Σάββατο 07.12.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Τα Τετράδια της Μάνας

20.11.2019 /

ΒΑΣΙΛΙΚΗ  ΝΗΜΑ

Τα Τετράδια της Μάνας

Αναμνήσεις από την παλιά ζωή στον Πλάτανο Τρικάλων

Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 148

Ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες από τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη). Το έγραψε η εκ Πλατάνου Τρικάλων αγρότισσα Βασιλική Νημά (1925-2013) και τίτλος του είναι «Τα Τετράδια της Μάνας», ενώ φέρει τον υπότιτλο «Αναμνήσεις από την παλιά ζωή στον Πλάτανο Τρικάλων». Το βιβλίο αυτό, που αποτελείται από 148 σελίδες σχήματος 24Χ17 εκ. και πλουτίζεται με 38 παλιές φωτογραφίες, εκδόθηκε μετά τον θάνατό της με την φροντίδα του γιου της Θεοδώρου Α. Νημά, φιλολόγου.

Ειδικότερα το βιβλίο περιλαμβάνει στην αρχή: Πρόλογο των παιδιών της (σελ. 7-8), Προλεγόμενα της δρος Αικατερίνης Πολυμέρου-Καμηλάκη, τ. Διευθύντριας του Κέντρου Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (σελ. 9-16), καθώς και 38 παλιές φωτογραφίες προσώπων που αναφέρονται στο βιβλίο.

Ακολουθεί το κύριο μέρος του βιβλίου με τα έξι (6) «Τετράδια της Μάνας», στα οποία, υπό τύπον  απομνημονευμάτων, καταγράφονται διάφορα γεγονότα και καταστάσεις από παλαιότερες εποχές στον Πλάτανο Τρικάλων, όπως πώς γλεντούσαν παλιά στο χωριό, η μεγάλη πλημμύρα του 1965, λαθραία πώληση καπνού, αλληλοαπαγωγές νέων, περιπέτειες από την εργασία της ως ελαιομαζώχτρα στην Κρήτη, αναφορά στις μεγάλες πυρκαγιές του 2007, αναμνήσεις από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατοχή, καθώς και από τον εμφύλιο πόλεμο. Πιο κάτω γίνεται περιγραφή διαφόρων αγροτικών δρώμενων και εθίμων, όπως το πώς έφτιαχναν το διασίδι για τον αργαλειό και πώς το περνούσαν, το βάψιμο των σκουτιών, τον θέρο και το αλώνισμα, τις άλλες αγροτικές εργασίες, τους αγερμούς, το πλέξιμο, τους αρραβώνες και τον γάμο. Στο Τετράδιο 5 παραθέτει πολλές ιδιωματικές λέξεις και λαϊκές εκφράσεις δίνοντας την ερμηνεία τους, σε μερικές μάλιστα και πολύ αναλυτικά, και κλείνει αυτό με περιγραφή κάποιων λαϊκών παιγνιδιών των κοριτσιών. Στο Τετράδιο 6, το τελευταίο, περιγράφει, επίσης αναλυτικά, το πώς γινόταν η μεταφορά του άχυρου στις καλύβες και πώς κατασκευάζονταν αυτές, ακολουθούν οι μεγάλες γιορτές και διάφορα άλλα έθιμα. Υπάρχουν ακόμα και κάποιες ημερολογιακές καταγραφές σημαντικών, για εκείνη, γεγονότων.

Το βιβλίο περιλαμβάνει και ένα χρήσιμο Γλωσσάριο (σελ. 135-148), το οποίο συνέταξε ο  Θεόδωρος Νημάς.

Στον Πρόλογο των παιδιών της (Θόδωρου, Ελένης και Βασίλη), μεταξύ άλλων, σημειώνονται:

«Αν και ήταν άριστη μαθήτρια στο δημοτικό σχολείο, δεν συνέχισε στο γυμνάσιο, όπως άλλωστε γινόταν την εποχή εκείνη με τα κορίτσια που ζούσαν σε χωριά. Ωρίμασε στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Βίωσε, όπως κάθε αγρότισσα, τη σκληρότητα της γεωργικής ζωής αλλά και την απλότητα και τις χαρές της μικρής κλειστής κοινωνίας του χωριού με τα όμορφα πανάρχαια ήθη και έθιμά του, των οποίων υπήρξε ενεργή και πιστή φορέας. Έπλενε στη σκάφη, «πάστρευε» το σπίτι και τις αυλές, θέριζε και αλώνιζε, κουβαλούσε άχυρο, φύτευε, σκάλιζε, μάζευε και αρμάθιαζε καπνό, έσπερνε, μάζευε και “στουμπούσε” νύχτα καλαμπόκι, ύφαινε, μπάλωνε, έδινε τροφή στα ζώα κι είχε έναν σωρό άλλες φροντίδες έξω και μέσα στο σπίτι.

