 2017 στο 23,7% των ακαθάριστων αποδοχών ή στο 39% του συνολικού κόστους εργασίας σε σύγκριση με 14% και 26,1% αντίστοιχα για τον ΟΟΣΑ. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η κύρια συνιστώσα της επιβάρυνσης δεν είναι τόσο η φορολογία εισοδήματος όσο οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζομένου. Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά τον τελικό (implicit) φορολογικό συντελεστή, το 2016 ήταν στην Ελλάδα 41% έναντι 36,1% στην Ε.Ε.-28 και 38,4% στην Ε.Ζ.-19.

Οπως επισημαίνουν οι αναλυτές, μια μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας μειώνει το μέσο κόστος παραγωγής και συνακόλουθα τις τιμές των προϊόντων, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και των επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές, αυξάνοντας τα κέρδη, την παραγωγή και τη ζήτηση εργασίας εκ μέρους τους και ενισχύοντας τα κίνητρά τους για επενδύσεις. Για τους εργαζόμενους αυξάνεται ο καθαρός μισθός, η κατανάλωση και το κίνητρο για προσφορά εργασίας.

Το υπόδειγμα που επεξεργάσθηκε η τράπεζα δείχνει ότι μακροχρόνια μια μείωση του συντελεστή ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων κατά 1 μονάδα ενισχύει το ΑΕΠ κατά 1,36 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αντίστοιχα μια μείωση του συντελεστή των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών κατά μία μονάδα το ενισχύει κατά 0,82 ποσοστιαίες μονάδες. Αν μειωθούν οι δύο παραπάνω και ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος κατά 1 μονάδα το ΑΕΠ θα ενισχυθεί μακροπρόθεσμα κατά 3,51 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αν προστεθεί σε αυτά η υλοποίηση διαρθρωτικών δημοσιονομικών μέτρων (για τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης), το όφελος θα φτάσει τις 4,38 ποσοστιαίες μονάδες.

Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, βραχυπρόθεσμα επιβαρύνεται το αποτέλεσμα (κατά 0,66% του ΑΕΠ το 2019, αν μειωθούν και οι τρεις συντελεστές κατά μία μονάδα), αλλά μακροπρόθεσμα το αποτέλεσμα είναι θετικό (κατά 0,23% του ΑΕΠ). Μάλιστα, μια μείωση μόνο των εργοδοτικών εισφορών έχει μικρή αρνητική επίδραση ακόμη και βραχυχρόνια (-0,06% του ΑΕΠ το 2019). Επιπλέον, η επιβάρυνση μειώνεται αν οι φορολογικές ελαφρύνσεις συνδυαστούν με διαρθρωτικά δημοσιονομικά μέτρα.

Πηγή: kathimerini.gr