Δευτέρα 16.09.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Συνταξιούχοι πρωταγωνιστές, ερήμην τους, σε δικαστικό θρίλερ

04.03.2019

Σε ένα ιδιότυπο δικαστικό θρίλερ εξελίσσεται η υπόθεση των αναδρομικών για εκατομμύρια συνταξιούχους, με τα διεκδικούμενα ποσά που ποικίλλουν ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και την περίοδο διεκδίκησης, να εκτινάσσουν το πιθανό δημοσιονομικό κόστος σε περίπου 4,2 δισ. ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, περισσότερες από 50 δικαστικές αποφάσεις πρωτοδικείων έχουν εκδοθεί επί προσφυγών συνταξιούχων για τις παράνομες περικοπές του 2012, οι οποίες δικαιώνουν τους προσφεύγοντες. Μάλιστα, δικηγόροι εκτιμούν πως συνολικά υπάρχουν πάνω από 80 αποφάσεις, ενώ αναφέρουν πως έχουν αρχίσει να εκδίδονται και οι πρώτες εφετειακές αποφάσεις, κυρίως επί προσφυγών που είχαν κατατεθεί πριν από τον Ιούνιο του 2015. Τα φώτα έχουν στραφεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), που καλείται να λύσει τον γόρδιο δεσμό του νόμου Κατρούγκαλου, όμως δεν είναι λίγοι οι νομικοί που εκτιμούν ότι μπορεί η αναμενόμενη απόφαση (που έχει καθυστερήσει σημαντικά) να μην απαντήσει τελικά στον γρίφο των αναδρομικών, κάτι που σημαίνει πως η τελική λύση θα πρέπει να αναμένεται όταν τελικά οι σημερινές πρωτόδικες αποφάσεις φτάσουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Δυνητικά, τα αναδρομικά αφορούν τη μεγάλη πλειονότητα των συνταξιούχων. Συνταξιούχοι με εισόδημα από κύριες, επικουρικές και μερίσματα κάτω από 1.000 ευρώ μεικτά το 2012, μπορούν να διεκδικήσουν μόνο τα «ψαλιδισμένα» από το 2010 δώρα και τις περικοπές στην επικουρική. Επίσης, συνταξιούχοι με εισόδημα από κύριες, επικουρικές και μερίσματα πάνω από 1.000 ευρώ μεικτά, μπορούν να διεκδικήσουν τα «ψαλιδισμένα» δώρα (όσοι δεν τα έχασαν από το 2010), τις απώλειες 5%-20% στο άθροισμα κύριας και επικουρικής, τις «έξτρα» μειώσεις στην επικουρική, και το πρόσθετο «ψαλίδι» 12% για όσους λάμβαναν μηνιαία σύνταξη άνω των 1.300 ευρώ.

Υπό αμφισβήτηση είναι βέβαια και το χρονικό διάστημα διεκδίκησης. Η πάγια θέση του υπουργείου Εργασίας είναι πως για την περίοδο μετά το 2015 η κυβέρνηση συμμορφώθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μέσα από τον νόμο Κατρούγκαλου, ο οποίος οδήγησε στον επανυπολογισμό όλων των παλαιών συντάξεων. Εγκριτοι νομικοί υποστηρίζουν πως το χρονικό διάστημα των 10 μηνών ανάμεσα στην απόφαση του ΣτΕ (Ιούνιος 2015) και την ψήφιση του νόμου Κατρούγκαλου (Μάιος 2016) φαίνεται η πλέον «ακάλυπτη» περίοδος. Κι αυτό επειδή στον νόμο Κατρούγκαλου υπάρχει ειδική ρήτρα, η οποία αναφέρει πως μέχρι 31/12/2018 οι συντάξεις καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί στις 31/12/2014, δηλαδή πριν από την απόφαση του ΣτΕ τον Ιούνιο του 2015. Με τη διατύπωση αυτή επιχειρείται να καλυφθεί η περίοδος έως και τον Δεκέμβριο του 2018, καθώς ο επανυπολογισμός των συντάξεων ξεκινά τον Ιανουάριο του 2019. Ολες αυτές οι νομικές ερμηνείες μένουν βέβαια να κριθούν στο ΣτΕ.

