Δευτέρα 19.10.2020 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Συγγραφικές εργολαβίες

09.06.2020 /

Ένα πολύπλοκο φαινόμενο που μαστίζει τον λογοτεχνικό χώρο εδώ και χρόνια και αφορά στην έκπτωση των αξιών στη νεοελληνική πραγματικότητα είναι η πεζογραφική ένδεια. Σε τούτον τον τόπο που κατοικείται από λαό νοοτροπίας και όχι Παιδείας και δή συστηματικής, το μυθιστόρημα ως αντιπροσωπευτικό είδος πεζού λόγου δεν ευτύχισε να δεί μεγάλες μέρες. Ως μία από τις βασικές αιτίες που ελάχιστοι αρθρώνουν πειστικό και γνήσιο μυθιστορηματικό λόγο στην Ελλάδα προκρίνω την έλλειψη συμπαγούς αστικής τάξης, που όπως πιστεύεται, δίνει το αναγκαίο φόντο για μυθιστόρημα κλασικού τύπου. Ένα καθόλου ευκαταφρόνητης έκτασης κομμάτι σε μεγάλα βιβλιοπωλεία το κατέχουν πονήματα ελληνικής λογοτεχνίας χωρίς σοβαρές μυθοπλαστικές αξιώσεις που καταφέρνουν στην καλύτερη περίπτωση να διασώζονται χάρη στον συναισθηματικό «οίστρο» των δημιουργών τους. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε στη λογοτεχνική πραγματικότητα της εποχής μας, όπου πολλοί εκδότες, με γνώμονα το εύκολο κέρδος, εξέθρεψαν ένα νέο τύπο συγγραφέων, κατάλληλων να συγκινήσουν ένα ανεκπαίδευτο αναγνωστικό κοινό.

Ο φαύλος κύκλος της μετριότητας διαμόρφωσε αναγνώστες χαμηλών απαιτήσεων οι οποίοι με τη σειρά τους ζητούν να επιβεβαιωθούν μέσα από κοντόφθαλμους λογοτέχνες, συντηρώντας έτσι μια πυώδη ατμόσφαιρα ιδεών και θεμάτων. Εκεί όπου απουσιάζουν τα μεγάλα έργα λείπει και η συνήθεια της ανάγνωσης. Έτσι το αναγνωστικό κοινό παραμένει ολιγάριθμο και χωρίς δυστυχώς τα μεγέθη εκείνα βάσει των οποίων θα μπορούσε να αξιολογήσει σοβαρές συγγραφικές προσπάθειες. Κι επειδή η αξία είναι το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τη σημερινή κοινωνία, έπρεπε να εφευρεθούν άλλα στοιχεία ικανά να προκρίνουν ένα έργο στη συνείδηση των αναγνωστών.

Η φιλοσοφία του top ten στο σύγχρονο κόσμο της εμπορευματοποίησης έπεισε μέσω μιας σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ πεζογράφου και αναγνωστικού κοινού ότι το ευπώλητο βιβλίο χρίζεται αυτόματα «εμπόρευμα υψηλής αξίας». Δημιουργήθηκαν λοιπόν συγγραφείς υποζύγια, οι οποίοι παραμένουν καθηλωμένοι στη «λογική του μαγγανοπήγαδου» στροβιλιζόμενοι αενάως σε μια προσπάθεια να αντλήσουν δημοσιότητα από τα ρηχά νερά της νεοελληνικής κοινωνίας. Το βιβλίο-πυροτέχνημα, με άλλα λόγια η λογοτεχνία (!) παραλίας, προωθείται -ενίοτε άθελα- από καλοπροαίρετους ή αδαείς δημοσιογράφους που διαιωνίζουν το κακό. Ενδεικτική των παραπάνω είναι η ευχή «καλοτάξιδο» αντί «καλοδιάβαστο» που ακολουθεί κάθε καινούργιο βιβλίο…

Έτσι όμως η ελληνική λογοτεχνία συνεχίζει να νοσεί σοβαρά πλέοντας σε πελάγη ανυποληψίας. Και εμείς απλά, θα ζούμε σε εποχή εμπορευματοποιημένης γραφής ή επί το κομψότερον «δημιουργικής», όπου η λογοτεχνία θα έχει χάσει τον ιαματικό και τον διαπλαστικό της χαρακτήρα. Το πράγμα θα γίνει χειρότερο, αν η διανόηση χάσει τελείως ή δεν ανακτήσει εκ νέου τον παρεμβατικό της ρόλο. Θα είναι έτι χειρότερο, αν η διανόηση απαρτίζεται εφεξής από ισχνές πνευματικές φυσιογνωμίες, οι οποίες χωρίς επίγνωση (ούτε λόγος για αιδώ…) θα ανησυχούν μόνο για τις πωλήσεις των βιβλίων τους. Το ευ-πώλητο δεν θα γίνει ευ-υπόληπτο, θα παραμείνει αν-υπόληπτο και η μετριότητα θα «προστατεύει» τα κεκτημένα της σε βάρος της ζωής και της Τέχνης που είναι ο ασφαλέστερος και ο πιο σίγουρος εκπολιτιστής.

Θα μου πείτε, ποιος διαθέτει χρόνο σήμερα για να διαβάσει; Και αν φιλοτιμηθεί να ανοίξει ένα βιβλίο, πόσο είναι σε θέση, να κρίνει το περιεχόμενό του, όντας φρενήρης ανικανοποίητος καταναλωτής του lifestyle και της τεχνολογίας αντί δημιουργικός αναγνώστης;…

Μαρία Αγναντή, φιλόλογος