Τρίτη 19.03.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Νικόλαος Αρταβάνης*: Στρατηγικοί κακοπληρωτές: ποιοι είναι και πόσο μας κοστίζουν

05.03.2019

Μ​​ία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την εθνική οικονομία είναι το πρόβλημα των κόκκινων δανείων. Σήμερα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπερβαίνουν τα 60 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 20 δισ. είναι στεγαστικά. Το πρόβλημα αυτό αποτελεί την κύρια αιτία απορρύθμισης της λειτουργίας των ελληνικών τραπεζών με σημαντικές επιπτώσεις στις προοπτικές ανάκαμψης της εθνικής οικονομίας. Αναμφισβήτητα, η βαθιά οικονομική κρίση των τελευταίων ετών έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συσσώρευση κόκκινων δανείων στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια. Αλλά εξίσου σημαντική ήταν και η συμβολή της λεγόμενης στρατηγικής συμπεριφοράς, δηλαδή της μη εξυπηρέτησης τραπεζικού χρέους από δανειολήπτες που έχουν δυνατότητα αποπληρωμής.

Μέχρι πρότινος, οι γνώσεις μας σχετικά με τους περιώνυμους στρατηγικούς κακοπληρωτές ήταν πολύ περιορισμένες. Δεν γνωρίζαμε πόσοι είναι, ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους και, το σημαντικότερο, πόσο κοστίζουν στο τραπεζικό σύστημα και στην οικονομία της χώρας. Μια νέα μελέτη επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά για ένα τμήμα του τραπεζικού χαρτοφυλακίου, τα στεγαστικά πρώτης κατοικίας, και να διερευνήσει τις αιτίες έξαρσης του φαινομένου και τον ρόλο του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου.

Ο νόμος 3869/2010 (νόμος Κατσέλη), που ψηφίστηκε τον Ιούνιο του 2010, θέσπισε δύο ισχυρά μέτρα για την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών: την εισαγωγή μιας πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 9) και τη σχεδόν καθολική άρση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας (άρθρο 19). Τα υψηλά όρια προστασίας από πλειστηριασμούς, που ξεκινούσαν από τις 300.000 ευρώ αντικειμενικής αξίας, κάλυπταν σχεδόν το 99% των στεγαστικών δανείων και αποτέλεσαν τη βάση επώασης της στρατηγικής συμπεριφοράς των δανειοληπτών στην Ελλάδα. Η κατάθεση και ψήφιση των δύο μέτρων σε ξεχωριστά άρθρα είχε ως συνέπεια την ανεξάρτητη ισχύ τους, παρέχοντας προστασία και σε στρατηγικούς κακοπληρωτές. Ειδικότερα, η προστασία από πλειστηριασμούς παρέχεται σε δανειολήπτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανεξαρτήτως από το αν έχουν επικαλεστεί αδυναμία αποπληρωμής μέσω της αίτησης υπαγωγής τους στον πτωχευτικό νόμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομοθετική αυτή «αστοχία» του νόμου Κατσέλη θα είχε αποφευχθεί αν η άρση των πλειστηριασμών είχε περιληφθεί ως προστατευτικό μέτρο αποκλειστικά στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας και όχι ως ανεξάρτητο άρθρο.

Αξιοποιώντας το θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από τον ν. 3869/2010, ο εντοπισμός των στρατηγικών κακοπληρωτών είναι εφικτός με βάση την προτίμησή τους ως προς την πτωχευτική διαδικασία (revealed preference). Εφαρμόζοντας ένα ιδιαίτερα συντηρητικό κριτήριο στο χαρτοφυλάκιο μιας μεγάλης συστημικής τράπεζας, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το 28% των κόκκινων στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας ανήκει σε στρατηγικούς κακοπληρωτές (μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013). Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) συνολικού ύψους άνω των 5 δισ. ευρώ (3% του ΑΕΠ) για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Το κόστος μετακυλίστηκε έμμεσα ή άμεσα στο κράτος, μέσω των ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών, που επιβάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό και μείωσαν σημαντικά τις συμμετοχές του Δημοσίου και των συνταξιοδοτικών ταμείων στο τραπεζικό σύστημα.

Η δυνατότητα εντοπισμού των στρατηγικών κακοπληρωτών αποτελεί το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι δανειολήπτες που χρεοκοπούν, ενώ έχουν δυνατότητα αποπληρωμής, εμφανίζουν μεγαλύτερα εισοδήματα, υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα (credit score) και μικρότερο λόγο δανείου προς αξία κατοικίας (LTV) σε σύγκριση με τους μη στρατηγικούς κακοπληρωτές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα αναφορικά με τα στοιχεία εκείνα που ενισχύουν τη στρατηγική συμπεριφορά.