Ενα από τα ζητήματα που απασχολούν εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχων είναι τι ισχύει με τις αιτήσεις που έχουν υποβάλει –ή δεν έχουν– προς τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών). Οι νομικοί εξηγούν πως η υποβολή αίτησης θεωρείται όχληση και διακόπτει την παραγραφή των αξιώσεων. Συνεπώς δίνει χρόνο στον συνταξιούχο να αποφασίσει εάν θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη ή όχι. Υπάρχουν, μάλιστα, δικηγόροι που υποστηρίζουν πως για να έχει η αίτηση διακοπτική ισχύ της παραγραφής πρέπει να περιλαμβάνει αναλυτικά τα διεκδικούμενα ποσά. Ολοι, όμως, ξεκαθαρίζουν πως οι αιτήσεις δεν αποτελούν ένδικο μέσο και δεν γεννούν νομική υποχρέωση επιστροφής ποσών.

Βάσει νόμου, για τους συνταξιούχους η παραγραφή αξιώσεων είναι 5ετής. Με την υποβολή της αίτησης, μάλιστα, η παραγραφή διακόπτεται. Αν το Ταμείο δεν απαντήσει εντός 6μήνου, τεκμαίρεται σιωπηρή άρνηση της αξίωσης. Επειτα από αυτό το 6μηνο ξεκινά νέα 5ετία εντός της οποίας ο συνταξιούχος μπορεί οποτεδήποτε να υποβάλει αγωγή στα διοικητικά δικαστήρια, διεκδικώντας τα ποσά που εμπίπτουν στην πρώτη 5ετία (την οποία διέκοψε με την αίτησή του). Κάποιοι νομικοί, βέβαια, εκτιμούν πως για τους συνταξιούχους του Δημοσίου υπάρχουν νομικές απόψεις που τοποθετούν την παραγραφή στη 2ετία, δεδομένου ότι για τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους η παραγραφή είναι 2ετής.

Προσοχή όμως. Οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι είναι πιθανότερο να υπάρξει κάποια πολιτική λύση, παρά να αναμένεται η δικαστική. Σημειώνουν, μάλιστα, ότι οι αγωγές που υποβάλλονται σήμερα το πιθανότερο είναι να εκδικαστούν σε περίπου τρία χρόνια πρωτόδικα, εκτός κι αν υποβληθεί αίτησης προτίμησης για λόγους υγείας κ.ά. Ακολούθως θα πρέπει να προστεθούν και 2 χρόνια για το εφετείο, δεδομένου ότι ο ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ εξαντλούν, ως οφείλουν από τη νομοθεσία, τα ένδικα μέσα. Από τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα οι αγωγές υποβάλλονται στα Διοικητικά Πρωτοδικεία, ενώ του Δημοσίου στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Προεκλογικό παράθυρο για δώρα στο Δημόσιο



Η Κομισιόν στην πρόσφατη έκθεσή της αναφέρει πως η δυνητική αποκατάσταση των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους, η οποία μένει να αποφασιστεί ακόμη από το ΣτΕ, δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. ΑΠΕ

 

Στην προεκλογική φαρέτρα της κυβέρνησης τίθεται ακόμη και το θέμα των αναδρομικών, παρότι μέχρι πρότινος κυβερνητικά στελέχη διεμήνυαν ότι το κόστος όχι μόνο είναι απαγορευτικό, αλλά και επικίνδυνο για τη δημοσιονομική «ισορροπία τρόμου», για την οποία έχει δεσμευθεί η κυβέρνηση.

Η Κομισιόν στην πρόσφατη έκθεσή της αναφέρει πως η δυνητική αποκατάσταση των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους, η οποία μένει να αποφασιστεί ακόμη από το ΣτΕ, δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Τα δώρα αυτά, συνολικού ύψους περίπου 1.000 ευρώ κατ’ άτομο ετησίως, καταργήθηκαν από το 2013. Εκτοτε, πολλά δικαστήρια έκριναν ότι η κατάργησή τους ήταν παράνομη. Τον Δεκέμβριο του 2018, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εξάλειψή τους ήταν αντισυνταγματική, αλλά δεδομένης της μεγάλης σημασίας της υπόθεσης, θα διευθετηθεί από την Ολομέλεια του ΣτΕ.

