Πέμπτη 21.11.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΙΜΤΣΑΣ: ΤΟ ΜΑΥΡΙΣΜΑ

22.09.2019

Ένα  φθινοπωρινό αφήγημα , που μπορεί να είναι και αληθινό.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΙΜΤΣΑΣ

Τον ξαναείδαν στην  πιάτσα  στο τέλος του Σεπτέμβρη. Πάνω από  τέσσερεις μήνες χαμένος. Λίγο αδύνατος, αλλά σφιχτοδεμένος και κατάμαυρος
Στην γνωστή καφετέρια είχαν αράξει  όπως πάντα . Το τραπέζι ήταν  γεμάτο από καφέδες . Παρήγγειλε κι αυτός  διπλό εσπρέσο.
– Ρε συ ,πού είχες χαθεί; Σ’ έφαγε η δουλειά;  Και πως μαύρισες έτσι, σαν αράπης έγινες…
Ήταν ο Μάκης που ρωτούσε και που περίμενε διορισμό στο δημόσιο, γιατί είχε τελειώσει ένα ΤΕΙ  και έψαχνε για κάποιο  «μέσον»,  γιατί πίστευε πως η μόνη δουλειά που του πήγαινε ήταν σε γραφείο.
-Ποια δουλειά ;  Χόρτασα θάλασσα εφέτος,  είπε και  άφησε το βλέμμα του να παρακολουθεί αυτούς που περνούσαν στο δρόμο μπροστά του .
Η Βασούλα που περίμενε αποτελέσματα από τις εισαγωγικές και καθόταν δίπλα του, του ψιθύρισε κάποια στιγμή:
-Παρασοβάρεψες, τι  τρέχει; Δεν είσαι ο ίδιος …
Τι να της απαντούσε τώρα…
-Τίποτα ρε Βάσω, κουρασμένος είμαι και βαριέμαι …
Άλλο ήθελε να της  πει,  αλλά θα καταλάβαινε;

-Καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Αυτά είπε ο γιατρός  όταν  τελείωσαν  οι  εξετάσεις  του γέρο του.  Τέρμα η δουλειά, τουλάχιστον μέχρι να δούμε πως θα πάμε με την θεραπεία.
Σαν βόμβα έπεσαν τα λόγια του μέσα στο σπίτι. Εδώ υπάρχει χρέος, τα χωράφια θέλουν δουλειά, πως θα ζήσουν …
Ξενύχτησε δύο, τρία βράδια και στο τέλος το αποφάσισε.
-Εντάξει, θα το πάρω επάνω μου, είπε.
Μόλις είχε  τελειώσει το  στρατιωτικό και κάτι έπρεπε να κάνει. Έτσι η αλλιώς το άραγμα στην καφετέρια δεν είχε μέλλον. Την δουλειά θα την έβγαζε αυτός μαζί με τον αδελφό του  που πήγαινε ακόμα σχολείο, αλλά  μπορούσε να βοηθήσει και όταν χρειαζόταν θα έδινε και κανένα μεροκάματο στον Γιάννο τον Αλβανό. Ο γέρος  θα ήταν μόνο για συμβουλές.
Δανείστηκε κάτι από τον αδελφό του πατέρα του, υπήρχε και ένα μικρό κομπόδεμα, νοίκιασε λίγα στρέμματα δίπλα στα δικά τους και  το αποφάσισε. Καρπούζια και πεπόνια  θα έβαζε . Έλεγαν πως θα  έπιαναν καλή τιμή  εφέτος.
Δεν τον απασχολούσε η βαριά δουλειά μέσα στον ήλιο. Η αγωνία πως θα πήγαινε τον έτρωγε.
Καλή σοδειά είχαν  και ο καρπός καλός . Έδωσε σε μερικά μανάβικα, πήρε και ο έμπορος σε καλούτσικη τιμή.
Ολόκληρο το καλοκαίρι, εκεί, να φορτώνει μισόγυμνος τις καρότσες έτσι, που στο τέλος ψήθηκε  και καταμαύρισε κάτω από τον καλοκαιριάτικο ήλιο.


Και δεν ήταν  μόνο αυτό. Τα Σάββατα φόρτωνε το αγροτικό, έπαιρνε μαζί του το αδελφάκι του και τον  Γιάννο και ξεκινούσαν για την παραλία της γειτονικής πόλης. Καμιά ογδονταριά χιλιόμετρα δρόμος
Δύο τρεις φορές αργά επάνω, κάτω  στους παραλιακούς δρόμους, από μαγαζί σε μαγαζί και από γειτονιά σε γειτονιά,  και μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής είχαν ξεπουλήσει.   Άραζαν τότε  και αυτοί σε κάποια παραλία, δρόσιζαν τα ιδρωμένα κορμιά τους και μετά την έπεφταν σε κανένα ταβερνάκι για γαύρο και μπύρα.
Αρχές Σεπτέμβρη έκανε ταμείο.  Καλά είχε πάει. Ξόφλησε τα  νοίκια, τον θείο του, τα λιπάσματα, τα καύσιμα και τέτοια και ανάσανε με ανακούφιση.  Μόνο όταν πήγε στον λογιστή, σφίχτηκε η ψυχή του. Έβαλαν κάτω τους φόρους, τα χαράτσια , τον Φ.Π.Α το ΙΚΑ του Γιάννο και ότι περίσσευε ίσια, ίσια  που έφταναν για τον  χειμώνα που έρχονταν.
-Γαμώτο, τόση δουλειά, τόσος κόπος, για τόσα λίγα…
Αυτά σκέφτονταν εκεί στην καφετέρια.
-Τελικά θα μας πεις που μαύρισες έτσι δικέ μου;  Λες και σε ξέχασαν σε παραλία.  Ήταν ο Μάκης που ξαναρωτούσε.
Χαμογέλασε  με ένα χαμόγελο γεμάτο μυστήριο .
– Εκεί είναι μόνο για τους ωραίους σαν εμένα. Εσένα δεν σε σηκώνει το μέρος.
-Καλά μην μας λες, συμπλήρωσε η Βασούλα με φωνή γεμάτη σκέρτσο.
-Αχ  βρε Βασούλα, δεν μπήκες ακόμα στα βαθιά…
Αυτό ήθελε να της πει, αλλά δεν το είπε . Μόνο της χάιδεψε το χέρι λέγοντας:
-Βασούλα, τον καφέ απόψε τον κερνάω εγώ.

Christos.gim@gmail.com