Τρίτη 10.12.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

«Νύφες» στα αζήτητα παρά την προίκα και το λίφτινγκ

22.01.2019


Μέχρι στιγμής και προκειμένου να καταστούν οι μονάδες ελκυστικές, η κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση του τέλους λιγνίτη, ενώ πήρε πίσω τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει με νόμο για τη μεταβίβαση των μονάδων με το σύνολο του απασχολούμενου προσωπικού.

Θολό παραμένει το τοπίο σχετικά με την κατάληξη του διαγωνισμού πώλησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, λίγα μόλις 24ωρα πριν από την κατάθεση των δεσμευτικών προσφορών στις 23 Ιανουαρίου. Η πλευρά των επενδυτών, με τη διαπραγματευτική ισχύ που τους παρέχει το κείμενο δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση έναντι της DGcomp, στο παρά πέντε της διαδικασίας πιέζει για τη διασφάλιση όσο το δυνατόν καλύτερων όρων, παίζοντας έντονα το χαρτί της αποχής από τη διαδικασία, κάτι που η πλευρά της ΔΕΗ και η κυβέρνηση θέλουν πάση θυσία να αποφύγουν. Αυτό γιατί ένα «ναυάγιο» του διαγωνισμού θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην πώληση υδροηλεκτρικών μονάδων, γεγονός που θα αναδείξει με τον χειρότερο τρόπο το αδιέξοδο της πολιτικής γραμμής που χάραξε η κυβέρνηση όταν έδινε μάχη με τους θεσμούς για να αντικαταστήσει το σχέδιο «Μικρή ΔΕΗ» με την αποεπένδυση στον λιγνίτη και ένα ακόμη πακέτο μέτρων (ΝΟΜΕ, χρέωση προμηθευτή κ.λπ.) που επιβάρυναν τη ΔΕΗ με κόστος της τάξης του 1,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018.

Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο, διοίκηση της ΔΕΗ και υπουργείο Ενέργειας εξαντλούν κάθε περιθώριο παρεμβάσεων για να καταστήσουν τις μονάδες ελκυστικές, άσκηση που μοιάζει με προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου, δεδομένου του αντιεπενδυτικού κλίματος που επικρατεί στην ευρωπαϊκή αγορά για τα στερεά καύσιμα ως αποτέλεσμα της πολιτικής απανθρακοποίησης της Ε.Ε. Μέχρι στιγμής και προκειμένου να καταστούν οι μονάδες ελκυστικές, η κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση του τέλους λιγνίτη, ενώ πήρε πίσω τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει με νόμο για τη μεταβίβαση των μονάδων με το σύνολο του απασχολούμενου προσωπικού. Αντ’ αυτού, με νέα ρύθμιση δεσμεύθηκε για τη μείωση της μισθολογικής δαπάνης των μονάδων, μέσω της μετακίνησης εργαζομένων στη ΔΕΗ και στον ΔΕΔΔΗΕ και προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου. Στο πλαίσιο αυτό, οι δύο εταιρείες (Λιγνιτική Μελίτης και Λιγνιτική Μεγαλόπολης) ολοκλήρωσαν την περασμένη εβδομάδα δύο προγράμματα εθελουσίας εξόδου, στα οποία συμμετείχαν συνολικά 273 εργαζόμενοι, τα οποία φυσικά χρηματοδότησε η ΔΕΗ. Στις προς πώληση μονάδες απασχολούνται συνολικά 1.248 εργαζόμενοι (231 στη Μελίτη και 1.017 στη Μεγαλόπολη) και, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, που έχουν κάνει οι επενδυτές. για να είναι βιώσιμες. θα πρέπει να παραμείνουν 600, δηλαδή να αποχωρήσουν συνολικά 648 εργαζόμενοι (111 από τη Μελίτη και 537 από τη Μεγαλόπολη). Πέραν δηλαδή των 273 ατόμων που συμμετείχαν στα προγράμματα εθελουσίας εξόδου, θα πρέπει να μετακινηθούν προς τη ΔΕΗ και τον ΔΕΔΔΗΕ 367 εργαζόμενοι, η μισθοδοσία των οποίων θα επιβαρύνει την προβληματική ΔΕΗ, η εξυγίανση της οποίας, σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο της Mckinsey, συναρτάται εκτός των άλλων και από τη μείωση του προσωπικού κατά 4.000 άτομα σε ορίζοντα 5ετίας. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ΔΕΗ Μανόλη Παναγιωτάκη, η Λιγνιτική Μεγαλόπολης μετά τη μείωση του προσωπικού κατά 244 άτομα (εθελούσια έξοδος) έχει επιστρέψει στην κερδοφορία. Οπως συγκεκριμένα ανέφερε, ενώ στο πρώτο τρίμηνο λειτουργία της ως ανεξάρτητης εταιρείας (Ιούλιος-Σεπτέμβριος) εμφάνισε ζημίες ύψους 3 εκατ. ευρώ, από τη μείωση των εργαζομένων κατά 244 άτομα προκύπτει εξοικονόμηση κόστους σε ετήσια βάση 20 εκατ. ευρώ, που σημαίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι χωρίς τη λήψη κανενός άλλου μέτρου γίνεται κερδοφόρα. Αντίστοιχα και η Μελίτη, σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτάκη, μετά την αποχώρηση 29 ατόμων αλλά και την προωθούμενη νέα σύμβαση για την τροφοδοσία της μονάδας με λιγνίτη μετατρέπεται σε κερδοφόρα. Ο κ. Παναγιωτάκης αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα ότι το κόστος τροφοδοσίας της Μελίτης από τη Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας μπορεί να μειωθεί κατά 5 ευρώ ο τόνος (από τα 23 ευρώ σήμερα) και να προκύψει έτσι εξοικονόμηση κατά 12,5 εκατ. ευρώ ετησίως για τη λειτουργία της μονάδας. Επίσης, ομολόγησε ότι η ΔΕΗ όλα αυτά τα χρόνια πληρώνει υπέρογκο κόστος για την προμήθεια λιγνίτη στη μονάδα Μελίτης, πράγμα που απέδωσε στην «ομηρία» της από τον εν λόγω επενδυτή, δεδομένου ότι όταν λειτούργησε η μονάδα δεν είχε προβλεφθεί ο τρόπος τροφοδοσίας της. Οι επενδυτές ωστόσο δεν συμμερίζονται τις εκτιμήσεις του κ. Παναγιωτάκη περί στροφής των μονάδων στην κερδοφορία, ενώ διαβλέπουν πολλές ακόμη αβεβαιότητες και, όπως αναφέρουν στην «Κ», έχουν διαμηνύσει στην κυβέρνηση ότι χωρίς πρόσθετες πρωτοβουλίες δεν θα καταθέσουν δεσμευτικές προσφορές. Για παράδειγμα, τονίζουν ότι το όφελος για τη Μελίτη από την αποχώρηση των εργαζομένων ανέρχεται σε 2,2 εκατ. ευρώ, όταν οι ζημίες του εξαμήνου ήταν 16 εκατ. ευρώ, που σημαίνει σε ετήσια βάση ανέρχονται σε 32 εκατ. ευρώ. Στο μεταξύ, μόλις την περασμένη Πέμπτη το διοικητικό συμβούλιο της ΔΕΗ ενέκρινε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στη Λιγνιτική Μελίτης και στη Λιγνιτική Μεγαλόπολης, ύψους 725.000 ευρώ και 6 εκατ. ευρώ αντιστοίχως, για να καλύψει τις ζημίες που προέκυψαν από την περίοδο που συμφωνήθηκε η πώληση των μονάδων στο πλαίσιο αντίστοιχης δέσμευσης προς την DGcomp.

Αβεβαιότητες

Τα Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ) με τα οποία αποζημιώνονται οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για την ισχύ που παρέχουν στο σύστημα, αποτελούν μία από τις κομβικές αβεβαιότητες στον διαγωνισμό για την πώληση των μονάδων Μελίτης και Μεγαλόπολης. Η σύμβαση αγοραπωλησίας που έχει εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο της ΔΕΗ προβλέπει ότι οι μονάδες θα αποζημιώνονται μέσω των ΑΔΙ με 40.000 ευρώ το μεγαβάτ για διάστημα έξι ετών. Προβλέπει επίσης ότι στην περίπτωση που η Κομισιόν εγκρίνει χαμηλότερες τιμές ΑΔΙ, τότε θα μειωθεί αναλόγως και το τίμημα που θα προσφέρουν οι επενδυτές. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ο μηχανισμός ΑΔΙ που υπέβαλε το υπουργείο Ενέργειας δεν έχει εγκριθεί ακόμη από την Κομισιόν και δεν πρόκειται να εγκριθεί μέχρι τις 23 του μηνός που κατατίθενται οι δεσμευτικές προσφορές, δεν διευκολύνει τους επενδυτές να καταρτίσουν τις προσφορές τους με αυτό το δεδομένο. Η ΔΕΗ από την πλευρά της αξιολογεί επίσης ως πολύ σημαντική αβεβαιότητα τα ΑΔΙ, αφού η έγκρισή τους δημιουργεί προϋποθέσεις για καλύτερο τίμημα, γι’ αυτό και επιδιώκει ακόμη και την ύστατη ώρα μία ακόμη παράταση της προθεσμίας κατάθεσης δεσμευτικών προσφορών.

Πηγή: kathimerini.gr