Παρασκευή 23.08.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Πάνος Λώλος: Το εφικτό και το αναγκαίο στις εξαγωγές

26.02.2019

Η ​​ανοδική πορεία των ελληνικών εξαγωγών κατά τα τελευταία έτη (+5,3% μέσος ρυθμός αύξησης για τα έτη 2010-2017) και η ακόμη μεγαλύτερη άνοδος που σημειώθηκε πέρυσι έναντι του προηγουμένου έτους (+15,7% συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών και +10,7% εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκε ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων), χωρίς την περαιτέρω ανάλυση του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας, υποκρύπτουν δύο σημαντικά ανταγωνιστικά μειονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας. Την ισχυρή συσχέτιση των εξαγωγών με τις εισαγωγές και τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου εξαγωγών σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων.

Αντίστοιχα με την ανοδική πορεία των εξαγωγών κατά το περασμένο έτος και σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 9,5% συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών και κατά 2,9% εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, διαμορφώνοντας το εμπορικό έλλειμμα στο +1,1% και -5,6% αντίστοιχα. Δεδομένου όμως ότι τα πετρελαιοειδή αποτελούν περί το 1/3 του συνόλου των εξαγωγών και μάλιστα σε αυξητική τάση κατά το 2018 σε σχέση με το 2017, η πορεία της αξίας των ελληνικών εξαγωγών απέχει ακόμη από το να θεωρηθεί ικανοποιητική ως προς το ΑΕΠ και μάλιστα σε σχέση με όλες σχεδόν τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε.

Επιπροσθέτως και σύμφωνα με τη μελέτη της ΕΥ (Made in Greece: Το μεγάλο στοίχημα των ελληνικών εξαγωγών) το 85% των εξαγωγικών επιχειρήσεων κατά το 2015 χαρακτηρίζονται μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολώντας έως και 45 άτομα έκαστη, ενώ μόλις το 1,6% του συνόλου των εξαγωγέων πραγματοποίησε το 50% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών με τις 5 εξ αυτών να καλύπτουν το 25,9%, δεδομένα που προφανώς δεν έχουν έκτοτε αλλάξει ριζικά.

Είναι προφανές ότι η δραματική πτώση του ΑΕΠ από το 2009 και εντεύθεν δεν κινητοποίησε τις εξαγωγικές δυνάμεις της χώρας στον βαθμό που ήταν επιθυμητό, καίτοι η εσωτερική ζήτηση μειώθηκε εξίσου δραματικά. Οι εξαγωγές εξακολουθούν κατ’ ουσίαν να παραμένουν υπόθεση λίγων μεγάλων επιχειρήσεων οι οποίες επηρεάζονται λιγότερο από τις εγχώριες εξελίξεις σε σχέση με τις αντίστοιχες εξαγωγικές επιχειρήσεις με μικρότερη συνεισφορά στο τελικό σύνολο. Αυτή είναι και μια ειδοποιός διαφορά η οποία τις κάνει να συνεχίζουν να αυξάνουν τις εξαγωγικές τους επιδόσεις βασιζόμενες στις επενδύσεις που έχουν κάνει στο παρελθόν και κυρίως σε αυτές που αναλαμβάνουν για το μέλλον. Ο τομέας της μεταποίησης για παράδειγμα, και σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της «Ελληνικής Παραγωγής», παρουσίασε αύξηση επενδύσεων ανά απασχολούμενο την περίοδο 2010-2014 σωρευτικά κατά 24,7% και σταθεροποιήθηκε κατά την περίοδο 2016-2017 στα 34,1 χιλ. ευρώ έναντι 6,0 χιλ. ευρώ που συνέβη στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, παρουσιάζει σημαντική ανάκαμψη των επενδύσεων κατά τη διετία 2016-2017.

Η μετατροπή της ελληνικής οικονομίας από ημίκλειστη και περιφερειακή σε παγκοσμιοποιημένη και ανταγωνιστική προσκρούει πέραν των κανονιστικών εμποδίων και των αντικινήτρων που τίθενται στο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων και στον βαθμό που διαθέτουν ή όχι συγκριτικά πλεονεκτήματα όπως η καινοτομία και η διαφοροποίηση μέσω προϊόντων προστιθέμενης αξίας. Τα ελληνικά προϊόντα δεν είναι και δεν είναι απαραίτητο πάντα να είναι τα φθηνότερα. Η ανταγωνιστικότητα δεν έχει μόνο κοστολογικό πρόσημο. Η τρέχουσα πραγματικότητα όμως επιβεβαιώνει ότι οι εξαγωγές στη χώρα μας είναι υπόθεση εκείνων που τελικά επιτυγχάνουν να είναι ανταγωνιστικοί γιατί έχουν επιτύχει να ελέγξουν το κόστος τους και να έχουν εκείνη την κρίσιμη μάζα παραγωγής που απαιτείται για να καταστούν υπολογίσιμοι διεθνώς. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν αξιοποιήσει συστηματικά τις επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίων του παρελθόντος και έχουν αναπτύξει το προσωπικό τους ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις στο πλαίσιο μιας διεθνοποιημένης οικονομίας. Ακόμη περισσότερο όμως έχουν αντιμετωπίσει τις εξαγωγές ως σταθερό προσανατολισμό και όχι ως διέξοδο.

Είναι πράγματι αναγκαίο για την εθνική μας οικονομία και την παραγωγική μας βάση να αυξηθεί η διασπορά των εγχώριων επιχειρήσεων που εξάγουν. Αυτό μειώνει την πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων σε περίπτωση συστημικών και κλαδικών κινδύνων. Ακόμη περισσότερο αυξάνει τη βιωσιμότητα της ανοδικής τάσεως των εξαγωγών. Οι δυσμενείς όμως συνθήκες που επικράτησαν στην ελληνική οικονομία τα τελευταία έτη σε χρηματοδοτικό και αγοραστικό επίπεδο δεν ευνόησαν την αλλαγή της πορείας αυτής που παρατηρείται εδώ και αρκετά χρόνια αλλά αντιθέτως την επέτειναν. Ως αποτέλεσμα, η συγκέντρωση που παρατηρείται είναι η εφικτή πραγματικότητα δεδομένου ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν και μπορούν να επενδύουν σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, στην εισαγωγή ή τη βελτίωση της τεχνογνωσίας, στην απασχόληση και στην ανάπτυξη του προσωπικού τους. Οι μεγάλες εγχώριες επιχειρήσεις που εξάγουν λειτουργούν ευεργετικά με τη σειρά τους και σε μικρότερες μέσω της άμεσης και έμμεσης απασχόλησης που προκαλούν. Η πρόσφατη αλλά και η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να αγνοεί το εφικτό χάριν του αναγκαίου.

* Ο κ. Π. Λώλος είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Παραγωγής – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη.

Πηγή: kathimerini.gr