Η απόφαση είναι πιθανό να ληφθεί το 2019, σημειώνεται στην έκθεση. Ο κίνδυνος μιας απόφασης υπέρ της αντισυνταγματικότητας είναι σημαντικός, τονίζεται. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται σε 1,3% του ΑΕΠ, εκ των οποίων το 1,1% αφορά τα αναδρομικά, με την προϋπόθεση ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα έχουν δικαίωμα να λάβουν τα αναδρομικά. Το κόστος της επαναφοράς των δώρων θα ανερχόταν σε 0,2% του ΑΕΠ ετησίως.

Βέβαια, όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, πληθαίνουν οι δηλώσεις υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών περί κάλυψης των αδικιών «ανεξαρτήτως των αποφάσεων του ΣτΕ, εφόσον υπάρχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια». Στην πράξη, η κυβέρνηση κλείνει το μάτι κυρίως στους δημοσίους υπαλλήλους για έναν ενδεχόμενο νέο γύρο επιστροφής αναδρομικών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πρόσφατη δήλωση του υφυπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσου Πετρόπουλου, ότι η κυβέρνηση θα καταβάλει τα ποσά «που είναι να καταβάλει, στον βαθμό που έχουμε τα δημοσιονομικά περιθώρια». Μάλιστα, ο υφυπουργός συμπλήρωσε πως δεν περιμένουν δικαστικές αποφάσεις για να κάνουν τη διορθωτική πολιτική που χρειάζεται, για να σβήσουν τα προβλήματα που από το παρελθόν προέκυψαν…

Οι δηλώσεις έρχονται να προστεθούν σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες έχει γίνει ήδη ένας πρώτος γύρος συζητήσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους θεσμούς αναφορικά με τη «μεταχείριση» τυχόν δικαστικών αποφάσεων για αναδρομικά. Στις συζητήσεις αυτές, έχει τεθεί η πρόταση να μη μετρήσει στο πρωτογενές πλεόνασμα τυχόν εφάπαξ κόστος το οποίο προέρχεται από εξωγενείς παράγοντες, όπως μπορεί να θεωρηθούν ενδεχόμενες αποφάσεις του ΣτΕ.

Στην έκθεσή της η Κομισιόν πάντως ανέφερε πως στον βαθμό που προκύψουν δικαστικές αποφάσεις για αναγκαστική χορήγηση αναδρομικών, θα πρέπει να ληφθούν ισοδύναμα μέτρα από τους ίδιους τομείς πολιτικής, δείχνοντας προς την κατεύθυνση μισθών και συντάξεων, ώστε να μη διαταραχθεί ο στόχος για πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ.

Βέβαια, και παρά τις ελπίδες που αφήνει η κυβέρνηση για εσωτερική κατανάλωση και κυρίως όσον αφορά τα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων, στην έκθεση αποκαλύπτεται επίσης ότι προς τους ξένους εταίρους και κυρίως για τις συντάξεις δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Συγκεκριμένα, εκτιμά πως μόνο 121 συνταξιούχοι δικαιούνται τα αναδρομικά και μόνο για τα δύο έτη 2013-2014. Επαναλαμβάνει τη θέση ότι ο νόμος Κατρούγκαλου εφαρμόζοντας τις 2287-2290/2015 αποφάσεις του ΣτΕ, «εξάλειψε» τα δώρα και «θεράπευσε» τις αντισυνταγματικότητες και πως η μόνη σοβαρή «εκκρεμότητα» που απομένει είναι η απόφαση του ΣτΕ για τη συνταγματικότητα ή μη του επανυπολογισμού των παλαιών (πριν από τις 13-5-2016) και των νέων συντάξεων ως προς το ποσοστό αναπλήρωσης.

Πηγή: kathimerini.gr