Σάββατο 14.12.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ξαναζεσταίνουν τη σύσταση του ηλεκτρονικού περιουσιολογίου

29.01.2019

Η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με την προοπτική να ολοκληρώσει τη θητεία της χωρίς να έχει προσθέσει ούτε ένα «λιθαράκι» στο χτίσιμο του λεγόμενου «περιουσιολογίου». Ενός έργου που από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είχε προβληθεί προεκλογικά ως το βασικό όπλο κατά της φοροδιαφυγής και ως ένα εργαλείο που θα συνέβαλλε στη δίκαιη μοιρασιά των κοινωνικών δαπανών αλλά και στην κατάργηση των τεκμηρίων διαβίωσης. Συμπληρώθηκαν εννέα χρόνια από την ψήφιση της διάταξης που «θεμελίωσε» το περιουσιολόγιο και τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα βασικά ζητήματα που κρατούν το περιουσιολόγιο της εφορίας στα «χαρτιά» παραμένουν άλυτα. Στο υπουργείο Οικονομικών εξετάζουν το ενδεχόμενο να προχωρήσουν στην άμεση κατάθεση νομοθετικής ρύθμισης, που θα ανοίξει τον δρόμο της υλοποίησης, ωστόσο οι κρίσιμες αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί ακόμη:

1. Το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο δεν επιτρέπει το «φακέλωμα» καταθέσεων, ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, αμοιβαίων κεφαλαίων εσωτερικού, αλλά και μετοχών ναυτιλιακών εταιρειών. Για να ενσωματωθούν και τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία στο περιουσιολόγιο, θα πρέπει να ψηφιστεί η σχετική νομοθετική διάταξη.

Η χρονική συγκυρία, όμως, είναι τέτοια που δημιουργεί έντονο προβληματισμό. Με το τραπεζικό σύστημα να είναι ευάλωτο και να χρειάζεται την προσέλκυση νέων καταθέσεων, η έναρξη διαδικασίας «ηλεκτρονικού φακελώματος» θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα ομόλογα σε μια περίοδο που η χώρα θέλει να επιστρέψει στις αγορές.

2. Ακόμη και αν ψηφιζόταν άμεσα η νομοθετική ρύθμιση που θα επέτρεπε τον εμπλουτισμό του ηλεκτρονικού περιουσιολογίου –το σενάριο παραμένει στο τραπέζι– τίθενται πολλά ζητήματα για την εξασφάλιση της ορθότητας των στοιχείων που θα αποτυπώνονται σε αυτό. Πρώτον, θα ανακύψει το μείζον θέμα με τη διαχείριση των κοινών τραπεζικών λογαριασμών, ενώ θα χρειαστεί τεράστια κινητοποίηση από την πλευρά των φορολογουμένων προκειμένου να γίνει η ταύτιση των λογαριασμών με τους ΑΦΜ των δικαιούχων (σ.σ. η διαδικασία καταβολής του έκτακτου μερίσματος ανέδειξε το τεράστιο κενό που υπάρχει ειδικά σε παλαιούς τραπεζικούς λογαριασμούς). Δεύτερον, ακόμη δεν έχουν διορθωθεί τα στοιχεία εκατομμυρίων αγροτεμαχίων και αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο ακόμη δεν έχει υποβληθεί συμπληρωματικός φόρος σε όλα τα ακίνητα του «πίνακα 2» του εντύπου Ε9. Στο υπουργείο Οικονομικών έχει εξεταστεί το ενδεχόμενο ο ίδιος ο φορολογούμενος να έχει το δικαίωμα τροποποιήσεων στην «εικόνα» του περιουσιολογίου στην περίπτωση εντοπισμού λανθασμένης εγγραφής. Και αυτή η λύση όμως μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα αξιοπιστίας των εγγραφών στη βάση δεδομένων. To σενάριο να κληθούν οι ίδιοι οι φορολογούμενοι να μπουν σε μια διαδικασία υποβολής δηλώσεων (σ.σ. κάτι αντίστοιχο είχε γίνει το 1992 με το περίφημο έντυπο Ε6, γνωστό και ως «δήλωση περιουσιακών στοιχείων») έχει προς το παρόν αποκλειστεί, καθώς θα πολλαπλασίαζε το γραφειοκρατικό βάρος και για τα εκατομμύρια των φορολογουμένων και για το υπουργείο Οικονομικών, και μάλιστα με αβέβαια αποτελέσματα από πλευράς εισπρακτικής απόδοσης. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων έχει συμπεριλάβει τη συγκρότηση του ηλεκτρονικού περιουσιολογίου στον ετήσιο προγραμματισμό της, αλλά οι πιθανότητες το να τεθεί σε λειτουργία πριν από τέλος του 2020 είναι πολύ περιορισμένες. Η πλήρης εφαρμογή προϋποθέτει και επιβολή αυστηρών ποινών σε όσους αποκρύψουν περιουσιακά στοιχεία (σ.σ. ακόμη και κατασχέσεις), κάτι όμως που δεν αναμένεται να προχωρήσει μέσα σε προεκλογική χρονιά.