Ενα τέτοιο στοιχείο είναι η φοροδιαφυγή. Η έρευνα δείχνει ότι τόσο η απόκρυψη εισοδημάτων ως ενέργεια όσο και το καθαυτό μέγεθος της φοροδιαφυγής ενισχύουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης στρατηγικής συμπεριφοράς. Εντοπίζεται δηλαδή η τάση αθέτησης των υποχρεώσεων τόσο προς το κράτος όσο και προς τους πιστωτές από την ίδια ομάδα ατόμων. Η σύνδεση αυτών των δύο διαφορετικών περιπτώσεων ηθικού κινδύνου (moral hazard) καταδεικνύει ότι η εμφάνιση αυτής της επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Επιπλέον, οι δανειολήπτες εμφανίζουν στρατηγική συμπεριφορά προκειμένου να διατηρήσουν το επίπεδο ρευστότητάς τους. Συνταξιούχοι με μηνιαίο εισόδημα άνω των 2.500 ευρώ εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα στρατηγικών χρεοκοπιών σε σχέση με χαμηλοσυνταξιούχους το μηνιαίο εισόδημα των οποίων δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι πρώτοι υπέστησαν σημαντικές μειώσεις στις αποδοχές τους (-30%), ενώ την ίδια περίοδο οι χαμηλές συντάξεις δεν επηρεάστηκαν σημαντικά (2010-2013). Το εύρημα είναι ενδεικτικό της προσπάθειας διατήρησης ενός υψηλού βιοτικού επιπέδου μέσω της παύσης εξυπηρέτησης δανείων, παρότι υπάρχει η δυνατότητα αποπληρωμής.

Τέλος, ανάμεσα στα λεγόμενα «ευγενή» επαγγέλματα, που επλήγησαν σχετικά λιγότερο από την κρίση, οι δανειολήπτες με οικονομική και νομική εξειδίκευση αναδεικνύονται σε πρωταθλητές της στρατηγικής συμπεριφοράς. Στους κλάδους των οικονομικών και νομικών επαγγελμάτων, το 41% και 48% των κακοπληρωτών, αντιστοίχως, είναι στρατηγικοί.

Αντιθέτως, το αντίστοιχο ποσοστό σε γιατρούς και εκπαιδευτικούς δεν υπερβαίνει το 30%. Η μεγάλη αυτή διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι η επαγγελματική εξειδίκευση επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση του νομικού πλαισίου και των «ευκαιριών» για στρατηγική συμπεριφορά που αυτό δημιουργεί, με συνέπεια την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευσή τους.

Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθούν ορισμένες πρακτικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της στρατηγικής συμπεριφοράς. Πρώτον, η προστασία με βάση οριζόντια κριτήρια, όπως για παράδειγμα η αξία της κατοικίας, δεν είναι αποτελεσματική. Αντιθέτως, τείνει να ενισχύει τη στρατηγική συμπεριφορά. Για τον λόγο αυτό απαιτείται συνδυασμός των κατάλληλων κριτήριων με λογικά όρια. Η αξία της κατοικίας ως μεμονωμένο κριτήριο δεν παρέχει καμία πληροφόρηση σχετικά με τη δυνατότητα του δανειολήπτη να αποπληρώσει το δάνειο. Ωστόσο ο λόγος δανείου προς αξία κατοικίας (LTV) μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλει στον εντοπισμό των πραγματικά υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Αντίστοιχα, η χρήση εισοδηματικών κριτηρίων σε περιβάλλον εκτεταμένης φοροδιαφυγής όχι μόνο είναι αναποτελεσματική, αλλά μπορεί και δημιουργήσει επιπλέον κίνητρα απόκρυψης εισοδήματος, ιδιαίτερα από μη μισθωτή εργασία.

Ο εντοπισμός της στρατηγικής συμπεριφοράς είναι σημαντικός όχι μόνο για την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών, αλλά και για την υιοθέτηση στοχευμένων πολιτικών εκεί που πραγματικά υπάρχει ανάγκη. Για παράδειγμα, μία από τις πιο ευάλωτες ομάδες είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, που εμφανίζουν υψηλότατα ποσοστά χρεοκοπιών, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν είναι στρατηγικές. Επίσης, κάποιες ομάδες εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά στρατηγικής συμπεριφοράς (π.χ. στελέχη Ενόπλων Δυνάμεων), ενώ σε άλλες το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο (π.χ. οικονομολογικά και νομικά επαγγέλματα). Τα ευρήματα αυτά είναι πολύ σημαντικά για τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων.

Τέλος, το γεγονός ότι τα φαινόμενα της στρατηγικής συμπεριφοράς και της φοροδιαφυγής συνδέονται μπορεί να αξιοποιηθεί μέσω της διενέργειας στοχευμένων φορολογικών ελέγχων σε στρατηγικούς κακοπληρωτές και αντιστρόφως. Η απειλή των «διπλών ελέγχων», που απαιτεί τη συνεργασία φορολογικών αρχών και τραπεζών, μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό και των δύο φαινομένων, ταυτόχρονα.

Το πρόβλημα των στρατηγικών κακοπληρωτών αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος τα επόμενα χρόνια. Ως προϋπόθεση για την ανάκαμψη της οικονομίας της χώρας, χρήζει άμεσης και αποτελεσματικής λύσης με όρους οικονομικούς και όχι πολιτικούς. Για να καταστεί μια τέτοια λύση εφικτή, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τέτοια φαινόμενα, τα οποία εμφανίστηκαν με την ανοχή του νομοθέτη και εξετράφησαν μέσω μιας σιωπηρής συμφωνίας με ένα αδύναμο πολιτικό σύστημα, αφορούν το σύνολο των Ελλήνων πολιτών. Γιατί στο τέλος, το κόστος θα κληθεί να το καταβάλει και πάλι ο Ελληνας φορολογούμενος.

* Ο κ. Νικόλαος Αρταβάνης είναι Visiting Assistant Professor in Finance στο Pamplin Business School, Virginia Tech.

Πηγή: kathimerini.gr