Δευτέρα 16.09.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ταχύτερη μείωση κόκκινων δανείων ζητεί η ΤτΕ

24.12.2018


Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι υψηλό ποσοστό των δανείων που είχαν ρυθμιστεί στο παρελθόν εμφάνισε και πάλι καθυστέρηση.

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει η ΤτΕ όσον αφορά τη διαχείριση των κόκκινων δανείων, καθώς, παρότι ο ρυθμός μείωσης βελτιώνεται, δεν είναι ικανός ώστε να επιτευχθεί σύντομα σημαντική αποκλιμάκωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), που στο τέλος του εννεαμήνου διαμορφώθηκαν στα 84,7 δισ. ευρώ. Στην έκθεσή της, η Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ως βασικά προβλήματα του τραπεζικού συστήματος:

• Την αδύναμη κερδοφορία του λόγω της μείωσης των τραπεζικών εργασιών, που μεταφράζεται σε ζημίες μετά τον υπολογισμό των φόρων και το μη συνυπολογισμό των έκτακτων εσόδων.

• Την αναποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων, όπως αυτή αποτυπώνεται στις χαμηλές εισπράξεις από την ενεργητική διαχείριση των κόκκινων δανείων.

• Τον χαμηλό ρυθμό μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που δεν οδηγεί σύντομα στην ουσιαστική αποκλιμάκωση των υπολοίπων των NPEs.

Στη βάση αυτή η ΤτΕ προειδοποιεί ότι θα πρέπει να εξεταστούν και άλλες λύσεις που θα διευκόλυναν την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών και τη μεταφορά των NPEs σε άλλες οντότητες, παραπέμποντας στην πρόταση που έχει υποβάλει για τη μείωση των NPEs κατά 40 δισ. ευρώ με τη χρήση αναβαλλόμενου φόρου ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Προειδοποιώντας ότι η εφαρμογή οποιασδήποτε πρότασης απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, έτσι ώστε «να μη δημιουργηθούν πρόσθετοι δημοσιονομικοί κίνδυνοι και αφού έχουν ληφθεί υπόψη ενδεχόμενες επιπτώσεις στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών», διαφοροποιεί την πρότασή της σε σχέση με τη λύση που έχει προτείνει το ΤΧΣ, που προϋποθέτει την παροχή εγγυήσεων από την πλευρά του Δημοσίου και ενδεχομένως οδηγήσει σε δημοσιονομική επιβάρυνση.

Αναλυτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία στην έκθεση της ΤτΕ, η μείωση των NPEs σε επίπεδο εννεαμήνου φθάνει τα 9,7 δισ. ευρώ και οφείλεται κυρίως σε διαγραφές ύψους 4,4 δισ. ευρώ και πωλήσεις ύψους 5,2 δισ. ευρώ. Οπως επισημαίνει η ΤτΕ, το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του εννεαμήνου του 2018, χρονιά κατά την οποία τόσο το οικονομικό όσο και το θεσμικό περιβάλλον έχει βελτιωθεί σημαντικά, τα νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που δημιουργήθηκαν υπερέβησαν τις πιστώσεις που είχαν παρουσιάσει καθυστέρηση στο παρελθόν αλλά άρχισαν και πάλι να εξυπηρετούνται, αποτελεί ανησυχητική ένδειξη. Αν και σε επίπεδο τρίτου τριμήνου οι επιδόσεις είναι καλύτερες και τα NPEs μειώθηκαν κατά 1,9 δισ. ευρώ περισσότερο από τον στόχο, η διατήρηση σε υψηλά επίπεδα των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων δείχνει ότι η επάνοδος σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης δεν αποτυπώνεται και στην ικανότητα ή στη διάθεση αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων που έχουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Εξίσου ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι υψηλό παραμένει το ποσοστό των δανείων που είχαν ρυθμιστεί στο παρελθόν, αλλά εμφάνισαν και πάλι καθυστέρηση, με συνέπεια οι εισπράξεις που έχουν οι τράπεζες από τις ρυθμίσεις δανείων να είναι περιορισμένες. Τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες πραγματοποιούν κυρίως μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, σε αντιδιαστολή με τις βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις που κυριάρχησαν τα πρώτα χρόνια της κρίσης (π.χ. μείωση της δόσης για ένα, δύο ή τρία χρόνια), αλλά, όπως παρατηρεί η ΤτΕ, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων επιλέγεται η λύση της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και μόνο σπανιότερα της μείωσης του επιτοκίου και του διαχωρισμού του υπολοίπου οφειλής (split balance).

Να σημειωθεί ότι, με τη λύση αυτή, η οφειλή διαχωρίζεται σε δύο τμήματα: (α) το τμήμα του δανείου που ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει με βάση την υφιστάμενη ικανότητα αποπληρωμής του και (β) το υπόλοιπο τμήμα του δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση (π.χ. «κούρεμα»), η οποία συμφωνείται εξαρχής από τα δύο μέρη. Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2018, το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που συνδεόταν με ρυθμίσεις, ανερχόταν σε 31,9 δισ. ευρώ, ενώ εάν προστεθούν και αυτά που εξυπηρετούνται κανονικά, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που έχουν ρυθμιστεί μέχρι σήμερα ανέρχεται σε 48,5 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ένα στα δύο δάνεια που έχουν «κοκκινίσει» έχει προηγουμένως ρυθμιστεί.

Πηγή: kathimerini.gr