Η νομοθετική διάταξη του ηλεκτρονικού περιουσιολογίου ψηφίστηκε το 2010 και τροποποιήθηκε το 2013. Η σημερινή μορφή της έχει ως εξής: «Στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του υπουργείου Οικονομικών συγκροτείται περιουσιολόγιο όλων των φυσικών προσώπων φορολογικών κατοίκων Ελλάδας.

Περιλαμβάνονται κυρίως ακίνητα, αυτοκίνητα, σκάφη, εναέρια μέσα μεταφοράς, κατοχή μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων και εταιρικών μεριδίων. Δεν περιλαμβάνονται οι τραπεζικές καταθέσεις, τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου τα αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού και οι μετοχές σε εταιρείες που έχουν συσταθεί και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 2687/1953 (Α΄ 317) και του ν. 27/1975 (Α΄ 77)». Ο στόχος είναι οι φορολογικές αρχές να έχουν άμεση πρόσβαση στην «εικόνα» του φορολογουμένου –δηλαδή το σύνολο των εισοδημάτων, των περιουσιακών στοιχείων, των οφειλών, αλλά και των δανειακών υποχρεώσεων– χωρίς να απαιτείται η πρόσβαση σε επιμέρους ηλεκτρονικά αρχεία. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος και για τον καλύτερο έλεγχο στην άσκηση της κοινωνικής πολιτικής (δηλαδή, στα κριτήρια χορήγησης των κοινωνικών επιδομάτων) αλλά και για την κατάργηση των τεκμηρίων διαβίωσης. Επίσης, το ζητούμενο είναι και ο άμεσος εντοπισμός μεταβολών στην περιουσιακή κατάσταση των φορολογουμένων, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα φαινόμενα αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Τα προβλήματα καταγραφής των καταθέσεων

Εκτός από τη συγκρότηση του ηλεκτρονικού περιουσιολογίου, οι φορολογικές αρχές θα πρέπει να λύσουν σοβαρά προβλήματα που συνδέονται και με τη συντήρησή του.

Από τη στιγμή που η πλήρης εφαρμογή προϋποθέτει την ενσωμάτωση και των λεγόμενων «κινητών αξιών» (καταθέσεων, ομολόγων, μετοχών, ακόμη και το περιεχόμενο θυρίδων), τίθεται θέμα επικαιροποίησης της βάσης. Προς το παρόν, έχουν γίνει δύο απόπειρες καταγραφής των καταθέσεων. Η μία έχει γίνει μέσω των φορολογικών δηλώσεων όπου αποτυπώνονται οι τόκοι. Τα στοιχεία τροφοδοτούνται από τις τράπεζες, κάτι όμως που είναι εφικτό, δεδομένου ότι οι τόκοι υπολογίζονται άπαξ ετησίως.

Η δεύτερη απόπειρα γίνεται με τα «νομικά πόθεν έσχες», στα οποία ναι μεν δηλώνονται τα υπόλοιπα στους τραπεζικούς λογαριασμούς κατά την τελευταία ημέρα του έτους, αλλά η ευθύνη μετατοπίζεται στους ίδιους τους υπόχρεους.

Από τη στιγμή που θα συγκροτηθεί το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο, το υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να βρει τρόπο να επικαιροποιεί τα υπόλοιπα των καταθέσεων 20 και πλέον εκατομμυρίων τραπεζικών λογαριασμών. Το συγκεκριμένο πρόβλημα μπορεί να λυθεί μόνο με απευθείας σύνδεση όλων των τραπεζών με τις φορολογικές αρχές, ώστε να υπάρχει συνεχής επικαιροποίηση των δεδομένων. Η ανανέωση σε επίπεδο έτους αφήνει περιθώρια ελιγμών στους φορολογουμένους τόσο στις καταθέσεις όσο και για τις υπόλοιπες «κινητές αξίες» (ομόλογα, μετοχές, κ.λπ.).

Πηγή: kathimerini.gr