Η μάνα μας ανήκε σε μια γενιά που έζησε στο μεταίχμιο των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών του εικοστού αιώνα. Φεύγοντας τα μέλη αυτής της γενιάς ένα ένα, φορείς καθώς ήταν ενός πολιτισμού που έσβησε σιγά σιγά, πήραν μαζί τους όλα τα υπέροχα μυστικά του. Πήραν τα ήθη και τα έθιμα, τα δημοτικά τραγούδια, τους χορούς, τα λαϊκά παραμύθια. Πήραν την τεχνογνωσία της παραδοσιακής γεωργίας και της οικοτεχνίας, τις ζεστές ανθρώπινες σχέσεις, την απλότητα και τη λιτότητα του βίου τους. Στα τελευταία της η μάνα μας βίωσε έναν διχασμό ανάμεσα στα “παλιά” που έφευγαν και στα καινούργια που έμπαιναν καταιγιστικά και απρόσκλητα στο σπίτι της μέσα από το κουτί της τηλεόρασης. Πονούσε για τα παλιά που χάνονταν και μπερδευόταν με τα καινούργια. Και δεν τα πήρε όλα τα “παλιά” μαζί της. Μας τα άφησε γραμμένα, ως ευχάριστη έκπληξη, σε έξι τετράδια. Εκεί, σ’ αυτά τα τετράδια, καταχωρεί τις αναμνήσεις, τα βιώματα και τις εμπειρίες της παλιάς ζωής του χωριού της».

Η λαογράφος κ. Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, στα Προλεγόμενά της, επισημαίνει:

«Πήρε, λοιπόν, έστω και αργά, χαρτί και μολύβι κι αποφάσισε, όταν πια “ελευθερώθηκε” από τις υποχρεώσεις της, να ιστορήσει τη ζωή της, έτσι απλά, όπως την έζησε, για να μαθαίνουν τα παιδιά και τα εγγόνια της, κυρίως αυτά, που μεγάλωσαν αλλιώς, πώς ήταν κάποτε ο κόσμος. […] Κι έτσι η Βασιλική, Κούλα για τους δικούς της και τους συγχωριανούς της, χάραξε πάνω στο χαρτί την διαδρομή της (1925-2013), τα 88 χρόνια μιας πολύ δύσκολης αλλά δημιουργικής ζωής, επιστρατεύοντας την ακμαία μνήμη της, που αντιστάθηκε, μιας και τα πόδια της, η μέση της την πρόδωσαν. Έγραψε απλά, όπως πίνουμε το νερό για να ξεδιψάσουμε, χωρίς επίθετα, που ψευτίζουν το κείμενο, αυστηρά […].  Ήρθε καιρός και ο δρ Θεόδωρος Νημάς, αγαπημένος φίλος, αφού ξεπέρασε τον συγκλονισμό της απώλειας της ΜΑΝΑΣ, έπιασε τα τετράδιά της, τα κανάκεψε με την αγάπη του γιου και με την πλούσια φιλολογική και εκδοτική εμπειρία του τα αντέγραψε, τα διόρθωσε, τα υπομνημάτισε, συνέταξε κι ένα αναλυτικό Γλωσσάριο με τις ιδιωματικές θεσσαλικές λέξεις και τα παρέδωσε στον τυπογράφο. Τον ευχαριστώ που σκέφτηκε να μοιραστεί μαζί μου την γνήσια λαϊκή αύρα των κειμένων της. […]

Αυτόν ακριβώς τον τύπο της γυναίκας περιγράφει ο Βλάσης Γαβριηλίδης, που επισκέφθηκε τη Θεσσαλία στα τέλη του 19ου αιώνα: “Η Ρουμελιώτισσα, η Θεσσαλίς εις τα βαρέα της Δήμητρος έργα δυνάμεθα να είπωμεν ότι και υπερβάλλουν τους άνδρας… Αι γυναίκες κάμνουν χωράφι, θερίζουν τους αγρούς και δεματίζουν στάχεις. Συχνά χρησιμεύουν ως ιπποκόμοι. Συχνότατα κόβουν ξύλα…”.

Ο Θεόδωρος Νημάς παραδίδοντας αυτό το βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό γνωρίζει πολύ καλά ότι θα είναι πολλαπλώς χρήσιμο στους λαογράφους, στους ανθρωπολόγους αλλά και στους ιστορικούς. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η τοπική ιστορία, πέρα από τις θεωρίες της ιστοριογραφίας, καθώς αφορά τη συλλογική κοινωνική μνήμη, στηρίχθηκε κατ’ εξοχήν στην προφορική παράδοση, μέσα από την οποία μεταβιβάζονται γνώσεις και νοήματα από τη μια γενιά στην άλλη, όπως αυτά καταγράφονται από τη λαογραφία, πολύ πριν αυτή αποκτήσει επιστημονική οντότητα».

Την επεξεργασία και σελιδοποίηση του κειμένου έκανε η Ιωάννα Κ. Κορδαλή, ενώ το εξώφυλλο φιλοτέχνησε η Ελευθερία Κεφαλοπούλου. Διατίθεται στα βιβλιοπωλεία.