Πέμπτη 01.10.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Σ. Μνούτσιν: «Η ελληνική κρίση είναι κατά βάση ευρωπαϊκό πρόβλημα»

24.02.2017


Ο νέος υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν συνομίλησε την Τρίτη με την Κριστίν Λαγκάρντ, ενώ πρόσφατα είχε συνομιλία με τον Ελληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.

Η οικονομική κρίση της Ελλάδας είναι «βασικά πρόβλημα της Ευρώπης», είπε χθες ο νέος υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Στίβεν Μνούτσιν, σε συνέντευξή του στη Wall Street Journal, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις που υπήρχαν ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα ενισχύσει τη σκληρή γραμμή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και δεν θα ενθαρρύνει την περαιτέρω συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.

Την ίδια ώρα, ο εκπρόσωπος Τύπου του Ταμείου Τζέρι Ράις διευκρίνιζε ότι για να επιστρέψει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, απαιτείται, εκτός από τις μεταρρυθμίσεις, προκαταβολική «αξιόπιστη δέσμευση για συγκεκριμένα μέτρα ανακούφισης του χρέους», έστω κι αν αυτά εφαρμοστούν αργότερα.

Το σκέλος του χρέους είναι εξίσου σημαντικό με το σκέλος των μεταρρυθμίσεων τόνισε ο Ράις, θέλοντας να διαλύσει εντυπώσεις που δημιούργησαν οι προχθεσινές δηλώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ, μετά τη συνάντησή της με την Αγκελα Μέρκελ, ότι ίσως το Ταμείο βάζει στην άκρη τις απαιτήσεις του για ρύθμιση του χρέους και απαιτεί πλέον μόνο μεταρρυθμίσεις απ’ την Ελλάδα.

Μάλιστα, πρόσθεσε ότι το ΔΝΤ αναμένει να γίνει συζήτηση για το χρέος σε συνέχεια των συζητήσεων για τις μεταρρυθμίσεις. Και τα δύο αυτά σκέλη, χρέος και μεταρρυθμίσεις, πρέπει να ικανοποιούνται προτού διατυπωθεί εισήγηση για συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.

Η παρέμβαση Μνούτσιν χθες φώτισε την εικόνα περισσότερο. Ο Αμερικανός υπουργός έστειλε σήμα ότι οι ΗΠΑ δεν θα διευκολύνουν την τάση στο ΔΝΤ, που εκπροσωπείται κυρίως από τους Ευρωπαίους και θέλει τη συμμετοχή του Ταμείου πάση θυσία στο ελληνικό πρόγραμμα, έστω κι αν τα νούμερα για το χρέος δεν βγαίνουν, όπως λένε οι αναλυτές του.

Ετσι, εκτιμάται ότι το Ταμείο θα ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στη Γερμανία για ελάφρυνση του χρέους, αλλά αν αυτή η πίεση δεν ευοδωθεί – πράγμα πιθανό, ενόψει και των γερμανικών εκλογών, ίσως να μη συμμετάσχει στο πρόγραμμα. Η τελευταία εκδοχή δεν θα είναι χωρίς επιπλοκές, παρότι εκ πρώτης όψεως μια απομάκρυνση του Ταμείου μπορεί να φαίνεται επιθυμητή. Κι αυτό γιατί οι κυβερνήσεις τόσο της Γερμανίας όσο και της Ολλανδίας έχουν δεσμευθεί έναντι των κοινοβουλίων τους ότι δεν θα προχωρήσουν σε περαιτέρω εκταμιεύσεις για το ελληνικό πρόγραμμα, αν δεν συμμετάσχει εν τω μεταξύ το ΔΝΤ.

Εξάλλου, η κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να αποφύγει τα σκληρά μέτρα που υπαγόρευσε μεν το ΔΝΤ, αλλά αποδέχθηκε στη συνέχεια και το Eurogroup.

Μια ενδιάμεση λύση, με συνέχιση της σημερινής μορφής συμμετοχής του ΔΝΤ, ως τεχνικού συμβούλου, είναι πιθανή, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιήσει τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια.

Ο κ. Μνούτσιν συνομίλησε την Τρίτη με την Κριστίν Λαγκάρντ, είπε ο Τζ. Ράις χθες, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την πληροφορία ότι είχε επίσης πρόσφατα συνομιλία με τον Ελληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομικό διπλωμάτη της κυβέρνησης Ομπάμα, τον οποίο επικαλείται η Wall Street Journal, Νέιθαν Σιτς, το ΔΝΤ δεν αναμένεται να εκταμιεύσει κεφάλαια για την Ελλάδα στο ορατό μέλλον, καθώς η Γερμανία, λόγω εκλογών, δεν προβλέπεται να προχωρήσει στην ελάφρυνση χρέους που θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Σε μία ακόμη σχετική εξέλιξη, εξάλλου, χθες δόθηκε στη δημοσιότητα σημείωμα του Ταμείου για το θέμα της αντιμετώπισης του δημοσίου χρέους, στο οποίο γίνεται ειδική αναφορά στην Ελλάδα, ως μιας χώρας στην οποία το κριτήριο βιωσιμότητας χρέους δεν είναι το απόλυτο ύψος του, αλλά το κόστος εξυπηρέτησής του. Ετσι, δεν απαιτείται «κούρεμα», αλλά επέκταση των ωριμάνσεων και μείωση των επιτοκίων.

Οι συγγραφείς, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Πόουλ Τόμσεν και ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου Μορίς Ομπστφελντ, διατυπώνουν, εξάλλου, την άποψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι σκόπιμο η ελάφρυνση του χρέους να χορηγείται υπό τον όρο της εφαρμογής ενός προγράμματος. Αν και εδώ δεν αναφέρεται ειδικά η Ελλάδα, σημειώνεται ότι κάτι τέτοιο συνιστάται σε περιπτώσεις όπου «υπάρχουν ανησυχίες σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις του ενδιαφερόμενου κράτους στην οικονομική προσαρμογή».

Πηγή: kathimerini.gr